"RealPolitik" (Μέρος 3)
Μια αναρχοκομμουνιστική πολιτική ανάλυση της σ`
"RealPolitik" - Μια αναρχοκομμουνιστική πολιτική ανάλυση της συγκυρίας
Μια ανάλυση πάνω στην πολιτική συγκυρία και μια πρόταση για ένα Πλαίσιο Διαλόγου πάνω στην Οργάνωση των δυνάμεων του Κοινωνικού Επαναστατικού Αναρχικού Κινήματος

ΑΝΤΑΡΣΥΑ: Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το Μάρτη του 2009 σήμανε δυο πράγματα, από ότι έχει δείξει η δράση της αλλά και το πλαίσιο του σχηματισμού. Από τη μία αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι μετά από πολλά χρόνια «ενοποιήθηκε» ο χώρος της «μικρής αριστεράς». Από μόνο του αυτό δεν λέει κάτι είτε θετικό είτε αρνητικό. Αντιθέτως τα πασίγνωστα και χιλιοειπωμένα επιχειρήματα υπέρ ή κατά των πολιτικών «συγκολλήσεων» καταδεικνύουν αυτό ακριβώς, ότι δηλαδή από μόνη της μια «συμμαχία» δεν έχει να πει κάτι. Είναι το περιεχόμενο που θα καθορίσει εάν και που έχει εδραστεί τελικά η πολιτική συμμαχία. Και κυρίως τι κοινωνικές δυνάμεις αντιπροσωπεύει, ή -έστω- θέλει να αντιπροσωπεύσει.
Από τη μία λοιπόν οι υπέρμαχοι των συγκολλήσεων επιχειρηματολόγησαν λέγοντας για τη νέα δυναμική που διαμορφωνόταν για την ανάταση που δίνει στον κόσμο η αίσθηση ενότητας και φυσικά η άνοδος στα εκλογικά ποσοστά. Ως γνωστόν ειδικά αυτή η κατηγορία ανθρώπων που έχει μεγαλώσει πολιτικά με αυτή την αντίληψη πιστεύει μεταφυσικά ότι στην πολιτική 1+1=2. Άλλο αν αυτό αποτελεί ξεκάθαρη αίτηση διαζυγίου με την μαρξική διαλεκτική. Από την άλλη οι αρνητές μίλησαν και είπαν ότι εφ’ όσων δεν έχει καθοριστεί το πολιτικό πλαίσιο ούτε καν σε κάποια βασικά σημεία τότε απλά θολώνουν οι γραμμές και ο σχηματισμός οδηγείται στο να μην λέει τίποτα τελικά, ή τίποτα που να έχει ουσία. Και οι δυο είχαν εν μέρει δίκιο. Νέα δυναμική υπήρξε -περιορισμένη είν’ η αλήθεια- όπως ακριβώς υπήρξε και ένα φοβερό χάος απόψεων αντιλήψεων κλπ. Αλλά φυσικά για μας δεν είναι και πάλι αυτό το βασικό θέμα. Το ζητούμενο είναι ποιες είναι αυτές οι «καθαρές γραμμές» εάν υπήρξαν ποτέ, ή από την άλλη τι πρεσβεύει αυτή η νέα δυναμική. Όλα τα άλλα είναι φληναφήματα. Έτσι κι αλλιώς πολιτικά δικαιώνονται οι αρνητές και οργανωτικά οι υπέρμαχοι, που είναι αναμενόμενο. Τι αντιπροσωπεύει όμως τελικά το σχήμα αυτό;
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε μπροστά της δυο δρόμους. Ή θα ενοποιούσε και θα αναδιαμόρφωνε την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά ή θα επανασυγκροτούσε σε νέες βάσεις την Άκρα Αριστερά. Με λίγα λόγια άμα τη εμφανίσει της έπρεπε να δηλώσει ποιον πολιτικό χώρο θα καταλάβει. Επειδή όμως τα περιθώρια επιλογών ήταν σχετικά στενά η επιλογή θα κατέστρεφε εντελώς την έτερη επιλογή. Είναι αλήθεια ότι με βάση την πολιτική και κοινωνική διαμόρφωση του χώρου της και των σχημάτων της, τα τελευταία χρόνια οι πιθανότητες να συγκροτηθεί ως φορέας της εξωκοινοβουλευτικής και όχι της Άκρας Αριστεράς ήταν συντριπτικά περισσότερες.
Το μόνο πολιτικό συμβάν που θα ήταν υπό όρους ικανό από μόνο του να στρέψει την πυξίδα προς όφελος της Άκρας Αριστεράς ήταν ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ του 2008, ήταν όμως τόσο επιδερμική η συμμετοχή του χώρου αυτού στην εξέγερση και η θεωρητική του συμβολή τόσο πενιχρή, ώστε εν τέλει αυτή η «εκτροπή» κατέστη ανέφικτη.
Φυσικά αυτά τα σημάδια είχαν δοθεί σε παρελθόντα χρόνο όταν ο χώρος αυτός δεν μπόρεσε σε καμία περίπτωση να συντάξει το δικό του μανιφέστο, όχι ως ιερό βιβλίο αλλά ως προϋπόθεση για τον σχηματισμό μιας αυτόνομης αυτοκαθορισμένης πολιτικής [9].
Έτσι λοιπόν τα 2 βασικά σχήματα που διαμορφώνουν αυτό το χώρο αποτέλεσαν εν τέλει ομοιώματα των δυο αντίστοιχων κοινοβουλευτικών αριστερών φορέων. Από τη μια το ΝΑΡ που προσομοιάζει στο ΚΚΕ και από την άλλη το ΣΕΚ που προσομοιάζει στο ΣΥΡΙΖΑ. Η ειρωνεία είναι πως το κοινό πολιτικό στοιχείο που έχουν οι 2 αυτοί σχηματισμοί του εξωκοινοβουλίου είναι το ίδιο που έχουν και οι «μεγάλοι» τους «συγγενείς», δηλαδή η σοσιαλδημοκρατία. Αλλά σε αυτό θα έρθουμε σε λίγο.
Πριν, ας ρίξουμε μια ματιά στους ακροβατισμούς που κάνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μιμούμενη το ΚΚΕ σε επίπεδο λόγου τουλάχιστον. Το τελευταίο διάστημα ειδικότερα στα πλαίσια πατόκορφου γλειψίματος στις μούμιες του Περισσού υπάρχει μια χυδαία άνευ προηγουμένου ανατροπή στο λόγο του εξωκοινοβουλίου αφού πλέον αποτελεί το νο.1 σύμμαχο της φαιδρής ομάδας της ηγεσίας του ΚΚΕ στη χαφιεδολογία, στην συνωμοσιολογία και στον χαρακτηρισμό ως προβοκάτσιας όποιας διαδικασίας δεν καταλαβαίνουν.
Αυτό φυσικά σημαίνει δυο πράγματα. Αφενός ότι αποδομείται η ικανότητα θεωρητικής ανάλυσης σύγχρονων φαινομένων όπως η μητροπολιτική βία, η κατάληψη δημόσιου λόγου και χώρου από λούμπεν στοιχεία λόγω της μαζικοποίησης τους εν μέσω κρίσης, [και άλλα που δεν είναι της παρούσης] και αφ’ ετέρου ότι αυτή η τακτική οδηγεί με ακρίβεια στην υιοθέτηση της στάσης που είχε το αστικό συμπλήρωμα του Περισσού, το ΚΚΕ στην εξέγερση του Δεκέμβρη.
Όμως το πλέον παράδοξο σε αυτή την στάση είναι η διερεύνηση του γιατί επιλέχθηκε. Εδώ μπορούμε να σχολιάσουμε δυο διαφορετικά ζητήματα. Το ένα έχει να κάνει με την προσήλωση στην γραμμή της παναριστεράς η οποία για να χτιστεί πρέπει να γλείφεται δουλικά και χωρίς αντιρρήσεις ο πιο μαζικός φορέας της, το ΚΚΕ. Τι κι αν εκείνο φτύνει αφ’ υψηλού και ξευτελίζει σε κάθε ευκαιρία το χώρο του εξωκοινοβουλίου, αυτοί λένε βρέχει και συνεχίζουν τις επιθέσεις φιλίας.
Ένας δεύτερος λόγος θα ήταν η τακτική του ετεροπροσδιορισμού με το σχήμα να παίρνει πιο δεξιές θέσεις με την ελπίδα ότι θα χωρέσει κι αυτό στον αστερισμό του κοινοβουλευτισμού, εάν δεν τρομάξει την μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων αλλά τους ηρεμήσει με την καταδίκη της βίας. Φυσικά και οι δυο επεξηγήσεις είναι αστείες.
Από τη μια το ΚΚΕ δεν έχει κανέναν λόγο να συνδεθεί με τα γκρουπούσκουλα του εξωκοινοβουλίου, αντιθέτως θέλει να τα τσακίσει για να μην έχει άλλο συνομιλητή το περιφρουρημένο ακροατήριο του, ενώ η τακτική του «μαζέματος» στο ζήτημα σύγκρουση, βία και λοιπά προκαλεί γέλιο καθώς δεν εδράζεται σε καμία πραγματική ανάλυση. Το ΚΚΕ όταν μιλά για προβοκάτσιες και άλλα αναλώσιμα ταυτόχρονα πετυχαίνει να λασπολογεί εναντίον του πιο μαχητικού κομματιού του ανταγωνιστικού κινήματος προτείνοντας το άλλο άκρο -δηλαδή τον εαυτό του- ως λύση ενώ ταυτόχρονα συσπειρώνει την συντηρητική του βάση και τους συντηρητικούς κατά βάση μικροαστούς ψηφοφόρους του οι οποίοι συνωστίζονται στη μάζα των 517.154 ατόμων που το ψήφισαν.
Από την άλλη η ΑΝΤΑΡΣΥΑ όταν μιλά για προβοκάτσιες και άλλα τεινά συμμετέχει στον εξευτελισμό των δυναμικών μέσων πάλης τα οποία θα αναγκαστεί σε κάποια φάση να χρησιμοποιήσει ενάντια στον πυρήνα της εκφασισμένης δημοκρατίας σε συνθήκες κρίσης, αν δεν θέλει να μετρά νεκρούς από τους μπάτσους και τους φασίστες, ή ακόμα χειρότερα από την ανεργία και την πείνα. Ταυτόχρονα είναι απορίας άξιο ποιους από τους 24.737 γνωστούς και φίλους που την ψήφισαν το 2009 θέλει να συσπειρώσει σε συντηρητική βάση η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εκτός εάν η βάση της ήταν εκ των προτέρων συντηρητική, το οποίο δεν ισχύει καθώς τα περισσότερη μέλη και στελέχη της έχουν βρεθεί σε διαδικασίες που οι νέοι φίλοι τους στον Περισσό με ευκολία θα χαρακτήριζαν ως προβοκατόρικες. Τέλος, όχι απλά δεν βοηθάει στο να διαμορφωθεί ένα πεδίο ιδεολογικής πόλωσης υπέρ του κοινωνικού κινήματος και των μέσων πάλης του αλλά υποβοηθά στη συγκρότηση υπερδεξιών αντιλήψεων πάνω στο ζήτημα της λαϊκής αντιβίας.
Ο δεύτερος χαρακτηριστικός λεκτικός μιμητισμός έχει να κάνει με τον δανεισμό και τη διασκευή του ΚΚΕδικου πολιτικού σχήματος που υπακούει στο μέτωπο της εργατικής τάξης με τους μικροαστούς μικρομαγαζάτορες, μικρούς και μεσαίους αγρότες κλπ.
Η αντίστοιχη πολιτική στρατηγική εμπερικλείεται στο εμπνευσμένο σύνθημα της εξωκοινοβουλευτικής σοσιαλδημοκρατίας το οποίο γκαρίζουν και στις γενικές απεργίες [αυτές που θέλουν τάχα να κάνουν χαρακώματα αδυσώπητου αγώνα] και πάει κάπως έτσι: «μας κλέβουν τους μισθούς, μας παίρνουν τη δουλειά, σε λίγο θα κλείσουν κι αυτά τα μαγαζιά». Θα μπορούσε να καταλάβει κάποιος ότι το εμποροβιοτεχνικό επιμελητήριο αλώθηκε από τους επαναστάτες κομμουνιστές (!) ή μάλλον καλύτερα ότι στα μπλοκ της εξωκοινοβουλευτικής σοσιαλδημοκρατίας συγκεντρώνονται όλοι οι οργισμένοι μαγαζάτορες της πόλης. Είναι έτσι; Μπα, με μια επιφανειακή ματιά βλέπεις τους ίδιους δημόσιους υπαλλήλους, κυρίως κάτι δασκάλους και κυρίως έναν διαταξικό χυλό φοιτητών έως 30 χρονών, οι περισσότεροι εκ των οποίων άνεργοι, ενώ οι λιγότεροι δουλεύουν σε «αυτά τα μαγαζιά» και αποτελούν το χειρότερα αμειβόμενο κομμάτι του σύγχρονου πρεκαριάτου, ακρογωνιαίου κομματιού του σύγχρονου προλεταριάτου στον τομέα των υπηρεσιών και του τουρισμού-επισιτισμού.
Ας δούμε πάλι γιατί γίνεται αυτή η επιλογή και τελικά τι αποτελέσματα έχει. Πιο πάνω αναλύσαμε γιατί το ΚΚΕ κρατά αυτή τη στάση, η οποία φυσικά είναι λειτουργική για τον αστικοποιημένο σχηματισμό της ορθόδοξης σοσιαλδημοκρατίας του ΚΚΕ, τι ωφελεί όμως στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ;
Αυτό το άνοιγμα στον μικροαστισμό μπορεί να φέρει νέους ψηφοφόρους στο σχήμα; Ας πούμε ότι απευθύνεται στους μικρομαγαζάτορες, πραγματικά πιστεύει κανείς ότι από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς που υπάρχουν ο μικρομαγαζάτορας, ο μικροαστός και τα συντεχνιακά στρώματα θα επιλέξουν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ για να εκπροσωπήσει τα συμφέροντά τους; Γιατί τι αποτελεσματική δράση θα παράξει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Ας πούμε ότι απευθύνεται στους εργαζομένους των μαγαζιών, οι οποίοι θα χάσουν τη δουλειά τους εάν κλείσει το μαγαζί.
Τι λένε λοιπόν; Ότι ως ακραιφνείς σοσιαλδημοκράτες ποντάρουν στην εθνική ανάπτυξη με την έλευση της οποίας θα αυξηθούν οι μισθοί, θα ανεβεί η κατανάλωση, θα μείνουν ανοιχτά τα μαγαζιά, και θα συνεχιστεί με «ανθρωπινότερους» όρους η εκμετάλλευση των εργαζομένων. Γιατί αν δεν θέλουμε να λέμε παπαριές άλλος δρόμος για να μην κλείσουν «αυτά τα μαγαζιά» [με τους σημερινούς όρους λειτουργίας] από το να ανοίξει με πρωτοβουλία του διεθνούς κεφαλαίου νέος κύκλος εθνικής ανάπτυξης στη χώρα, δεν υπάρχει. Στον αντίποδα βρίσκεται η πολιτική στρατηγική η οποία βάζει στο κέντρο της συζήτησης όχι το μαγαζί αλλά τον τρόπο παραγωγής και το αξεπέραστο ιδεολογικό ζήτημα της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Αλλά αυτά τρομάζουν τους χιλιάδες μαγαζάτορες οι οποίοι ως σύμμαχοι της εργατικής τάξης θα ορμήσουν στις κάλπες με τα ψηφοδέλτια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανά χείρας.
Τελικά πιο είναι το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής στάσης; Να καταδειχτεί απλά ότι τελικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι υπέρ της εθνικής ανάπτυξης [κι ας μη το ξέρει καλά-καλά] κι ότι η βασική πολιτική της πλατφόρμα εδράζεται στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Θλιβερό συμπέρασμα εάν σκεφτεί κανείς πόσο άχρηστη είναι αυτή η πολιτική σήμερα για την εργατική τάξη. Τέλος όσο αφορά το ζήτημα του χρέους εκεί είναι το μεγάλο δράμα που επιβεβαιώνει τις προβλέψεις όσων κρατούσαν μικρό καλάθι για να μαζέψουν τις προσδοκίες που γεννούν οι συγκολλήσεις. Κάποιοι λένε να μην αναγνωριστεί καθόλου το χρέος [10], άλλοι μέσω της ΕΛΕ και άλλων σχημάτων λένε να γίνει μια σωστή καταμέτρηση του χρέους, άλλοι μιλούν για τοξικό και μη τοξικό χρέος και το ΣΕΚ συνεχίζοντας το χαβά του στην τελευταία γενική απεργία στα πανό του ανέμιζε το σύνθημα: «Παγώστε το χρέος». Αυτοί δε μας είπαν για πόσο χρονικό διάστημα να λειτουργήσουμε την κατάψυξη, το άφησαν ανοιχτό. Καλούσαν δηλαδή τους εργαζόμενους να μετατρέψουν την γενική απεργία σε πολιτική απεργία διαρκείας για να ζητήσουν τι; Το πάγωμα του χρέους. Οι επαναστάτες κομμουνιστές το παραξήλωσαν αυτή τη φορά. Ξεχνούν όμως ότι γι’ αυτό δεν χρειάζεται γενική απεργία και επανάσταση μπορούν να στείλουν μια αντιπροσωπεία στο γραφείο του Βενιζέλου να τα συζητήσουν.
Αυτή η εξωκοινοβουλευτική σοσιαλδημοκρατία έχει ξεχάσει κάποια πολύ βασικά διδάγματα. Ξεχνά ότι οι καλύτερες στιγμές της, η συνεισφορά που έχει να επιδείξει στον κοινωνικό–ταξικό πόλεμο, συνέβησαν όταν υιοθέτησε τη γραμμή της άνευ όρων σύγκρουσης με κοινωνικά χαρακτηριστικά με όλα τα μέσα σε όλα τα επίπεδα. Τουλάχιστον εκεί μπορούσε να δώσει έναν ρόλο στον εαυτό της. Το εκπαιδευτικό κίνημα του 1990-1991, το μαθητικό κι αντιπολεμικό του 1998, το τεράστιο κύμα του 2006-2007 δεν χτίστηκαν στη βάση του δεξιού οπορτουνισμού με τις πιο καθυστερημένες πολιτικά συσπειρώσεις της αριστεράς το ΚΚΕ και τον Κουβέλη ή τον Κωνσταντόπουλο. Ήταν στα αριστερά του χώρου της που έβρισκε πάντα φίλους και όχι εχθρούς ο χώρος της μικρής αριστεράς, όσο κρατούσε γραμμή μάχης έστω και με τα δικά της χαρακτηριστικά. Φρόντισε να αποκόψει κι αυτούς τους δεσμούς. Ξεχνά ταυτόχρονα ότι βασικός τροφοδότης των ανταγωνιστικών κινημάτων είναι η συμμετοχή και η σύγκρουση.
Δεδομένου λοιπόν ότι δεν εκπροσωπεί καμία τάξη και τα συμφέροντά της με την αδιέξοδη πολιτική της, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ταυτόχρονα αλλοιώνει τα πολιτικά της χαρακτηριστικά τόσο που είναι απορίας άξιο πως δεν μπορούν να εντοπίσουν «τις πταίει» που παραμένουν καθηλωμένοι στο1% τώρα πια που και ο τελευταίος σαλτιμπάγκος διεκδικεί με αξιώσεις το κωλοκάθισμα στα βουλευτικά έδρανα. Και σε αυτό το ποσοστό θα παραμείνει γιατί η «αριστερά» ως ιδεολογική δεξαμενή ψηφοφόρων είναι ηττημένη στην κυρίαρχη αφήγηση του κόσμου οπότε δεν περισσεύουν πολλοί άνθρωποι ώστε να καταλήξουν και στην τελευταία γκρούπα της αριστεράς, αντίθετα με ότι συμβαίνει στο δεξί άκρο όπου ένα κούνημα του χαλιού κάτω από τα πόδια της ΝΔ ήταν ικανό να φέρει στο προσκήνιο τη δυσωδία του νεοναζισμού της Χρυσής Αυγής. Φυσικά το δεξί άκρο έχει και όλους τους θεσμικούς συμμάχους στο πλευρό του, κράτος, μπάτσους, ΜΜΕ κλπ. Η άλλη μεριά τι έχει;
Το μόνο που έχει είναι η πολιτική άποψη, η δυνατότητα να προσπαθείς να πεις την αλήθεια και η άμεση δράση. Αυτά θα μπορούσαν υπό όρους να εξισορροπήσουν την έλλειψη μαζικότητας, την έλλειψη κοινωνικών συμμαχιών και στηριγμάτων. Θα μπορούσε να καλλιεργηθεί πεισματικά και υπομονετικά μια πολιτική δράση και ένας δημόσιος λόγος ο οποίος θα τραβάει όσο πιο δυνατά και πειστικά γίνεται στα άκρα την ιδεολογική πόλωση όντας παράλληλα δημιουργικός και βρίσκοντας λύσεις που αφορούν στην πραγματικότητα του φτωχού ώστε να συσπειρώσει τουλάχιστον τα πιο αποφασισμένα για μάχη τμήματα των καταπιεσμένων. Με λίγα λόγια θα υπήρχε μια ελπίδα εάν η «αριστερά» ξαναγινόταν αριστερά, σαν αυτή για την οποία διαβάζουμε, πριν τον πόλεμο. Την αριστερά της Ρόζας, του Μιλάνου της Κόκκινης διετίας, των σοβιέτ του 1917, της αντιπολεμικής CGT πριν την πνίξουν τα τομάρια των σοσιαλδημοκρατών, του POUM της ηρωικής αντίστασης στην Ισπανία κλπ.
Αυτά είναι που θα μπορούσε ίσως να σκεφτεί και υπό όρους να πράξει μια Άκρα Αριστερά και που δεν μπορεί και δεν θέλει να σκεφτεί και να πράξει η εξωκοινοβουλευτική σοσιαλδημοκρατία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μόνος δρόμος που έχει απομείνει σε αυτή την αριστερά αφού το ΚΚΕ τους έχει δώσει να φάνε την πόρτα του σπιτιού του λαού είναι ο οργανωτικός και πολιτικός εναγκαλισμός με τον έτερο κοινοβουλευτικό σοσιαλδημοκρατικό φορέα της αριστεράς.
Έτσι μπορεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να γράφει με κόκκινο στυλό και να ανεμίζει κόκκινες σημαίες όμως αναγκάζεται πλέον να κάνει απλά ροζ πολιτική. Και είναι λογικό. Εφόσον είναι αδύνατον να παράξουν πολιτική κοινωνικού ανταγωνισμού στη βάση με εργαλεία την αυτοδιαχείριση στο δρόμο για την αυτοδιεύθυνση, αφού θεωρούν την άμεση δημοκρατία κόλπο καμουφλαρίσματος οργανώσεων, εφόσον θεωρούν την αυτοοργάνωση μόδα, ή ρεφορμισμό, τα συνειδητοποιημένα κινήματα βάσης «άγουρους αυθορμητισμούς», και τις διαταξικές πλατείες αποκάλυψη, ενώ παράλληλα αρέσκονται να μιλούν για την «μεγάλη εικόνα» αγνοώντας αυτιστικά ότι η «κεντρική πολιτική σκηνή» τους κλάνει στα μούτρα.
Οι πιο λογικοί καταλαβαίνουν ότι η φυσική τους θέση είναι με το ΣΥΡΙΖΑ, των γιατρών, των δικηγόρων, των δημοσιογράφων, των εκσυγχρονιστών καθηγητών πανεπιστημίου αλλά και των υπαλλήλων και των εργαζομένων και των μικροαστών των 315.627 ψήφων τέλος πάντων. Το μόνο που μπορούν να ελπίζουν είναι είτε να υπάρξει μια μαγική νεκρανάσταση της σοσιαλδημοκρατίας ή οι πιο τολμηροί ότι μια κυβέρνηση Τσίπρα θα λειτουργήσει ως Κερένσκυ και οι ίδιοι ως άλλοι Λένιν θα κάνουν την έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα. (!) Τι κι αν τα σοβιέτ τους είναι κάτι σκοροφαγωμένες συνελεύσεις των ίδιων εδώ και χρόνια 20-30 δημοσίων υπαλλήλων χωρίς σχέδιο και συμμαχίες και κάποιων φοιτητών που όνειρό τους είναι να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι. Όλα είναι πολιτική. Το παν είναι να κάνεις πολιτική. Για να κάνεις όμως πολιτική πρέπει να μπορείς να κάνεις και ρεαλιστική πολιτική ή να το πούμε κι αλλιώς και πάλι ισχύει ότι τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους, αλλιώς και πάλι το κοντέρ θα γράψει 1%. Παρόλα αυτά βέβαια θα είναι δυνατόν με ύφος 1000 πιθήκων η ηγεσία του εξωκοινοβουλίου να κομπορρημονεί ότι το 1% είναι το μεγαλύτερο ποσοστό όλων των εποχών για την επαναστατική, αντικαπιταλιστική, ανατρεπτική, ή ματαιόδοξη, μικροαστική, και σοσιαλδημοκρατική Αριστερά.
Ο άλλος δρόμος υπήρχε αλλά οι φωστήρες της ηγεσίας φρόντισαν να τον μπαζώσουν ως άλλο φρεάτιο του Κηφισού. Συμμετοχή των δυνάμεων της Άκρας Αριστεράς σε ένα μέτωπο με δυνάμεις στα αριστερά της, το οποίο θα διαμόρφωνε ένα ιδεολογικά ανταγωνιστικό του καπιταλισμού πλαίσιο και θα έπραττε με τους όρους της Άμεσης δράσης υπερασπιζόμενο δημόσια τις θέσεις του. Θα μπορούσαν να γίνουν αναλήψεις ευθύνης για όσες περιπτώσεις ο κόσμος γιαουρτώνει ή χτυπά τους πολιτικούς, να ενταθεί το φαινόμενο και να προωθηθεί το μήνυμα για λιντσάρισμα μέχρι να τους αναλάβουν τα λαϊκά δικαστήρια για να τους στείλουν στις κρεμάλες στο Σύνταγμα. Αυτό είναι απαραίτητο, όχι γιατί έχουν σημασία οι πολιτικοί τόσο ως φυσικά πρόσωπα, αλλά γιατί είναι πολύ σημαντική η παροχή πολιτικής κάλυψης στα φαινόμενα αυθόρμητης λαϊκής βίας, ώστε να μην φοβάται ο λαός. Ταυτόχρονα θα έπρεπε να ανακοινώσει δημόσια την πρόθεσή του να διαμορφώσει μια άλλη κοινωνία, βασισμένη σε μια άλλη παραγωγή με πυρήνα την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, τις κομμουνιστικές κοινότητες, την αυτοδιαχείριση ως οικονομικό σοσιαλισμό την αμεσοδημοκρατία ως πολιτικό σοσιαλισμό και την Αυτοδιεύθυνση ως το στόχο για μια χειραφετημένη κοινωνία.
Στην καθημερινή πάλη θα πρέπει να στηρίζει άνευ όρων τους εργατικούς αγώνες, τα σωματεία βάσης και όχι τις πολιτικές συγκολλήσεις σε συνδικαλιστικά πλαίσια. Θα έπρεπε να μπορεί να δει τη χρησιμότητα των καφενείων των ανέργων, των λαϊκών συσσιτίων από τους χώρους της, την διαδικασία ανάπτυξης των εμβρυακών μορφών δυαδικής εξουσίας μέσω των αυτοοργανωμένων συνεταιρισμών στην παιδεία, την υγεία, την ενημέρωση, την διασκέδαση, την διερεύνηση τον τρόπων αυτές οι δομές να καταφέρουν να αποσπάσουν και πολιτικές εξουσίες από το αστικό σύστημα. Σήμερα μπορεί και να είναι ήδη αργά.
Συνήθως κάπου εδώ ολοκληρώνονται -κατά 90%- οι αναλύσεις πάνω σε πολιτικούς χώρους και σχηματισμούς που κάνουν οι περισσότεροι αναλυτές. Για μας τώρα αρχίζει.
Οι παραπάνω 30 σελίδες ανάλυσης της πολιτικής συγκυρίας όπως αναφέραμε και στην αρχή του κειμένου δεν αποτελούν μια ουδέτερη καταγραφή των εξελίξεων. Η παραπάνω ανάλυση γράφτηκε φιλοδοξώντας να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο επεξεργασίας της πραγματικότητας από τη σκοπιά του κοινωνικού αναρχισμού, ο οποίος [κατά τη γνώμη μου] είναι η πολιτική δεξαμενή που συγκεντρώνει τα πιο χρήσιμα, δυναμικά και αποτελεσματικά χαρακτηριστικά, ώστε να επιχειρήσει με καλές πιθανότητες την υποστήριξή και χάραξη μιας νικηφόρας γραμμής του αγώνα της εργατικής τάξης και της κοινωνίας γενικότερα στην κατεύθυνση της ανατροπής της καπιταλιστικής επίθεσης, της αντιστροφής των κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών και τελικά της αναδόμησης μιας πραγματικότητας στη βάση της χειραφέτησης και της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης.
This page has not been translated into Polski yet.
This page can be viewed in
English Italiano Deutsch