"RealPolitik" (Μέρος 1)
Μια αναρχοκομμουνιστική πολιτική ανάλυση της σ`
"RealPolitik" - Μια αναρχοκομμουνιστική πολιτική ανάλυση της συγκυρίας
Μια ανάλυση πάνω στην πολιτική συγκυρία και μια πρόταση για ένα Πλαίσιο Διαλόγου πάνω στην Οργάνωση των δυνάμεων του Κοινωνικού Επαναστατικού Αναρχικού Κινήματος

MEΡΟΣ 1ο
"Πολλά ψέματα είπαμε, όλα-όλα Ας πούμε και μι’ αλήθεια, βατσιτσέλο-βατσιτσό"
[Παιδικό Τραγουδάκι]
Αυτό είναι ένα μη ουδέτερο κείμενο για την πολιτική συγκυρία. Αυτό δεν σημαίνει ότι επιθυμεί να είναι χυδαίο, τουλάχιστον όχι με τον κοινό τρόπο. Το Μνημόνιο II είναι γεγονός από 13-2-2012 και πάμε παρακάτω. Η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ. Αυτό που είναι άξιο έρευνας είναι οι πολιτικές ανακατατάξεις, οι οποίες μοιάζουνε θαρρώ με ένα σωρό από σκατά. Χιλιάδες μύγες συνωστίζονται από πάνω τους για να τα μελετήσουν με ηλίθιο ύφος αλλά παραδόξως ουδεμία χώνει τα χέρια της -ή τα πόδια της αν προτιμάτε- για μια βαθύτερη διερεύνηση. Αυτό όμως είναι που έχει νόημα σήμερα. Μια ανάλυση της συγκυρίας, η οποία μπορεί να έχει ως αφετηρία τους πολιτικούς χώρους αλλά θέλει να τους διαπλέξει σε μια επεξεργασία που δεν θα έχει στόχο την εμμονή στην κατάδειξη ρηχών σημαινόμενων γύρω από το κλασσικό δίπολο πρόσωπα-διαπλοκή, αλλά την ανάδειξη των βαθύτερων κοινωνικών εκπροσωπήσεων και συμφερόντων.
Η Τρόικα: [Ε.Ε., Δ.Ν.Τ., Ε.Κ.Τ. κ.λπ.] Οι δανειστές, δηλαδή οι τοκογλύφοι, οι «κερδοσκόποι», τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο από την κυρίαρχη στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ διεθνή καπιταλιστική συμμαχία που ελέγχει την πολιτικο-οικονομική σφαίρα της υφηλίου, άλλοτε συνεργαζόμενη κι άλλοτε ανταγωνιζόμενη τις υπόλοιπες παγκόσμιες καπιταλιστικές ολοκληρώσεις σε μια διαρκή αλληλεπίδραση μαζί τους. Το κέντρο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, σε συνεργασία με τις τοπικές ελίτ [τη συμμαχία δηλαδή του αστικού πολιτικού προσωπικού, με τους κατόχους των εθνικών κεφαλαίων και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κάθε χώρας] που χαράσσει μια διεθνή πολιτική, η οποία υπερασπιζόμενη τόσο τα διεθνή συμφέροντα των ελίτ όσο και ειδικότερα τα τοπικά, μετατρέπεται σε εθνική πολιτική μέσω της επιβολής της από τον αστικό πολιτικό σχηματισμό κάθε χώρας.
Μετά από την κρίση υπερ-συσσώρευσης που εκδηλώνεται ανοιχτά από το 2008-2009 και η οποία από τα μέσα προπαγάνδας των αστών εμφανίζεται ως κρίση υπερ-χρέους, πολλά έπρεπε να αλλάξουν. Και φυσικά εδώ δεν εννοούμε τα πολλά που έχουν ήδη λεχθεί και αφορούν τον τρόπο διαβίωσης στους μισθούς, στις συντάξεις κ.λπ. Το προηγούμενο βιοπολιτικό πλαίσιο διαχείρισης του καπιταλισμού, η σοσιαλδημοκρατία, εμφάνισε μια συγκυρία [που λόγω της χρονικής της έκτασης πήρε χαρακτήρα εποχής], ως το μοναδικό «φυσιολογικό» πλαίσιο διαχείρισης στο συλλογικό φαντασιακό. Οι εταιρίες θα δουλεύουν, η υπεραξία θα καρπώνεται, το πετσοκομμένο μέρισμά της θα επιστρέφεται στον εργαζόμενο για να καταναλωθεί και να καθαγιαστεί η διαδικασία ως η μόνη αληθινή και αλάθητη κατάσταση που πάει την ανθρωπότητα κάθε μέρα ένα βήμα μπρος. Με απλά λόγια ο κόσμος του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα πίστεψε ανεπανόρθωτα σχεδόν ότι η κτηνωδία του καπιταλισμού έχει όρια.
Τα 3χρονα παιδάκια που εργάζονταν στα λαγούμια των αγγλικών ανθρακουπόλεων ως το 1900 ήταν πολύ μακριά χρονικά ενώ τα αντίστοιχα 3χρονα σε κάποια Ταϊβάν ή Ταϋλάνδη που σκοτώνονται σήμερα στα εργατικά ατυχήματα είναι πολύ μακριά χωρικά από τα αφελή ή αδιάφορα μάτια της δυτικής κοινωνίας δικαίου. Ωστόσο να που εγένετο κρίση. Στην καρδιά του κτήνους, του δυτικού πολιτισμού. Κι έρχεται τώρα να απαντήσει ο καθένας, ασχέτως της ευρυμάθειας που κατέκτησε στο δημόσιο σχολείο της μαζικής εκπαίδευσης -γέννημα θρέμμα της προηγούμενης [νεκρής πια] σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης- τις πταίει; Και κάτι περισσότερο. Μπροστά στα μάτια του πλέον καλοπροαίρετου αφελούς, εκτυλίσσεται μια παράλογη -κατά τη γνώμη του- τραγωδία. Ό,τι γνώριζε μέχρι σήμερα ως θέσφατο του ανταγωνιστικού και άνισου αλλά αναγκαίου, με ορισμένους κανόνες παιχνιδιού έχει ανατραπεί. Δεν θα δουλεύει πλέον 8 ώρες γιατί θα δουλεύει παραπάνω με τα ίδια χρήματα, εάν δεν είναι άνεργος. Δεν θα υπάρχει συλλογική σύμβαση. Είναι δυνατόν να μην σου κολλά κανείς ένσημα, είναι μπορετό να μην βγεις ποτέ στη σύνταξη, να μην έχεις για χρόνια ή και ποτέ ιατροφαρμακευτική κάλυψη, είναι δυνατό να παίρνεις 300 Ευρώ μισθό για 12ωρη δουλειά, είναι δυνατόν να μην πληρώνεσαι καθόλου για μήνες ή χρόνια με διάφορες δικαιολογίες, είναι δυνατόν η ανεργία να είναι πάνω από 25%, είναι δυνατόν να μην έχεις ηλεκτρικό ρεύμα τον 21ο αιώνα, είναι δυνατόν να σου πάρουν το σπίτι σε ένα απόγευμα, είναι δυνατόν να μείνεις άστεγος ενώ υπάρχουν εκατομμύρια άδεια σπίτια, είναι δυνατόν να πεινάσεις ενώ ποτέ πριν στην ανθρώπινη ιστορία τα αγαθά δεν ήταν περισσότερα και η παραγωγή τους τόσο εύκολη, και η δυνατότητα διανομής τους τόσο μεγάλη.
Ποιος ορίζει ότι όλα αυτά είναι δυνατά; Το καπιταλιστικό σύστημα όπως εκφράζεται από τις διεθνείς ολοκληρώσεις του και τις εθνικές συμμαχίες του. Μα πώς είναι δυνατόν; Δεν γνωρίζουν όλοι αυτοί οι «καθ’ ύλην αρμόδιοι» ότι εάν δεν επιστρέψεις ένα κομμάτι της υπεραξίας στον εργαζόμενο δεν θα μπορέσει να καταναλώσει και τότε τι θα απογίνουν όλα τα υπέροχα προϊόντα που παράγουν οι θαυμάσιες εταιρίες; Φυσικά, οι ελίτ δεν έχουν τρελαθεί, ούτε έχουν τάσεις αυτοχειριασμού. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι το ποσό από αυτό το κομμάτι που επιστρέφει είτε ως μισθός είτε ως «κοινωνική παροχή» [όροι από την παλαιά εποχή] στους εργαζόμενους, είναι το βασικό επίδικο της ταξικής πάλης. Μιας πάλης η τροπή της οποίας, τα τελευταία χρόνια δεν μπορεί να αδικήσει την επιλογή τους για ολοκληρωτική επίθεση όχι απλά σε δικαιώματα αλλά σε ζωές. Η αλήθεια της παλαιάς δήλωσης ότι τα δικαιώματα κατακτιούνται, δεν χαρίζονται χάσκει γυμνή, αρκετά πιστευτή σε όποιον ακόμα διερωτάται «τις πταίει». Τέλος, μπορούμε πια να υπογραμμίσουμε το οριστικό διαζύγιο της καπιταλιστικής θεώρησης από τις διαφωτιστικές ρίζες που επικαλούνταν κάθε φορά που μια ανταγωνιστική διαδικασία έπαιρνε χαρακτήρα άρνησης της πραγματικότητας του. Με λίγα λόγια, η παραδοσιακή φιλελεύθερη φύτρα του ρασιοναλιστικού και υλιστικού κοινωνικού δαρβινισμού, η οποία εκφραζόταν υπό το πρίσμα «ο αξιότερος επιβιώνει» ανατρέπεται για μια νέα παραλλαγή του εκφασισμένου ολοκληρωτικά πια καπιταλιστικού κοινωνικού δαρβινισμού. Διατηρώντας μονάχα τον υλισμό του, υπό το περίβλημα του κυνισμού και [αναφερόμενος πάντα στη βάση της παραγωγής] με όρους εξαίρεσης από την παραγωγή, ορίζει πλέον τη «νέα» θεωρητική αποκάλυψη της «ζωής που είναι άξια να βιωθεί» πετώντας στα σκουπίδια εκατομμύρια ζωές που απλά περισσεύουν.
Ουσιαστικά είναι η «από άλλο δρόμο» ταύτιση του καπιταλισμού με τον ναζισμό, αφού με τον ίδιο τρόπο που η «εργασία απελευθέρωνε» στο Άουσβιτς, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο «απελευθερώνει» η ανεργία στα σύγχρονα μικρά ή μεγαλύτερα Νταχάου των μητροπολιτικών κέντρων του παγκόσμιου καπιταλισμού. Ορίστε λοιπόν, ποιος μπορεί να κατηγορήσει τους καπιταλιστές ότι δεν κάνουν Real Pοlitik; Μήπως χάνουν χρήματα από την όλη διαδικασία; Καθόλου, μάλλον ο κύκλος εργασιών τους ανοίγει. Οι οποιουδήποτε τύπου ηθικές αιτιάσεις ποτέ δεν ενδιαφέρανε τους αστούς ήδη από τις πρώτες μέρες της ιστορικής περιόδου όπου κατόρθωσαν να εκθρονίσουν την παλιά τάξη για να καταλάβουν την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Η εκλογίκευση της ανισότητας παραμένει ακέραια, το μόνο που αλλάζει είναι η ένταση και η ποσότητα [1]. Υπερασπίζονται με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντά τους και μανιπουλάρουν την πολιτική έτσι ώστε να οριοθετεί μια οικονομία που θα συνεχίσει να αναπαράγει την ίδια κατάσταση. Ας δούμε ποιοι «δεν έχουν αυταπάτες» και στέκουν στο πλευρό τους αταλάντευτα. Επίσης, έχει σημασία να δούμε ποιοι είναι γεμάτοι αυταπάτες και στέκουν στο πλευρό τους τάχα «ταλαντευόμενοι». Στο τέλος αυτού του κειμένου θα δούμε και κάποιους τρόπους του να κάνεις πολιτική και αντίσταση απέναντί τους.
ΠΑΣΟΚ: Προοίμιο της κατάρρευσης ενός πολιτικού συστήματος δυτικού τύπου αποτελεί η ένδειξη αδυναμίας τοποθέτησης ενός πολιτικού σχηματισμού στο αξεπέραστο -μέχρι σήμερα- φάσμα της μεταδιαφωτιστικής τοποθέτησης με όρους δεξιάς-αριστεράς. Ποιος από τους ορκισμένους ψηφοφόρους [ευνοημένους, βολεμένους, μισοβολεμένους, ή απλά ηλίθιους] του ΠΑΣΟΚ, ειδικότερα αυτούς τους «προοδευτικούς» που ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ όχι γιατί ήταν λαμόγια αλλά με το απαράμιλλο επιχείρημα στα χείλη «για να μη βγει η δεξιά» μπορούν να μας πουν τι βγήκε τελικά μετά την νίκη του κόμματος που υποστήριξαν στις εκλογές;
Οι αφελείς που τώρα αρχίζουν να καταλαβαίνουν, θα κατανοήσουν στρεβλά το προφανές. Θα απαντήσουν ότι βγήκε δεξιά. Μα η δεξιά με όρους ιδεολογικής επικυριαρχίας βγαίνει εδώ και πάνω από 50 χρόνια. Όταν στο βασικό κυρίαρχο επί των πάντων ερώτημα, εάν θα ζήσουμε -ή θα προσπαθήσουμε τουλάχιστον να ζήσουμε- όλοι ως ίσοι άσχετα από μια «αξιοσύνη» που ζέχνει κοινωνικό δαρβινισμό, οι «σοσιαλιστές» απάντησαν με αξιολόγηση και οι σοσιαλιστές με τον υπαρκτό «σοσιαλισμό» που σήμαινε αξιολόγηση μετά ξύλου δηλαδή σε κάθε έκφανση της ζωής. Σοφιστείες θα πει κάποιος. Ωραία λοιπόν. ας κόψουμε τις μάλλον δυσνόητες εξυπνάδες και ας επανέλθουμε στο πολιτικό σκηνικό με όρους πιο ξεμακιγιαρισμένης ανάλυσης. Άλλωστε αυτή πονάει πιο πολύ. Θα συμφωνήσουν οι πιο παρατηρητικοί ότι το να ψηφίσεις ΠΑΣΟΚ γιατί «λεφτά υπάρχουν» και θα γίνουν «μικρές αλλά σημαντικές για την περίοδο αυξήσεις» (!) και αντ’ αυτού να κυβερνά ένας τραπεζίτης [από αυτούς που η σιχασιά του λαού εναντίον τους δεν χωρά σε γκάλοπ εκτός αν αποδεχτούμε την αλήθεια ότι για πρώτη φορά νούμερα που εμφανίζονται μόνο σε χουντικά δημοψηφίσματα αντικατοπτρίζουν απλά κι αβίαστα την αλήθεια], μαζί με το πιο σκληροπυρηνικό κομμάτι ΠΑΣΟΚΩΝ, τη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (ναι αυτή που ψηφίσαμε ΠΑΣΟΚ για να μη βγει) μαζί με το νεοφασιστικό ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη -είναι αλήθεια έκανε φιλική συμμετοχή- είναι πολύ μακριά από ό,τι περίμενε και ο πλέον «κοψοχέρης» ψηφοφόρος. Όλα αυτά ενώ πλέον έχει χαθεί ακόμα και αυτή η δεδηλωμένη από το κόμμα το οποίο σε εκείνες τις εκλογές που μοιάζει να είχαν γίνει όχι 3 αλλά 13 χρόνια πριν, κάνουν τους πιο υπομονετικούς να μιλούν για συνταγματική εκτροπή και τους πιο παρατηρητικούς για ξεκάθαρη κοινοβουλευτική χούντα [2].
Οπότε έχουμε μια δεξιά, μια πιο δεξιά και μια πολύ πιο δεξιά παράταξη [μιας και έχει καταρρεύσει το σύστημα πολιτικής εκπροσώπησης με όρους προθέσεων ο καθένας μπορεί να τοποθετήσει την καθεμιά παράταξη σε όποιο σημείο του φάσματος από δεξιά έως πιο δεξιά, σύμφωνα με τα εντελώς προσωπικά του κριτήρια] έναν -δεξιό- τραπεζίτη να εμφανίζεται ως αρχηγός όλων και μια χουντική εκτροπή την οποία οι από πάνω δεν έχουν κανένα συμφέρον να την ανακοινώσουν και οι από κάτω μια τεράστια φοβία να την παραδεχτούν, αφού έχουν διδαχθεί από παιδάκια ότι στη «δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα». Που εν μέρει βέβαια είναι μια πελώρια αλήθεια. Δυστυχώς, το μάθημα που θα απαντούσε «για ποιον» δεν παραδόθηκε ποτέ.
Παρ’ ότι όλο αυτό το σκηνικό εμπεριέχει επανειλημμένως τον μάλλον ρηχό όρο ώστε να περιγραφεί η κατάσταση «δεξιά» το τελικό αποτέλεσμα ξεπερνάει κατά πολύ τον μπαμπούλα της δεξιάς που δεν τρομάζει πια κανένα παιδάκι. Θεωρητικά μιλήσαμε πιο πάνω τί σημαίνει όλη αυτή η ανακατάταξη. Σε όρους πραγματικότητας σηματοδοτεί τη -προσωρινή ευελπιστούμε αλλά καίρια- νίκη των δυνάμεων του κεφαλαίου επί των δυνάμεων της εργασίας, απότοκο της οποίας είναι η «δυνατότητα» μη ζωής για μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Είπαμε πιο πάνω γιατί η «τρόικα» κάνει Real Politik. Τα συμφέροντά της υπερκαλύπτονται από την ανεμπόδιστη εφαρμογή του σχεδίου που ως βασικούς πυλώνες έχει το τσάκισμα των δυνάμεων της εργασίας [και για να μην κατηγορηθούμε για αοριστολογίες, αυτό σημαίνει το τσάκισμα των ανθρώπων που ζουν κυρίως από την εργασία τους ή χρειάζεται να εργαστούν για να ζήσουν και των οικογενειών τους], την εξολόθρευση κάποιων τοξικών κεφαλαίων, την καταστροφή κάποιων παραγωγικών δομών και την αντικατάστασή τους από άλλες πιο ανταγωνιστικές και ακόμα πιο κερδοφόρες. Πιο ανταγωνιστικές απέναντι στη δύναμη της εργασίας και πιο κερδοφόρες μετά τη συντριβή τόσο του μισθολογικού όσο και του μη μισθολογικού κόστους.
Μέχρι εδώ όλα καλά (που λέει ο λόγος). Στην πολιτική αρένα όμως τι συμβαίνει; Οι τελευταίες διαγραφές, οι αρνήσεις κομματιού του αστικού μπλοκ μπορεί να θόλωσαν τα νερά κυρίως για όσους ήθελαν να θολώσουν λίγο, ώστε να αναδειχθεί μια δήθεν ελπίδα ότι θα δοθεί λύση εντός συστήματος ή αλλιώς ότι «θα πιάσουν ψάρι χωρίς να βρέξουν κώλο».
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα είναι προδότες οι πολιτικοί ή κάτι άλλο φταίει; Αναγκαία συνθήκη για να υπάρξει η έννοια της προδοσίας είναι η ύπαρξη μιας ενοποιημένης κοινότητας συμφερόντων σε πραγματικό ή φαντασιακό επίπεδο, την οποία κάποιος ή κάποιοι από τα μέλη της, την διαρρηγνύουν για να περάσουν σε μια θέση η οποία de facto θεωρείται εχθρική και αταίριαστη. Κι εδώ έρχεται το ερώτημα ποια κοινότητα συμφερόντων μοιραζόταν τάχα ο εργαζόμενος της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης, ο άνεργος των δυτικών προαστίων, ο φοιτητής που πρέπει να δουλεύει χωρίς ένσημα και να πληρώνει για τις «δωρεάν» σπουδές του, ο μετανάστης που χτίζει το σπίτι στα βόρεια προάστια, ο μαθητής που εκτελείται στα Εξάρχεια, ο αγρότης στο μπλόκο του Προμαχώνα, ο κλέφτης τραπεζών, ακόμα και ο δαιμονοποιημένος δημόσιος υπάλληλος των 1000 Ευρώ καθαρά μετά από 20 χρόνια εργασίας με το πολιτικό προσωπικό; Εδώ θα πρέπει να επιλέξουμε. Τρία σενάρια υπάρχουν.
Το πρώτο θέλει το έθνος να οριοθετεί αυτή τη μυστικιστική κοινότητα. Είμαστε όλοι Έλληνες οπότε έχουμε κοινά συμφέροντα, οπότε μας πρόδωσαν και πήγαν με τους ξένους. Το σενάριο αυτό που καταναλώνεται κυρίως από τις πιο καθυστερημένες πολιτικά λαϊκές τάξεις ακροδεξιών ιδεολογικά πεποιθήσεων δεν εξηγεί γιατί τότε θα πρέπει να αγανακτούμε για τις εκατοντάδες περιπτώσεις μιζών οι οποίες ήταν το αγαπημένο χόμπι των πολιτικών ελίτ τόσα χρόνια. Σε ελληνικά χέρια κατέληξαν τα χρήματα. Αντιθέτως, θα μπορούσαμε να πανηγυρίζουμε κιόλας καθώς οι παμπόνηροι συνέλληνες πολιτικοί είναι οι μοναδικοί που κατάφεραν να τα αρπάξουν από τους άθλιους καταστροφείς Γερμανούς. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχει ξεχάσει κάποιος ότι τεράστια ποσά από την γερμανικών συμφερόντων SIEMENS κατέληξαν σε τσέπες Ελλήνων πολιτικών.
Δεύτερο σενάριο. Υπάρχει κοινότητα συμφερόντων, μέσω της κοινωνικής διαφθοράς. Αυτό τα σενάριο καταναλώνεται ευρέως από πιο προωθημένα πολιτικά μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα που έχουν τη φωλιά τους χεσμένη, και κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια θεωρούν ότι τα λαμόγια που φίλησαν κατουρημένες ποδιές για να τους βολέψει κάποιος πολιτικός σε μια θέση αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Όχι απλά δεν καταλαβαίνουν σήμερα γιατί εκατομμύρια συμπολίτες τους που δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα εξαγριώνονται και εξεγείρονται όταν ακούν το πιο ογκώδες παράσιτο του πολιτικού προσωπικού να δηλώνει με την αλαζονεία που του δημιουργεί η μη αίσθηση κινδύνου ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε», αλλά συντάσσονται μαζί του. Ακόμα όμως και οι ίδιοι όταν καταλάβουν ότι οι «μεταρρυθμίσεις», δηλαδή η άγρια καπιταλιστική αναδιάρθρωση, μπορούν να εξαφανίσουν τη μέχρι χθες τάχα εξασφαλισμένη οργανική τους θέση, ακόμη και στο δημόσιο, πετώντας τους σταδιακά στο περιθώριο, και εφόσον παρατηρήσουν ότι η θέση του «συντρόφου» [«μαζί τα φάγαμε»] μένει αλώβητη και ο «σύντροφος» μπορεί να συνεχίζει να παρασιτεί χωρίς να δουλεύει θα πετάξει το σενάριο 2 στον κάλαθο των αχρήστων.
Υπάρχει και το τρίτο σενάριο που λέει ότι ποτέ όλοι οι προαναφερόμενοι της κοινωνικής βάσης δεν ανήκαν ποτέ σε οποιαδήποτε πραγματική κοινότητα συμφερόντων με τους εξουσιαστές. Η μόνη σχέση που είχε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής βάσης με το πολιτικό προσωπικό και ευρύτερα με το πολιτικό σύστημα ήταν οι αλυσίδες της υποτέλειας που το έδεναν σε μια επίφαση συναίνεσης με το υπάρχον. Οι χιλιάδες ακάλυπτες ανάγκες όμως της κοινωνικής πλειοψηφίας που γεννιούνται κάθε μέρα σπάνε σιγά-σιγά τις αλυσίδες. Αυτή η σχέση υποτέλειας που βασίζεται στην παρουσία-συναίνεση της βάσης για τη διάπραξη του εγκλήματος στο σώμα της, έχει μια ιδιαίτερη σημασία για την ανάγνωση των τελευταίων εξελίξεων. Το αστικό πολιτικό προσωπικό τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ιδιαιτέρως αναλώσιμο λόγω της κρισιμότητας των καταστάσεων. Όλοι οι εκπρόσωποί του αναλαμβάνουν ειδικές αποστολές οι οποίες εξυπηρετούν τις ανάγκες του καθεστώτος «έκτακτης ανάγκης» που βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Ο Παπανδρέου ας πούμε για να «κλείσει» το Μνημόνιο Ι, και το μεσοπρόθεσμο, ο Παπαδήμος για το PSI, ο Σαμαράς για το Μνημόνιο ΙΙ, ο Καρατζαφέρης για να φαίνονται πολλοί, ο Κουβέλης για να φαίνονται ανθρώπινοι (ανατριχιαστικό), η Ντόρα για να μη φαίνονται ανθρώπινοι, ο Στέλιος Ράμφος για να φαίνεται ότι φιλοσοφούνε μετά μαλακίας, η Χρυσή Αυγή εάν δεν θέλουν να φαίνονται καθόλου, οι ΚΚΕδες για να μην πάει τίποτα στραβά, ο Τσίπρας μήπως μία στο εκατομμύριο πάει κάτι στραβά και η λοιπή αριστερά που εάν πάει κάτι στραβά αυτή δεν θα είναι εκεί. Με κάτι Άρματα Πολιτών, οικολόγους και πράσινα άλογα δεν ασχολιόμαστε γιατί δεν ασχολιόμαστε με κάθε μαλακία αλλά με τις σημαντικότερες.
Αυτό λοιπόν το αναλώσιμο προσωπικό των κυβερνητικών κυρίως πολιτικών σχημάτων έχει χωριστεί προσωρινά με βάση όχι βέβαια το πόσο ευαίσθητος είναι ο καθένας απέναντι στα βάσανα του λαού ή κάτι παρόμοιο αλλά λόγω του ότι το σύστημα πρέπει να αναδιατάξει όλες τις εφεδρείες του στη σκακιέρα έτσι ώστε οι δυνάμεις του να εμφανίζονται σε όλα τα κέντρα δύναμης και εξουσίας. Έτσι λοιπόν η ηγεσία των καθ’ αυτό αστικών πολιτικών σχηματισμών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ έχει προσδεθεί γερά γύρω από το κέντρο εξουσίας που συγκροτεί η διεθνής καπιταλιστική ολοκλήρωση όπως αυτή παρουσιάζεται σήμερα.
Η ολοκληρωτική συμμετοχή των ελληνικών αστικών κομμάτων στα σχέδια του διεθνούς καπιταλιστικού σχηματισμού και η υποταγή του λόγω των κοινών ταξικών συμφερόντων δεν αμφισβητείται, δεδομένου ότι ο μόνος τρόπος απαγκίστρωσης θα ήταν η προσκόλληση σε άλλο κέντρο διεθνούς εξουσίας, η οποία θα επικυριαρχούσε στο προαναφερόμενο. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί τώρα. Η ηγεσία των πολιτικών αστικών σχηματισμών θα αποτελούν τους ιμάντες μεταφοράς της πολιτικής της δυτικής κεφαλαιοκρατικής ολοκλήρωσης. Στο πλευρό τους θα έχουν τους μοναδικούς που μοιράζονται μαζί τους μια αρκετά συμπαγή κοινότητα συμφερόντων, το μεγάλο εθνικό κεφάλαιο, όλων των τύπων.
Από την άλλη πλευρά, δεδομένου ότι παρά την συνταγματική εκτροπή το πολιτειακό καθεστώς δεν έχει μεταβληθεί [3] και κάποτε μέσα στον επόμενο χρόνο θα πρέπει να γίνουν εκλογές, ένα κομμάτι του αστικού μπλοκ [κυρίως το μεσαίο στελεχικό δυναμικό του, μέσης ηλικίας] δεν θα καεί αλλά θα κρατήσει τάχα αποστάσεις κατόπιν εορτής από την πολιτική της τρόικας για να επανέλθει στις εκλογικές περιφέρειες να μαζέψει ό,τι περισσότερο είναι δυνατόν. Ειδικότερα οι «ανεξάρτητοι» πλέον ΠΑΣΟΚοι έχουν αναλάβει την ειδική αποστολή προσεταιρισμού των πιο καθυστερημένων πολιτικά μερίδων της εργατο-αγροτικής και μικροαστικής τάξης -κυρίως της επαρχίας- [το πάλαι ποτέ λαϊκό ή παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ] και την επαναπρόσδεσή τους -στην καλύτερη περίπτωση- στο αναστημένο υπό τον Βενιζέλο ΠΑΣΟΚ, ειδάλλως θα πρέπει απλά να δημιουργήσουν σχηματισμούς-δορυφόρους του ΠΑΣΟΚ και του Κουβέλη ώστε να μην περάσουν ολόκληροι μηχανισμοί του ΠΑΣΟΚ στην αριστερά.
Μια επιπλέον αποστολή είναι να διατηρήσουν τον έλεγχο πάνω στις συνδικαλιστικές δυνάμεις τις ΠΑΣΚΕ. Η επιλογή της δήθεν αποστοίχισης από την πολιτική των τροϊκανών ενός σημαντικού κομματιού της προαναφερόμενης μερίδας του αστικού πολιτικού προσωπικού είναι απλά άλλος ένας γύρος ανάπτυξης του οργανωμένου σχεδίου της ίδιας ως άνω πολιτικής. Το πόσοι, το ποιοι, το σε ποια χρονική περίοδο δηλαδή αρκετά κοντά στις εκλογές ώστε να θυμάται ή μάλλον να θέλει να θυμάται κάποιος την «αντίσταση» και όχι την στοίχιση, αρκετά μετά όμως από τις κρίσιμες αποφάσεις έτσι ώστε να μη δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στο σχέδιο και στους εαυτούς τους, οι «ανεξάρτητοι» βουλευτές εκτός από βαθιά εξαρτημένοι είναι και οι μεγαλύτεροι καραγκιόζηδες που έχουν παρελάσει από το υπερλούξ στρατόπεδο συγκέντρωσης παρασίτων, το κοινοβούλιο.
Νέα Δημοκρατία: Στον έτερο κεντρικό πολιτικό πυλώνα στήριξης της ντόπιας και διεθνούς ελίτ τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Η περίοδος διακυβέρνησής της, εξέπεμψε σε διευρυμένα κοινωνικά στρώματα την αίσθηση μιας τραγωδίας στην οποία κεντρικό ρόλο είχε το χάος. Το γεγονός ότι ακόμα δεν είχε αποφασίσει το σύστημα προπαγάνδας να «βγάλει στη φόρα» τα «πραγματικά» νούμερα του «χρέους» λόγω της προεκλογικής διαδικασίας, ώστε να μπορεί να κάνει χρήση τους μετεκλογικά σε μια ακόμη εφαρμογή του «δόγματος του σοκ», έκανε τον υποψήφιο της δεξιάς να μοιάζει ως ο μοναδικός σκληρός ηγέτης που ζητά «μηδενικές αυξήσεις» σε σύγκριση με τον «γαλαντόμο» υποψήφιο των σοσιαλιστών.Την επομένη των εκλογών οι ελίτ μέσω των ΜΜΕ θα τραβήξουν σε μια «εντελώς θεατρική κίνηση» την κουρτίνα που κρύβει τη σαβούρα της δράσης των διεθνών χρηματοπιστωτικών απατεωνιών. Ο Παπανδρέου -άγνωστο αν αυτό έχει γίνει πριν ή μετά τις εκλογές- θα τρέξει να ευθυγραμμιστεί ως αρχηγός κράτους πλέον με τα συμφέροντα των ντόπιων και διεθνών ελίτ παρουσιάζοντας την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ ως μονόδρομο.Η δεδομένη υποστήριξη της κυβέρνησης στα σχέδια των διεθνών οργανισμών της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, θα θέσει ένα αξεπέραστο δεδομένο στην κούρσα διαδοχής που διεξάγεται παράλληλα στο κόμμα της δεξιάς.
Οι δύο υποψήφιοι που θα εμφανιστούν θα διαχωριστούν με βάση την υποτιθέμενη φαντασιακή αναφορά μιντιακού τύπου -και όχι φυσικά την ουσία- που διεκδικούν σε σχέση με διαφορετικά ακροατήρια και κοινωνικές δυνάμεις. Πιο συγκεκριμένα ο Α. Σαμαράς, ο εγγονός της Πηνελόπη Δέλτα, γνωστός Μακεδονομάχος [ΠΓΔΜ], Τουρκοφάγος [μειονότητα-υποψήφιοι] -όχι Αλβανοφάγος, καθώς ο πατριωτισμός του δεν ήταν τόσο ανιδιοτελής ώστε να μην ανοίξει τα σύνορα με την Αλβανία το 1991 όταν το ελληνικό κεφάλαιο χρειαζόταν φτηνά εργατικά χέρια για να χτίσουν τις βάσεις της επακόλουθης περιόδου εκσυγχρονισμού- κλπ, θα χτίσει ένα προφίλ που τον θέλει να απομακρύνεται από το πολιτικό κέντρο που την προηγούμενη περίοδο είχε αναδειχθεί σε ρυθμιστή των πολιτικών συσχετισμών, και το οποίο εξέφραζε στην πολιτική σκηνή τα ιδιαίτερα συμφέροντα που προέκυπταν από τη συμμαχία των μεγαλοαστών -που διεύρυναν τον κύκλο εργασιών τους με την οικονομική αποικιοποίηση των Βαλκανίων- με τη μεσαία τάξη που απολάμβανε την αλληλοεπιδρώσα κατανάλωση αποχαύνωσης που απέφερε η εκσυγχρονιστική περίοδος της «εθνικής οικονομικής ανάπτυξης».
Αγνοώντας πως αυτή αποτελούσε την τελευταία σπείρα με πρόσημο ευδαιμονίας και καπιταλιστικών υποσχέσεων πριν σπάσει το απόστημα του ανεξέλεγκτου δανεισμού -της υποθήκευσης δηλαδή του μέλλοντος με όρους ολοκληρωτικής βιοπολιτικής διαχείρισης τόσο της βάσης όσο και του εποικοδομήματος της κοινωνικής διάρθρωσης- φτύνοντας επιταγές καθετοποιημένων αναδιαρθρώσεων που οδηγούσαν στην προλεταριοποίηση τα πιο αδύναμα κομμάτια των μεσοαστών που συσπειρώνονταν στους κεντρικούς αστικούς πολιτικούς σχηματισμούς.
Ο Σαμαράς όρισε ως προνομιακό ακροατήριο τα μικροαστικά και λαϊκά στρώματα, επαναφέροντας την ρητορική της «λαϊκής-παραδοσιακής δεξιάς». Πέρα από το ιδιαίτερο προφίλ που ήθελε να καλλιεργήσει ο Σαμαράς το οποίο θα του παρείχε τις απαραίτητες αποστάσεις από την προηγούμενη διακυβέρνηση της ΝΔ –υπό «φιλελεύθερη» ηγεσία-, οι αντιστοιχήσεις της πολιτικής ΠΑΣΟΚ [από τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής του] δείχνουν να ευθυγραμμίζονται με τις βαθιές κοινωνικές ανακατατάξεις. Πιο συγκεκριμένα και να ήθελε ο Σαμαράς να «ποντάρει» στην κοινωνική βάση του κεντρώου χώρου, αυτή έχει αδειάσει από κόσμο καθώς με κάθε καινούργιο μέτρο και νομοσχέδιο που περνάει το ΠΑΣΟΚ νέες κατηγορίες μικροαστικών και μεσοαστικών κομματιών αποσπώνται ταξικά από την προηγούμενη τοποθέτησή τους.Η παραγωγή πολιτικής γραμμής από τον Σαμαρά, την επομένη της ανάδειξής του σε πρόεδρο της ΝΔ, θα ευθυγραμμιστεί με τις παραπάνω κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές. Η παραγωγή «αντίστασης», με τις δήθεν αντιμνημονιακές κατευθύνσεις ταυτίζονται με την ανάγκη αναφοράς που έχει κάθε μαζικό πολιτικό σχήμα που θέλει να κυβερνήσει στην βάση μιας κρίσιμης κοινωνικής μερίδας. Ταυτόχρονα η «αντίσταση της ελληνικής σημαίας» [η πιο ρηχή και ρευστοποιημένη απόδοση των πρώτων φασιστικών σκιρτημάτων] όπως αυτή θα εκφραστεί στις πλατείες της κενότητας θα μπορεί ακόμα να ανακαλύψει τον τρόπο που θα στοιχηθεί πίσω από την μεγάλη δεξιά παράταξη με την παραδοσιακή και εθνική ρητορεία. Η τελευταία στροφή ελέω κυβερνητικού ρεαλισμού που κάνει ο Σαμαράς υπερ του μνημονίου εξηγεί και τις γελοιότατες δηλώσεις κατά τις οποίες ως άλλος ζορό ξηλώνει μάσκες από κουκουλοφόρους-καθάρματα. Το γεγονός είναι ότι μετά το αναμενόμενο πέρασμά του στη γραμμή υπεράσπισης του Μνημονίου, η όποια σχέση κοινωνικής βάσης της λαϊκής δεξιάς με την ηγεσία της πρέπει να θεωρείται ανεπανόρθωτα κατεστραμμένη.
Ο μόνος δρόμος πια είναι να ποντάρει σε μια ρητορική που να βασίζεται σε μια φαντασιακή κοινότητα συμφερόντων τα οποία πλέον εδράζονται μόνο στο επίπεδο της επίπλαστης ελέω «ιδεολογίας» άποψη. Η παλαιά ναζιστική εκδοχή κατασκευής εσωτερικών εχθρών, ώστε να καλλιεργείται η εντύπωση ότι η βάση με την ηγεσία δίνουν έναν κοινό αγώνα από την ίδια πλευρά της όχθης απέναντι στον άλλο. Τη συγκεκριμένη θέση του "άλλου", σε αυτή την ιστορική περίοδο την καταλαμβάνει πολιτικά το αναρχικό κίνημα και κοινωνικά οι μετανάστες.Βγαίνει νομίζω αυθόρμητο το συμπέρασμα από όλα τα παραπάνω ότι η έτερη υποψήφια τότε για την προεδρεία της ΝΔ, Ντ. Μπακογιάννη, τασσόμενη ανοιχτά στο άκρο του πολιτικού τόξου που καλύπτει τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού θα έχανε, δεδομένων δυο σημαντικών παραγόντων. Η κοινωνική βάση που συγκροτούσε το πολιτικό κέντρο έχει εξασθενήσει, ενώ η τάξη που ηγείται του πολιτικο-κοινωνικού συνασπισμού του μεσαίου χώρου, δηλαδή οι μεγαλοαστοί έχουν τον ακλόνητο και αρκετά πιο φρέσκο [δεν έχει κυβερνήσει, αντίθετα με την Μπακογιάννη που έχει εκτεθεί το προηγούμενο διάστημα στην κυβέρνηση Καραμανλή, ενώ βασικό ρόλο παίζει και το ποια παράταξη θα κερδίσει] εντολοδόχο τους και μάλιστα στην παράταξη η οποία είναι κάτι παραπάνω από φανερό ότι θα κερδίσει στις επερχόμενες εκλογές και μάλιστα με μεγάλη διαφορά, είναι ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου. Είναι προφανές από την παραπάνω προσέγγιση ότι το σχέδιο Μπακογιάννη -το οποίο μπορεί να μοιάζει το πιο ταιριαστό σε σχέση με το σχέδιο που θα αναπτύξει η Τρόικα και οι λοιποί καλοθελητές- μένει χωρίς αντίκρισμα, άρα και χωρίς ακολουθητές.
Δεν μπόρεσε να καταρτίσει -και λόγω συγκυριών- μια Real Politik η οποία επειδή θα είναι αναγκαία στο κεφάλαιο θα διασφαλίσει την πολιτική παρουσία της Μπακογιάννη. Το πόσο άχρηστο τη δεδομένη περίοδο υπό τους συγκεκριμένους όρους ήταν το σχέδιο Μπακογιάννη αποδεικνύεται χωρίς εξαίρεση σε κάθε δημοσκόπηση σύμφωνα με τις οποίες ο πολιτικός σχηματισμός της είναι από τους λίγους πια που δεν μπορούν να πιάσουν ούτε το 3% για να μπουν στη Βουλή.Ας επανέλθουμε όμως στις συγκαιρινές πολιτικές αναδιατάξεις. Η δήθεν αντιμνημονιακή -και εκ του ασφαλούς- στάση Σαμαρά το προηγούμενο διάστημα επέτρεψε στη ΝΔ να αποτελέσει το μόνο πυλώνα των παραδοσιακών αστικών πολιτικών σχηματισμών που διασώθηκε μόνο με κάποια σοβαρά αλλά όχι ανεπανόρθωτα -εκ πρώτης όψεως- τραύματα. Η βάση της λαϊκής δεξιάς όσο κυριαρχεί η αντιπολιτευόμενη αντιμνημονιακή στάση δεν έχει τεράστια προβλήματα με την ηγεσία, ώστε να αποστοιχίζονται μαζικά και να αποσυσπειρώνονται δημοσκοπικά.Αυτή η δυναμική όμως που υπό όρους θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάληψη της διακυβέρνησης από την ΝΔ, βασίζεται σε αντίστροφα πολιτικά πρόσημα και κοινωνικές ανάγκες που ορίζει η βάση η οποία στηρίζει το κόμμα. Είναι σα να πραγματοποιήθηκε μια προεκλογική καμπάνια χωρίς εκλογές -ευτυχώς- ακριβώς αντίστροφη αλλά πανομοιότυπη κατά τα άλλα με την τελευταία του 2009.
Το κυβερνών ΠΑΣΟΚ επιτίθεται χωρίς ίχνος ντροπής στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα συνεχίζοντας το έργο Καραμανλή και η αντιπολιτευόμενη ΝΔ με την δήθεν αντιμνημονιακή στάση είναι σαν να δηλώνει με έναν κάπως πιο περίπλοκο τρόπο, σε μια νέα δηλαδή παραλλαγή, το αλησμόνητο «λεφτά υπάρχουν». Η παραλλαγή στις νέες συνθήκες είναι το εύθυμο «υπάρχει άλλος δρόμος για την εθνική ανάπτυξη».Θα πει κάποιος ότι εδώ δεν ανακαλύψαμε κάποια Αμερική, απλά επανακαταθέτουμε με αφορμή τις τωρινές εξελίξεις την ίδια ακριβώς διαδικασία που ακολουθεί εδώ και 30 χρόνια το δικομματικό σύστημα.Κι όμως. Στις τωρινές συνθήκες βρίσκεται κάτι πραγματικά νέο. Είναι η ίδια η κρίση. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν νέο οριακό αλλά δυναμικό πολιτικό επανακαθορισμό των δυνάμεων του κεφαλαίου όπως τα προηγούμενα χρόνια. Σήμερα ελέω της διεθνούς κατάστασης και των κρίσιμων αποφάσεων που πρέπει να πάρουν οι ελίτ [για τη διασφάλιση της συνέχισης της βιωσιμότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος που δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την επιχειρούμενη δομική πλέον αύξηση της κερδοφορίας μέσω της εκμετάλλευσης] οι αλλαγές που πραγματοποιούνται στο κοινωνικό σώμα με τη μετατόπιση χιλιάδων ανθρώπων σε δυσμενέστερη ταξική θέση και η άνευ προηγουμένου υποχώρηση των δυνάμεων της εργασίας δεν μπορούν να ολοκληρώσουν την πολιτική τους έκφραση στο πέρασμα κάποιων χιλιάδων του «μεσαίου χώρου» από την μια αστική παράταξη στην άλλη. Το κοινωνικό σώμα που μπορούσε να διατηρήσει τις πολιτικές αλλαγές σε διαχειρίσιμα αστικά πλαίσια βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση.Εφόσον λοιπόν οι κοινωνικές ανάγκες εξεγείρονται, οι αστικοί πολιτικοί σχηματισμοί πρέπει να απευθυνθούν στην πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων με όρους ιδεολογημάτων. Οι εκλογές είναι πλέον ορατές χρονικά, οπότε η αναμενόμενη στροφή της ΝΔ ήταν ώρα να αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια του πλήθους κι αποκαλύφθηκε. Ο μαλάκας με το ελληνικό σημαιάκι, ο ίδιος που πριν 8 χρόνια έτρεχε στο EURO, και στους Ολυμπιακούς, ήταν ο μαλάκας με την περικεφαλαία που απεδείχθη αυτός που υποψιαζόμασταν εξ αρχής… ένας μαλάκας.
Τώρα έχοντας χάσει πολύτιμο χρόνο κι έχοντας στις πλάτες της όχι ένα αλλά δυο Μνημόνια, με όλα όσα αυτά επιφέρουν στην πραγματική ζωή, η εργατική τάξη η οποία αποτελείται πια από κάθε καρυδιάς καρύδι, θα δείξει σημάδια μαζικής αποστοίχισης από τους παραδοσιακούς αστικούς πολιτικούς σχηματισμούς και σύμφωνα με τα ιδιαίτερα πιστεύω και συμφέροντα των εκατομμυρίων που την συγκροτούν θα προσπαθήσει να εκφραστεί πολιτικά.Κλείνοντας με τη ΝΔ πρέπει να τονίσουμε τον ειδικό ρόλο που έχουν αναλάβει οι δικοί της «ανεξάρτητοι». Μετά την στροφή της ΝΔ υπέρ της Μνημονιακής Σύμβασης, πρέπει να καλυφθεί το κενό που προκύπτει ανάμεσα στη βάση της λαϊκής δεξιάς που συνέχει το κόμμα και την ηγεσία. Οι πρώην ψηφοφόροι της ΝΔ απελπισμένοι ψάχνουν εναγωνίως αντιμνημονιακή πολιτική στέγη που η οροφή της να μην είναι βαμμένη σε αποχρώσεις του κόκκινου [παιδική αρρώστια των Ελλήνων ακροδεξιών, λόγω Μελιγαλά].Ο Καρατζαφέρης που αποτελούσε ως τώρα ασφαλές καταφύγιο για τους διαφωνούντες στην τελευταία κωλοτούμπα του προσγειώθηκε με το κεφάλι, ενώ η Μπακογιάννη μοιάζει πιο εχθρικός προορισμός κι από το ΚΚΕ μ-λ για τη βάση της λαϊκής δεξιάς. Δυο λύσεις υπάρχουν: Όσοι νιώσουν εν αρμονία με τη βαθύτερη φύση των ακροδεξιών καταβολών τους θα «περάσουν στα άκρα» όπως είναι το σύνθημα της Χρυσής Αυγής [άσχετα αν και η Χρυσή Αυγή συντάσσεται ανοιχτά με την κυριαρχία], ενώ όσους μπορούν περισσότερους πρέπει να ξανασυσπειρώσουν στη ΝΔ ή στους πολιτικούς δορυφόρους της που θα δημιουργήσουν οι ανεξάρτητοι βουλευτές της ΝΔ [4]. Οι τελευταίες εφεδρείες του αστικού συστήματος κάνουν την εμφάνισή τους σε όλο ανεξαρτήτως το πολιτικό φάσμα.
Δημοκρατική Αριστερά: Μιλώντας για συστημικές εφεδρείες δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε την πιο πολλά υποσχόμενη αυτή την περίοδο -να καλύψει τις ανάγκες του κεφαλαίου- τη νεαρά [που καθόλου νεαρά δεν είναι αλλά μάλλον μια παλιά γριά πουτάνα της πολιτικής] Δημοκρατική Αριστερά του γνωστού τυχοδιώκτη Κουβέλη.Η Δημοκρατική Αριστερά αρχικά τουλάχιστον εμφανίστηκε ως απότοκο της διαρκούς διαφωνίας στο εσωτερικό του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ κυρίως σε όσα αφορούσαν την πολιτική συμμαχιών όπως αυτή εκφραζόταν με την στήριξη του μετωπικού σχήματος του ΣΥΡΙΖΑ από τον ΣΥΝ. Η εποχή όμως που εκδηλώθηκε δημόσια η αντίδραση και τελικά η διάσπαση των «Ανανεωτικών» δεν είναι διόλου ουδέτερη ή αθώα, ώστε να αποτελεί ένα καπρίτσιο της μειοψηφίας του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ. Ήδη ο τότε πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου έχει «εντάξει» την Ελλάδα στο ΔΝΤ -Απρίλιος 2010-, δυο μήνες πριν την ίδρυση της ΔΗΜ.ΑΡ. Εύκολα κάποιος θα μπορούσε να προβλέψει τι θα ακολουθήσει και να θεωρήσει τη στιγμή κατάλληλη ώστε να ρίξει τη ζαριά της ίδρυσης ενός κόμματος το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το διάδοχο του ΠΑΣΟΚ.Ως εδώ κανένα πρόβλημα.
Η Εδέμ των Ανανεωτικών από το 1990 τουλάχιστον, ήταν να καταλάβουν κυβερνητικές θέσεις είτε μέσω της διεμβόλησης είτε μέσω της συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ. Η πολιτική λέσχη του Κουβέλη είδε το ρεύμα και είπε να το αρπάξει για να βγει στον αφρό. Και λέμε λέσχη γιατί φυσικά δεν πρόκειται για κοινωνικό σχηματισμό -έστω ιεραρχικό,- καθώς δεν έχει οργανώσεις βάσης.Ως άλλος «αριστερός Καρατζαφέρης», η ομάδα Κουβέλη πρώτα κατέγραψε ποσοστά στις δημοσκοπήσεις και μετά ενδιαφέρθηκε να στελεχωθεί πολιτικά. Κι αυτό έχει τεράστια σημασία. Αυτή τη στιγμή οι μόνοι που αντιπροσωπεύονται κοινωνικά από το σχήμα του Κουβέλη και μπορούν να ταυτιστούν μαζί του πολιτικά ώστε να αποτελέσουν την κοινωνική του βάση είναι κομμάτια των δημοσίων υπαλλήλων που χάνουν μισθούς και θέσεις, μεσοαστοί που νοιώθουν να απειλούνται με προλεταριοποίηση, ιδιοκτήτες ακινήτων που θίγονται από την φοροεπιδρομή, και γενικότερα ένα μεγάλο κομμάτι της μεσαίας αστικής τάξης η οποία στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο βρίσκεται ακριβώς στο όριο του περάσματος από την προηγούμενη ταξική της θέση στη νέα.
Μερικά μη τυχαία συμβάντα είναι οι γνωστές στους παροικούντες της Ιερουσαλήμ παρασκηνιακές διαβουλεύσεις ανάμεσα στους εργατοπατέρες της ΠΑΣΚΕ, να περάσουν αύτανδροι μαζί με τις δυνάμεις τους στο κόμμα του Κουβέλη. Οι εν λόγω δυνάμεις έχουν σαφή αναφορά στις μεγάλες ΔΕΚΟ, ο αριθμός των εργαζομένων στις οποίες δίνει μια σημασία στα πολιτικά πρόσημα που μπαίνουν μπροστά από τις παρατάξεις που συγκροτούν τις ηγεσίες των Συνδικάτων.Παράλληλα το πρώτο τμήμα του παλαιού ΠΑΣΟΚ που πέρασε οργανικά στους κόλπους της ΔΗΜ.ΑΡ. δεν είναι άλλο από την εκσυγχρονιστική πτέρυγα των Σημιτικών. Η φιγούρα του σαλτιμπάγκου της πολιτικής Μπίστη φιγουράρει ήδη στις μεταγραφές. Οι ίδιες δημοσκοπήσεις άλλωστε που φέρνουν τον Κουβέλη δεύτερο κόμμα είναι που λένε ότι απορροφά τους περισσότερους από τους πρώην ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Η σημαντικότητα αυτής της μέτρησης δεν είναι ασφαλώς στο αναμενόμενο αποτέλεσμα αλλά στη διερεύνηση της τωρινής κοινωνικής θέσης της μερίδας αυτής των ψηφοφόρων που καταλήγουν στη ΔΗΜ.ΑΡ. Η εκτίμησή μας είναι ανεμομαζώματα-διαολοσκορπίσματα. Και η εξήγηση είναι απλή.
Ο άκρατος οπορτουνισμός μπορεί πρόσκαιρα να εντοπίζει το ρεύμα ωθούμενος από την άκρατη δίψα του για εξουσία. Αποτυγχάνει διαρκώς όμως να κατανοήσει τις βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες, οι οποίες στο τέλος θα τον ξαποστείλουν από το προσκήνιο. Τα παραπάνω στρώματα που σήμερα έχουν -ή θεωρούν ότι έχουν συμφέρον- να στηρίζουν το μόρφωμα του Κουβέλη αύριο, στην επόμενη στροφή δηλαδή της ταξικής πάλης που θα διαμορφωθεί από τον συσχετισμό ανάμεσα στην επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου και την αντεπίθεση των κατώτερων στρωμάτων, θα έχουν άλλα συμφέροντα.
Πιο συγκεκριμένα, με βάση τα σημερινά γεγονότα δυο πιθανότητες εμφανίζονται.
Το τσάκισμα του κόσμου της εργασίας από το κράτος και το κεφάλαιο θα οξυνθεί περαιτέρω, δεδομένου ότι η επίθεση των κυρίαρχων ξεδιπλώνεται ακόμη πιο ασυγκράτητη μετά τις τελευταίες νίκες που έχει καταφέρει στην κοινωνική βάση. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης θα είναι ακόμα μεγαλύτερα στρώματα της μεσαίας τάξης να προλεταριοποιούνται και μάλιστα με όρους άτακτης περιθωριοποίησης τους με πιο δημοφιλή προορισμό την ανεργία ή την συντριβή των μισθολογικών απολαβών. [Εννοείτε πως αυτή η «προοπτική» απλά έρχεται πιο γρήγορα σε περίπτωση χρεοκοπίας].
Όταν αυτή η διαδρομή ταξικής αναπροσαρμογής έχει ολοκληρωθεί πια τότε το πολιτικό πρόσημο που θα εκπροσωπεί ο «αριστερός» νεοφιλελευθερισμός του Κουβέλη δεν θα μπορεί να καλύψει αυτό το κοινωνικό κομμάτι, το οποίο θα κινηθεί με τον τρόπο που ήδη κινείται το κοινωνικό κομμάτι που έχει φτάσει ήδη στο όριο της εξαθλίωσης. Θα αναζητήσει πιο δυναμικούς και επίκαιρους τρόπους παρέμβασης στην πολιτική ζωή. Η προοπτική του να υπερψηφίσει τους «ΠΑΣΟΚους με πολιτικά» του Κουβέλη, για να φέρει τους ένστολους ΠΑΣΟΚους ξανά στην εξουσία θα μοιάζει τότε πια -όπως θα έπρεπε να μοιάζει ήδη από τώρα- μια πράξη ανιδιοτελούς αυτοεξευτελισμού της εργατικής τάξης.
Στην έτερη περίπτωση που ο διεθνής καπιταλισμός μπορέσει να ολοκληρώσει την περίοδο κρίσης με ότι αυτή συνεπάγεται και επαναφέρει πλέον την κατάσταση σε όρους «εθνικής ανάπτυξης», τότε το ντόπιο κεφάλαιο θα εμπιστευτεί και πάλι σε κάποιον νέο εμπιστευτικό του την επανασυσπείρωση των μεσαίων στρωμάτων σε έναν παραδοσιακό αστικό σχηματισμό. Το αν θα καταφέρει η ΔΗΜ.ΑΡ. στο μεσοδιάστημα να γίνει το χαϊδεμένο παιδί της πλουτοκρατίας ώστε να καταλάβει τη θέση του ΠΑΣΟΚ και να ανανεώσει μερικώς το πολιτικό προσωπικό των υπηρετών του αστικού συστήματος, χωρίς φυσικά να αλλάξει λέξη από το πολιτικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ αυτό θα είναι μάλλον χωρίς ουσία για τους πεινασμένους αυτού του τόπου.Με λίγα λόγια, ή η ΔΗΜ.ΑΡ. θα είναι σε όλες τις περιπτώσεις άχρηστη για τους καταπιεσμένους, τα λαϊκά στρώματα τους εργαζόμενους και τους άνεργους πάντα χρήσιμη στο κεφάλαιο και ίσως υπό όρους να αποτελέσει κόμμα εξουσίας μόνο εάν μπορέσει να ξεπεράσει την αλητεία του ΠΑΣΟΚ με πράξεις. Και αυτή θα είναι η μόνη εκδοχή RealPolitik που μπορεί να παράξει.