user preferences

Διεθνή / Λαϊκοί Αγώνες / Γνώμη / Ανάλυση Thursday February 22, 2018 19:02 byΓιώργος Μεριζιώτης / Μάρτιν Μπούμπερ

Με αφορμή τα μικρά «πειράματα εργατικής και κοινωνικής αυτοδιαχείρισης» που συντελούνται τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα, αλλά και την λεγόμενη «κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία» που προωθεί η σημερινή αριστερή κυβέρνηση δημοσιεύουμε μια δικιά μας εποικοδομητική κριτική, και ένα κείμενο/ μελέτη του Μάρτιν Μπούμπερ για τα Πειράματα εργατικής και κοινωνικής αυτοδιαχείρισης τον 19ο αιώνα* για να διαπιστώσουμε το πως και γιατί αυτά τα πειράματα ή απέτυχαν και διαλύθηκαν, ή αφομοιώθηκαν από το καπιταλιστικό σύστημα.

Πειράματα εργατικής και κοινωνικής αυτοδιαχείρισης

(Από το αποτυχημένο παρελθόν στο επιτυχημένο μέλλον;)

Προλογικό

1. Από το αποτυχημένο παρελθόν στο επιτυχημένο μέλλον;
Με αφορμή τα μικρά «πειράματα εργατικής και κοινωνικής αυτοδιαχείρισης» που συντελούνται τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα, αλλά και την λεγόμενη «κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία» που προωθεί η σημερινή αριστερή κυβέρνηση δημοσιεύουμε μια δικιά μας εποικοδομητική κριτική, και ένα κείμενο/ μελέτη του Μάρτιν Μπούμπερ για τα Πειράματα εργατικής και κοινωνικής αυτοδιαχείρισης τον 19ο αιώνα* για να διαπιστώσουμε το πως και γιατί αυτά τα πειράματα ή απέτυχαν και διαλύθηκαν, ή αφομοιώθηκαν από το καπιταλιστικό σύστημα.

Στον ελλαδικό χώρο και στο σήμερα η κατάσταση θυμίζει λίγο την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 1981, όπου το κόμμα αυτό προωθούσε την λεγόμενη κοινωνικοποίηση των προβληματικών «πτωχευσάντων» ιδιωτικών επιχειρήσεων, πχ χαρτοβιομηχανία Σόφτεξ, ναυπηγία Σκαραμαγκά κλπ. Το ΠΑΣΟΚ προωθούσε την «τριμερή οικονομία» ή τον «τρίτο δρόμο προς τον σοσιαλισμό» όπως την ονόμαζε, δηλαδή την ιδιωτική, την κρατική και την κοινωνική οικονομία, γιατί ήταν αντίθετο στην εθνικοποίηση- κρατικοποίηση τομέων της οικονομίας, κάτι που προωθούσαν οι εγχώριοι μαρξιστές όλων των τάσεων.

Φυσικά η κοινωνικοποίηση και η ψευδεπίγραφη αυτοδιαχείριση από τους εργαζόμενους των κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων λήγω αργότερα πήγε περίπατο, άλλα το πως και το γιατί αυτή η προσπάθεια ναυάγησε δεν είναι στης προθέσεις αυτού του κείμενου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρειάζεται μια ανάλυση και μελέτη – σε βάθος – για εκείνη περίοδο.

Με αυτά που γράφουμε δεν θέλουμε να απαξιώσουμε τους αγώνες και τους πειραματισμούς που έγιναν στο παρελθόν ή σήμερα προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά – ως αναρχικοί και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον πάνω σε αυτά τα ζητήματα – με την κριτική μας θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή και τον αναγκαίο προβληματισμό για να αντληθούν χρήσιμα συμπεράσματα για τον αγώνα.

2. Αστικές επιδράσεις στο “ανατρεπτικό» – ανταγωνιστικό κίνημα

Ι. Στην εποχή μας της μινιμαλιστικής νεωτερικότητας τα πάντα φαντάζουν νέα, ο καπιταλισμός πλάθοντας μια ψευδεπίγραφη εικόνα του εαυτού του θέλει και φαντάζει πάντα νέος, αυτό στην εποχή μας το πετυχαίνει μέσα από την ανανέωση της τεχνολογίας/καινοτομίας σε αυτό το πεδίο συμβαίνουν τώρα πια επαναστάσεις… γράφω σχετικά στο «Προοίμιο για μια παγκόσμια ιστορία της ατιμίας“… Ο καπιταλισμός είναι σαν το μυθιστόρημα “Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ” του Όσκαρ Ουάιλντ. Ο καπιταλισμός αποστρέφεται το παρελθόν και φοβάται το μέλλον, θέλει να φαντάζει σαν νέο αιώνιο παιδί – έφηβος που δεν γερνάει και αιωνίως ανανεώνεται, εξ ου και στην καθημερινότητα του ξορκίζει συμπυκνώνει και διαστρεβλώνει τον χρόνο σε ένα διαρκές παρόν σε ένα τώρα, (συμβαίνει τώρα).

Τι συνέβη σαν ιστορική (πόσο μάλλον σαν ταξική) μνήμη και τι θα συμβεί ή θα μπορούσε προοπτικά να συμβεί είναι δευτερεύον για τον καπιταλισμό και στο βαθμό που χειραγωγεί τον κοινωνικό και ατομικό χρόνο μας χειραγωγεί όλους. Ο καπιταλισμός φοβάται τον θάνατο δηλαδή την παρακμή του και την ανατροπή. Ο καπιταλισμός θέλει να φαντάζει σαν νέο παιδί- έφηβος, οι αστοί θέλουν πάντα να κρύβουν το γεγονός ότι ο καπιταλισμός και το κράτος εκτός των άλλων έρχονται από πολύ παλιά, είναι μια αρχαία σκουριά…” (1)

Έτσι έχει παρασυρθεί ένα μεγάλο τμήμα του ανατρεπτικού- ανταγωνιστικού κινήματος –ή αυτού που θέλει να λέγεται έτσι– και έχουν γίνει πολλοί/ες ανιστόρητοι και αγνώμονες, έχουν τσιμπήσει το παραμύθι του νεοκαπιταλισμού περί νεωτερικότητας και όταν τους θέτεις θέμα ότι κάποια από αυτά τα ζητήματα που καταπιανόμαστε εμείς στο σήμερα δεν είναι νέα και έχουν απασχολήσει και τις προηγούμενες γενιές επαναστατών σου δίνουν την εξής απάντηση ( χαρακτηριστικός πρόσφατος διαδικτυακός διάλογος με ένα άτομο αυτής της νοοτροπίας) :
Λες : “…Δε νομίζω το αύριο να είναι κάτι που θα έπρεπε η ιστορία να μας βοηθήσει να το αντιμετωπίσουμε…”

Απαντώ: “… Προφανώς εσύ και πολλοί/ες άλλοι νέο (όχι μόνο ηλικιακά) αντιεξουσιαστές, αναρχικοί, ελευθεριακοί γράφετε στα παλιά των υποδημάτων σας αυτό:
«… Ένα κίνημα που αγνοεί ή αποστρέφεται την κοινωνική και ταξική ιστορία, αλλά και την ιστορικότητα του, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να βρίσκεται διαρκώς στο νησί των λωτοφάγων…» ( Γ. Μ. )

Ή ακόμη καλύτερα αυτό:

“Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη” (Μίλαν Κούντερα). Να το επεκτείνω και να πω επίσης ότι: η απώλεια της ταξικής μνήμης είναι – ήταν μια από τις πάγιες επιδιώξεις των επικυρίαρχων και λίγο πολύ τα κατάφεραν.
Τώρα αν η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ή αν κάνει κύκλους ή είναι γραμμική, αν υπάρχει μια διαρκή εξέλιξη στις ανθρώπινες κοινωνίες, άστο φίλε μου, υπάρχει μια μικρή εξέλιξη και μια ανέλιξη, μια οπισθοδρόμηση άλλα εσύ – εσείς που γράφετε στις σόλες των παλιών υποδημάτων σας την ιστορία που να το δείτε;

Λίγα για την χρησιμότητα της ιστορίας για να μην κατηγορηθώ για ιστορικισμό.

Η ιστορία μας χρειάζεται για να μην επαναλαμβάνουμε λάθη παραλήψεις και ανεπάρκειες του παρελθόντος στο σήμερα, χωρίς να θυσιάζουμε ούτε το παρελθόν στο παρόν , ούτε το παρόν στο παρελθόν. Να αντλούμε χρήσιμα συμπεράσματα από την παγκόσμια επαναστατική εμπειρία γιατί οι συμβιβασμοί και οι μισές επαναστάσεις του παρελθόντος έχουν καθορίσει και στοιχειώσει το σήμερα.
ΙΙ. Ερχόμενοι στο σήμερα λέμε:

{…} Kάτω από τις συνθήκες καπιταλιστικής βαρβαρότητας που ζούμε μόνο η δημιουργία κινήματος από τη βάση, δηλαδή από τον κοινωνικό, εργασιακό και δημοτικό χώρο, σε μια κατεύθυνση ρήξης και ανατροπής των θεσμών και των διαδικασιών της κεφαλαιοκρατικής τάξης πραγμάτων, μπορεί να θέσει συνολικά τα ζητήματα υπέρβασης αυτών των συνθηκών.

Μέσα από τις διαδικασίες των γενικών συνελεύσεων και της ανακλητής εκπροσώπησης για την από κοινού λειτουργία της κοινωνικής ζωής, δημιουργώντας και προτείνοντας στην κοινωνία διαδικασίες και όργανα που θα την κάνουν ανοιχτή σε συνθήκες επανατροφοδοτούμενης ελευθερίας, γκρεμίζοντας το συγκεντρωτισμό του κράτους και την αστικοποίηση των πόλεων. Ενάντια στην οικονομία για την οικονομία και την κατανάλωση για την κατανάλωση, μετατρέποντας την εργασία από μισθωτή δουλεία σε δημιουργική δράση και δημιουργώντας εκείνες τις συνθήκες που θα επιτρέπουν την κατανόηση και τη συνεργασία με τη φύση.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση, είναι αναγκαία η δημιουργία ελευθεριακών συλλογικοτήτων δράσης (συμβούλια γειτονιάς, επιτροπές κατοίκων, συνεργατικές δράσεις, αυτόνομα συνδικάτα, πολιτιστικά στέκια, εργασιακά συμβούλια, σύλλογοι νέων και φοιτητών, οικολογικές ομάδες και οργανώσεις, οικοκοινότητες κλπ), που μπορούν να μετατραπούν σε όργανα αποδόμησης του κρατικού και κομματικού ελέγχου και ρήξης με την υπάρχουσα κατάσταση.

Αυτά τα όργανα αποδόμησης, σε οριζόντια διασύνδεση, συνεργασία και συντονισμό, τόσο για τα ιδιαιτέρα, τα τοπικά, όσο και για τα γενικότερα προβλήματα και ενδιαφέροντα τους, πρέπει να εμπεριέχουν ξέχωρα από το μερικό και το ολικό ζήτημα ανατροπής, μέσα από τη σύνδεση της καθημερινότητας με τα υπαρκτά προβλήματα που δημιουργεί αυτή η κοινωνία της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της μόλυνσης, σε μια διαδικασία αναπόσπαστη από την υπόθεση της συνολικής ρήξης και ανατροπής της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας.
Τέλος, αυτές οι αντιθεσμίσεις-αυτοθεσμίσεις δημιουργούν το δικό τους πρότυπο ζωής, τη δική τους «εσωτερική» ζωή με τις δικές τους ανθρώπινες σχέσεις που είναι ενάντια στην αλλοτρίωση και ενάντια στην αποξένωση, όπου ο κάθε αγωνιστής, αλλά και ο καθένας καταπιεσμένος άνθρωπος, θα πρέπει να βρίσκει ζεστασιά, κατανόηση, αγάπη, θαλπωρή και αλληλεγγύη. Αυτές οι αυτοθεσμίσεις, αυτοί οι συλλογικοί οργανισμοί μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν την «αντι-κοινωνία» μας, το πρόπλασμα για την μετάβαση στην νέα κοινωνική ζωή. {…}

{…} Ακόμα και να θέλαμε, είναι αδύνατο να περιγράψουμε, να προδιαγράψουμε ή να προκαθορίσουμε στις λεπτομέρειες τους τη μορφή και το περιεχόμενο της κοινωνικής αναγέννησης που θα φέρει η κοινωνική αυτοδιεύθυνση σε όλα τα επίπεδα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αφήνουμε τη σκέψη και τη φαντασία να οραματιστεί και να σχεδιάσει.

Με τίποτα δε μπορεί να προκαθοριστεί-εγκλωβιστεί σε νεκρά εγκεφαλικά σχήματα και χιλιαστικές επινοήσεις, ο οργασμός και ο πλούτος της ζωής στην αταξική-ακρατική κοινωνία, σε μια κοινωνία που η ζωή αποκτά νόημα και περιεχόμενο, σε μια κοινωνία που ο άνθρωπος σαν πρόσωπο αποκτά σημασία και νόημα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το ζήτημα της υπέρβασης και μετάβασης σ’ αυτές τις νέες συνθήκες αποκλείει κάθε έννοια νομοτελειακής βεβαιότητας, δεδομένου πως η απελευθέρωση των καταπιεσμένων-εκμεταλλευομένων τις σημερινής εποχής, είναι έργο των ίδιων.

Άλλωστε, και ο σχεδιασμός υπό το πρόσχημα της επιστημονικότητας είναι μια φενάκη , «. Η επίκληση της επιστήμης αντί για την επίκληση του λαού επαναφέρει, σαν ηχώ, εκείνες τις παλιές σελίδες του Μπακούνιν σχετικά με τους κοιμισμένους, τα ευχαριστημένα τέκνα της μπουρζουαζίας, τους διπλωματούχους, που όπως έλεγε, «αφιερώνονται αποκλειστικά στη μελέτη των μεγάλων προβλημάτων της φιλοσοφίας, της κοινωνικής και πολιτικής επιστήμης- και επεξεργάζονται θεωρίες που -τελικά δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να δείχνουν την οριστική ανικανότητα των εργατικών και λαϊκών μαζών».

Δεν είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι οι καταπιεζόμενοι εκμεταλλευόμενοι της σημερινής εποχής , θα ακολουθήσουν τον έναν ή τον άλλο δρόμο. Εκείνο, όμως, που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι, ότι χωρίς πλατιές μαζικές ελευθεριακές, αντιιεραρχικές, αντισυγκεντρωτικές οργανώσεις, χωρίς λαϊκά αντιθεσμικά όργανα, χωρίς συνοχή θεωρίας και πράξης δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο αγώνας. Ή που θα είναι αγώνας απελευθερωτικός ή που δε θα είναι! Καθώς δεν μπορεί να υπάρξει ελευθεριακή-αντιιεραρχική κοινωνία χωρίς ελευθεριακούς-αντιεξουσιαστές και καθώς αυτοί δημιουργούνται μόνο από την ορθολογική συζήτηση και κατανόηση των αγώνων, εκείνοι που ήδη αντιπαρατίθενται στο κράτος και την ταξική κυριαρχία οφείλουν να υποστηρίξουν και να βοηθήσουν θετικά και πρακτικά αυτές τις διαδικασίες και τους αγώνες.

Ο αγώνας για μια κοινωνία προς το ανθρωπινότερο, δηλαδή, χωρίς κυριαρχία και εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο, θα είναι διαρκής και πολύμορφος. Δεν θα είναι αγώνας μόνο για την καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου, αλλά και αγώνας για την αλλαγή της συνείδησης και του τρόπου σκέψης μας. Αγώνας που δε θα αφορά μόνο την αλλαγή της «κοινωνικής βάσης» (οικονομία, σχέσης παραγωγής), κατά την προσφιλή στους μαρξιστές θεωρία, αλλά και το «εποικοδόμημα» (πολιτισμός, κοινωνικές σχέσης) θέτοντας σε αμφισβήτηση και ανατροπή το πολιτειακό και πολιτισμικό μοντέλο του καπιταλισμού και του κράτους. {…} (2)

ΙΙΙ. Τα διάφορα πειράματα «αυτοδιαχείρισης» στην ουσία συνδιαχείριση που θέλει να προωθήσει η κυβερνώσα αριστερά (3) και οι νησίδες μη εκμεταλλευτικών σχέσεων εντός του καπιταλιστικού κόσμου που προωθεί ένα κομμάτι του “ανατρεπτικού» κινήματος (4α) δεν αποτελούν προπλάσματα ενός ραγδαία επεκτάσιμου νέου τύπου κοινωνικών σχέσεων, αλλά ετεροτοπίες, των οποίων η ίδια η ύπαρξη και το νόημα εξαρτάται από την συνεχιζόμενη κυριαρχία του καπιταλισμού παντού γύρω τους. Η αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης ως πρώτου βήματος για την εγκαθίδρυση ενός κομμουνιστικού αυτοδιευθυνόμενου (5) – ελευθεριακού τρόπου παραγωγής αντιστρέφει την χρονική αλληλουχία του προηγούμενου τρόπου παραγωγής, αστικού ή μπολσεβίκικου όπου οι παραγωγικές σχέσεις άλλαξαν πριν αλλάξουν, ή δεν αλλάξανε καθόλου, οι πολιτικές σχέσεις (θεσμοί).

Επανερχόμενος στο θέμα του νέου και παλιού, (6) μια νεαρή συντρόφισσα σε μια συνέλευση έλεγε: “αμάν πια ας πούμε κάτι νέο”, χαριτολογώντας της απάντησα, ότι: “μετά το μεγάλο Big Bang – Μπιγκ Μπανγκ (Μεγάλη Έκρηξη) ουδέν νεώτερο, το σύμπαν έγινε- είναι πεπερασμένο γιατί άρχισε να μετράει ο χρόνος”, Αλλά ας αφήσουμε τους αστεϊσμούς και ας δούμε γιατί απέτυχαν ή αφομοιώθηκαν από το σύστημα όλοι αυτοί οι πειραματισμοί της εργατικής και κοινωνικής αυτοδιαχείρισης αρχίζοντας από τον 19ο αιώνα, τότε που αυτά τα ζητήματα απασχόλησαν ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης με όρους κινήματος.

Τέλος όσο αφορά την λεγόμενη και «παράλληλη κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία” βεβαίως υπάρχει και ο καπιταλισμός των εναλλακτικών κινημάτων και αν νομίζετε ότι αυτά είναι νέα απλά ανατρέξτε – όπως προείπα – στο λυκόφως του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, για να δείτε τους εκατοντάδες παραγω-καταναλωτικούς συνεταιρισμούς και πως αφομοιώθηκαν από το σύστημα, τελευταία απομεινάρια ήταν μερικά από τα κιμπούτς στο Ισραήλ.

Γιώργος Μεριζιώτης

Σημειώσεις:
1) Όλο το κείμενο εδώ: Προοίμιο για μια παγκόσμια ιστορία της ατιμίας
2) Απόσπασμα από το “Εγχειρίδιο ιστορικότητας λόγου και δράσης. Σύνοψη του κοινωνικού αναρχισμού”
3) Την Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015 δόθηκε μια είδηση που δίνει την ευκαιρία για σχολιασμό: «Την επαναλειτουργία το φθινόπωρο των κλωστηρίων Νάουσας, Μαρωνείας και Κομοτηνής του πρώην Ομίλου Λαναρά, που παραμένουν ανενεργές για πάνω από τρία χρόνια, προανήγγειλε ο γενικός γραμματέας βιομηχανίας του υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης Γιάννης Τόλιος. Δήλωσε ότι έχει εκπονηθεί σχέδιο επαναλειτουργίας σε συνεταιριστική βάση με τη συμμετοχή στο νέο εταιρικό σχήμα που θα δημιουργηθεί των εργαζομένων και του τραπεζικού τομέα, με κεφάλαιο της τάξης των 10 εκατομμυρίων ευρώ που θα δοθεί από την Εθνική Τράπεζα.
Δεν έχει πάντως ακόμα διευκρινιστεί αν το νέο σχήμα θα έχει τη μορφή του κοινωνικού συνεταιρισμού ή της Κοιν.Σ.Επ. Σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα του υπουργείου «σημασία έχει η ρύθμιση των χρεών που ήταν ιδιαίτερα υψηλά και η οποία έχει εξασφαλιστεί». Πρόκειται για χρέη προς εργαζόμενους, προς το ΙΚΑ και προς τρίτους που συνολικά φθάνουν τα 250 εκατ. ευρώ.» Επείγει να δούμε τη συμμετοχή στο κεφάλαιο με ένα συνεταιριστικό σχήμα των ίδιων των εργαζόμενων ώστε ένα μέρος από τα οφειλόμενα να τα πάρουν οι εργαζόμενοι πίσω ως αμοιβή. Ένα μέρος από αυτά θα συμμετάσχει στο κεφάλαιο και ένα μέρος, δυστυχώς, θα χαθεί» τόνισε ο κ. Τόλιος». (Το πρόγραμμα παραμένει και με την σημερινή κυβέρνηση).
Σχόλιο: Πρόκειται για νέο σενάριο το οποίο οι εργαζόμενοι θα πρέπει να απορρίψουν. Όχι μόνο δεν θα λύσει τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν οι απολυμένοι της ΕΝ-ΚΛΩ αλλά συμβάλει και στον αποπροσανατολισμό τους, μαζί και με οριστικό χάσιμο των χρωστούμενων σ’ αυτούς. Θα το επαναλάβομε, έστω και αν ακούγεται ως «ξύλινη γλώσσα». Σοσιαλιστικές αυτοδιαχειριστικές νησίδες δεν μπορούν να υπάρχουν σε καπιταλιστικές συνθήκες. Τα «συνεταιριστικά πειράματα» και στη χώρα μας έχουν –τουλάχιστον σαν διάρκεια μέσα στον χρόνο– αποτύχει! Και είναι αναγκαίο να δούμε δυο ζητήματα (εκτός από την αποτυχία του συνεταιριστικού παραγωγικού – καταναλωτικού κινήματος τον 19ο αιώνα).
α) γιατί απέτυχε η αυτοδιαχείριση στην πρώην Γιουγκοσλαβία, Αλγερία κλπ,
β) τις διαφορές και ομοιότητες που υπάρχουν μεταξύ αυτής της αυτοδιαχείρισης και της αυτοδιεύθυνσης.
4α) Πριν κάποιο καιρό οι εργαζόμενοι στην ΒΙΟΜΕ προχώρησαν στην κατάληψη και λειτουργία του κλειστού εργοστασίου που δουλεύανε, επειδή για αυτούς/ες του ταξικούς αδερφούς, σε αυτές τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες αφού πρόκειται για ζήτημα ουσιαστικής επιβίωσης, είμαστε μαζί τους και αλληλέγγυοι, το “πείραμα” έχει πολλά θετικά στοιχεία γύρω από το θέμα της αυτοδιαχείρισης, όμως αν δεν γενικευθεί και δεν συνδεθεί με το συνολικό κοινωνικό – ταξικό κίνημα κινδυνεύει να αφομοιωθεί όπως ανάλογα εγχειρήματα “πειράματα” στην Αργεντινή την εποχή της κρίση.
Ο καπιταλισμός διαθέτει πανίσχυρα όπλα αφομοίωσης γιατί συνεχίζει και διαιωνίζει αυτό: “…Από την εμφάνιση των εξουσιαστικών – ιεραρχικών συστημάτων και του κράτους ως δύναμη επιβολής της θέλησης των ολίγων, οι ολιγαρχίες αντιλαμβάνονται και οργανώνουν την κοινωνική ζωή «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» του εαυτού τους. Αντιλαμβάνονται τον κόσμο, και κατ’ επέκταση τη ζωή, μονοσήμαντα, μονοδιάστατα και ομοιόμορφα, κατά συνέπεια, κυριαρχικά.
Γι’ αυτό, όπου εμφανίζεται μια διαφορετική εκδήλωση και οργάνωση της κοινωνικής ζωής, η κυριαρχία έχει την τάση να την καταστέλλει. Και όταν δεν επαρκεί η καταστολή επιχειρεί να την αφομοιώσει και να την αποδεχθεί στο μέτρο που καταφέρνει να αυτοαναπαραχθεί μέσα της…” (δείτε σημείωση, 2). Με αυτά που λέμε δεν θέλουμε να απαξιώσουμε τους αγώνες που γίνονται προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά με την κριτική μας θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή και τον αναγκαίο προβληματισμό για να αντληθούν χρήσιμα συμπεράσματα για τον αγώνα.
4β) Για επικαιροποίηση του κειμένου δείτε αυτό: Η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία πατάει… Γκάζι
5) Ποιες είναι οι βασικές αρχές της αυτοδιεύθυνσης;
Θα τις αναφέρουμε εν συντομία:
Αυτοδιεύθυνση σημαίνει εξ ορισμού αυτοκαθορισμός. Αποκλείει τη διεύθυνση άλλων, την κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο. Αποκλείει, όχι μόνο τη διαρκή νομική κατοχυρωμένη εξουσία του κράτους με τους καταπιεστικούς θεσμούς, αλλά απαιτεί την κατάργηση της αρχής του κράτους από τις ανεπίσημες ενώσεις του λαού: από τα συνδικάτα, από τους χώρους εργασίας και από τις μυριάδες συσπειρώσεις και σχέσεις που συγκροτούν την κοινωνία.
Η αυτοδιεύθυνση, εξ ́ ορισμού, είναι η ιδέα ότι οι εργάτες (όλοι οι εργάτες περιλαμβανομένων των τεχνικών, των μηχανικών, των επιστημόνων, των προγραμματιστών, των συντονιστών, όλων), που απασχολούνται με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών μπορούν οι ίδιοι να διευθύνουν και να συντονίζουν αποτελεσματικά την οικονομική ζωή της κοινωνίας.

Αυτή η πίστη στηρίζεται σε τρεις αδιαχώριστες αρχές:
α) πίστη στη δημιουργική ικανότητα των μαζών, στον διασυρμένο “κοινό άνθρωπο” και όχι σε μια αριστοκρατική τάξη “ανώτερων” ανθρώπων.
β) αυτονομία (αυτοκυβέρνηση),
γ) αποκέντρωση και συντονισμός, με την ελεύθερη συμφωνία του φεντεραλισμού (ομοσπονδιοποίηση).

Για περισσότερη εμβάθυνση στο θέμα δείτε το αφιέρωμα:
ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Αυτοδιεύθυνση και ιεραρχία
Η κοινωνία της αυτοδιεύθυνσης και οι εχθροί της
Κοινοτικός Έλεγχος, Εργατικός Έλεγχος και Συνεταιριστική Κοινοπολιτεία
Τι είναι ο κομμουναλισμός; Η δημοκρατική διάσταση του αναρχισμού
6) Για το νέο και παλιό δείτε αυτό: Η δημοκρατία τους, η νεωτερικότητα και το πολιτικό ψέμα

3. Πειράματα εργατικής και κοινωνικής αυτοδιαχείρισης των 19ο αιώνα *

Του Μάρτιν Μπούμπερ

{…} Με την ίδια υπεραπλούστευση με την οποία χαρακτήρισαν τους πρώτους σοσιαλιστές «ουτοπικούς», οι άνθρωποι ονόμασαν τα δυο μεγάλα κύματα του συνεταιριστικού κινήματος που ανα­στάτωσαν το μεγαλύτερο κομμάτι της εργατικής τάξης στην Αγγλία και στη Γαλλία το 1830 και το 1848 «ρομαντικά»- απολύτως αδικαιολόγητα, αφού η λέξη σημαίνει ονειροπόληση και ε­ξωπραγματική οπτική. Τα κύματα αυτά ήταν έκφραση των βαθιών κρίσεων που συνόδευσαν την εκμηχάνιση της νεωτερικής οικονομίας, όπως ήταν και τα καθαυτό πολιτικά κινήματα: ο Χαρτισμός στην Αγγλία και οι δυο επαναστάσεις στη Γαλλία. Αλλά, σε αντιδιαστολή προς τα πολιτικά κινήματα, που ήθελαν ν’ αλλάξουν ολόκληρη την ιεραρχία της εξουσίας, τα συνεταιριστικά κινήματα θέλησαν να ξεκινήσουν με τη δημιουργία της κοινωνικής πραγματικότητας, που χωρίς αυτήν κανένα μαγείρεμα των νομικών σχέσεων δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει στον σοσιαλισμό.

Κατηγορήθηκαν ότι υπερτίμησαν τον ρόλο του ανθρώπου στον επιθυμητό μετασχηματισμό και υποτίμησαν τον ρόλο των περιστάσεων αλλά δεν μπορείς να μετρήσεις τις δυνατότητες του ανθρώπου σε μια δεδομένη κατάσταση που πρέπει ν’ αλλάξει, παρεκτός αν απαιτήσεις το εξαιρετικό. Οι «ηρωικές» μορφές του συνεταιριστικού κινήματος αξίωσαν απ’ τα μέλη τους μια πίστη και μιαν αυτοθυσία που, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, τους ήταν αδύνατον να έχουν αλλά αυτό καθόλου δεν αποδεικνύει ότι πίστη και αυτοθυσία, που υπάρχουν κατά τις εξαιρετικές στιγμές πολιτικής αναταραχής, δεν μπορούν να υπάρξουν σε ικανοποιητικό βαθμό στην καθημερινή οικονομική ζωή.
Είναι εύκολο να χλευάσουμε και να πούμε ότι οι ιδρυτές των ηρωικών συνεταιριστικών κινημάτων «έβαλαν τον ιδεώδη άνθρωπο στη θέση του πραγματικού ανθρώπου»· αλλά ο «πραγματικός» άνθρωπος προσεγγίζει πολύ τον «ιδεώδη» ίσα-ίσα όταν αναμένεται να εκπληρώσει καθήκοντα που τον ξεπερνούν, ή που νομίζει ότι τον ξεπερνούν δεν αληθεύει μόνο. για το άτομο το ότι «αίρεται στο ύψος των ανώτερων επιδιώξεών του». Και τέλος, αυτό εξαρτάται από τον σκοπό, την συνειδητοποίηση του και τη θέληση να τον πετύχουμε.

Η ηρωική εποχή του σύγχρονου συνεταιρισμού απέβλεπε στον μετασχημα­τισμό της κοινωνίας, η εποχή της τεχνικής αποβλέπει ουσιαστικά στην οικονομική επιτυχία κάθε κεχωρισμένου συνεταιριστικού εγχειρήματος. Το πρώτο απέτυχε, αλλά αυτό δεν καταδικάζει τον σκοπό ούτε και τον δρόμο προς αυτόν το δεύτερο έχει να επιδείξει μεγάλες επιτυχίες, οι οποίες όμως καθόλου δεν φαίνεται να είναι στάδια στον δρόμο προς τον σκοπό. Ένας υποστηρικτής του γραφειοκρατικοποιημένου συνεταιριστικού κινήματος λέει τα εξής για τις απαρχές του: «Ας θαυμάσουμε ιδιαίτερα εκείνες τις ταπεινές και πιστές ψυχές που τις καθοδηγούσε ο αναμμένος πυρσός των κοινωνικών πεποιθήσεων… Αλλά ας αναγνωρίσουμε ότι ο ηρωισμός δεν αποτελεί από μόνος του μια ψυχική κατάσταση κατάλληλη για να φέρει οικονομικά αποτελέσματα». Πράγματι, αλλά ας αναγνωρίσουμε και ότι τα οικονομικά αποτελέσματα δεν είναι από μόνα τους κατάλληλα για να φέρουν την αναδιάρθρωση της ανθρώπινης κοινωνίας.

Όσον αφορά τις τρεις κύριες μορφές συνεταιρισμού (ξέχωρα από τους πιστωτικούς συνεταιρισμούς), ήτοι καταναλωτικούς συνεταιρισμούς, παραγωγικούς συνεταιρισμούς και γενικούς συνεταιρισμούς που βασίζονται στην ένωση παραγωγής και κατανάλωσης, ας παραθέσουμε λίγες ημερομηνίες από τις δυο εποχές του κινήματος. Εποχή του 1830: το 1827 ιδρύθηκε ο πρώτος αγγλικός καταναλωτικός συνεταιρισμός με την σύγχρονη έννοια υπό την επιρροή των ιδεών του δρ. Ουίλιαμ Κινγκ το 1832 στήθηκε ο πρώτος γαλλικός παραγωγικός συνεταιρισμός σύμφωνα με τα σχέδια του Μπουσέζ· στο ενδιάμεσο, ήταν οι πειραματικές «αποικίες» του Όουεν και των οπαδών του: το πείραμα της Αμερικής και τα πειράματα της Αγγλίας;

Εποχή του 1848: πρώτα ο καταναλωτικός συνεταιρισμός των υφαντών του Ρόχνταιηλ, κατόπιν τα «εθνικά εργαστήρια» του Λουί Μπλαν και τα τοιαύτα, τέλος, σαν παρωδία, η κωμικοτραγική «Ικαρία» του Καμπέ (που ήταν γνήσιος ουτοπικός με την αρνητική έννοια, κατασκευαστής κοινωνιών με απόλυτη άγνοια των ανθρώπων) στις όχθες του Μισισιπή. Θα πούμε γι’ αυτές τις απόπειρες πραγμάτωσης του «ουτοπικού» σοσιαλισμού μόνον όσα χρειάζεται για τους σκοπούς του βιβλίου μας.

Ο Κινγκ και ο Μπουσέζ ήταν γιατροί και, σε αντίθεση προς τον Όουεν -που είχε θέσει για βασικό σκοπό της ζωής του τον πόλεμο εναντίον της θρησκείας- ήταν πιστοί χριστιανοί, Προτεστάντης ο μεν, Καθολικός ο δε. Αυτό έχει τη σημασία του. Για τον Όουεν, ο σοσιαλισμός ήταν καρπός του λογικού, για τους Κινγκ και Μπουσέζ ήταν η πραγμάτωση των διδαχών του χριστιανισμού στον χώρο της δημόσιας ζωής. Και οι δυο, όπως λέει ο Μπουσέζ, έκριναν πως είχε έρθει η ώρα «να πλάσουν από τις διδαχές του χριστιανισμού κοινωνικούς θεσμούς». Αυτό το βασικό θρησκευτικό αίσθημα επηρέασε βαθιά την συνολική οπτική και των δυο- στον Κινγκ, που συμπαθούσε τους Κουάκερους και συνεργάστηκε μαζί τους, επηρέασε τον τόνο των λεγομένων του: παντού νιώθουμε την απτή, άμεση, βαθιά μέριμνα για τους συνανθρώπους του, για τη ζωή και την ψυχή τους.

Δικαιολογημένα ονόμασαν τον Κινγκ στον καιρό του –πριν πέσει στη λησμονιά– πρώτο και μεγαλύτερο άγγλο θεωρητικό του συνεταιριστικού κινήματος. Αλλά πέρα και πάνω απ’ αυτό είχε το χάρισμα να μιλάει απλά και να δείχνει σ’ όλους την ουσιώδη φύση των πραγμάτων για τα οποία μιλούσε. Σ’ ολόκληρη την γραμματεία των συνεταιρισμών δεν γνωρίζω κείμενο που να δίνει την εντύπωση συνάμα του «λαϊκού» και του «κλασικού» όσο τα είκοσι οχτώ τεύχη του περιοδικού The Co–operator, που έγραφε και εξέδιδε ο Κινγκ κατά τα έτη 1828 με 1832 για να εκπαιδεύσει όσους διέδιδαν τις ιδέες του. Είχε ένα βάθος και μια σαφήνεια κοινωνικής αντίληψης που δεν είχε κανένας άλλος συγκαιρινός του, με εξαίρεση τον πιο επιστημονικό, μα και πιο αφηρημένο, Ουίλιαμ Τόμσον. Ξεκινά απ’ τη δουλειά, «τη ρίζα του δέν­δρου, ανεξάρτητα από το ύψος στο οποίο τελικά θα φτάσει».

Η δουλειά είναι «από την άποψη αυτήν τα πάντα». Η εργατική τάξη «κατέχει μονοπωλιακά το αγαθό αυτό». Καμία εξουσία πάνω στη γη δεν μπορεί να της το πάρει, γιατί όλες οι εξουσίες είναι «μόνο και μόνο η εξουσία να διευθύνουν την εργασία της εργατικής τάξης». Από τους εργάτες λείπει το κεφάλαιο, δηλαδή, τα μηχανήματα και η δυνατότητα να συντηρούνται όσο δουλεύουν τα μηχανήματα. Αλλά «όλο το κεφάλαιο έχει δημιουργηθεί από εργασία» και δεν είναι «τίποτε από μόνο του». Για να είναι παραγωγικό, πρέπει να ενωθεί με την εργασία. Η ένωση αυτή επιτυγχάνεται τώρα, που το κεφάλαιο «αγοράζει και πουλάει τον εργάτη σαν ζώο».

Η αληθινή ένωση, «η φυσική συμμαχία», μπορεί να έλθει μόνο από την ίδια την εργατική τάξη -αλλά η εργατική τάξη δεν το ξέρει. Μοναδική της ελπίδα για να το πετύχει είναι να ενωθούν οι εργάτες, να συνεταιριστούν, να δημιουργήσουν από κοινού κεφάλαιο, να γίνουν ανεξάρτητοι. Ο Κινγκ εκφράζει με πάθος τη σκέψη που είχε ήδη διατυπώσει πριν απ’ αυτόν ο Τόμσον, δηλαδή ότι ο συνεταιρισμός είναι η μορφή παραγωγής που προσιδιάζει στην εργασία. «Μόλις οι εργάτες ενωθούν με βάση την αρχή της εργασίας αντί την αρχή του κεφαλαίου, θα σαρώσουν τα πάντα… και είναι κρίμα, γιατί η σκόνη θα τυφλώσει και μερικά αφεντικά». Αν οι εργάτες ενωθούν, θ’ αποκτήσουν τα εργαλεία που χρειάζονται –τα μηχανήματα– και θα γίνουν, στους συνεταιρισμούς τους, οι ίδιοι υποκείμενο της παραγωγής. Αλλά μπορούν ν’ αποκτήσουν και γη. Ο Κινγκ λέει ξεκάθαρα ότι θεωρεί τους καταναλωτικούς συνεταιρισμούς μόνον ένα ξεκίνημα, ότι ο στόχος του, όπως και του Τόμσον, είναι ο γενικός συνεταιρισμός. Μόλις φτάσει να διαθέτει αρκετό κεφάλαιο, η συνεταιριστική «εταιρεία θα μπορεί ν’ αγοράσει γη, να ζει σ’ αυτήν, να την καλλιεργεί και να παράγει ό,τι αγαπά, κι έτσι να καλύπτει όλες τις ανάγκες διατροφής, ένδυσης και στέγασης των μελών της. Τότε η εταιρεία θα ονομαστεί κοινότητα».

Ο Κινγκ καλεί τα συνδικάτα ν’ αγοράσουν με τις οικονομίες τους γη και να εγκαταστήσουν σ’ αυτήν τα άνεργα μέλη τους, δημιουργώντας έτσι κοινότητες, που θα παράγουν κυρίως για να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Οι κοινότητες αυτές θ’ αγκαλιάσουν όχι μόνο τα ειδικά ενδιαφέροντα και λειτουργίες των μελών τους, μα και τη ζωή τους, στο μέτρο που θέλουν και μπορούν να ζουν από κοινού. Αλλά η κοινότητα ζωής, κι αν ακόμα μπορεί να πραγματοποιηθεί πλήρως μόνο στον γενικό συνεταιρισμό, θα μπορούσε δυνητικά ήδη να υπάρξει στις σχέσεις μεταξύ των μελών του καταναλωτικού συνεταιρισμού. Ο Κινγκ έχει στο μυαλό του όχι μια φτενή απρόσωπη αλληλεγγύη, αλλά μια προσωπική σχέση, γενικά λανθάνουσα κι ωστόσο έτοιμη ανά πάσα στιγμή να εκδηλωθεί, μια «συμπάθεια που θα αποκτήσει καινούρια ενεργητικότητα και θα φτάσει τελικά να γίνει ενθουσιασμός». Συνεπώς, γίνονται δεκτά μόνο μέλη ικανά για μια τέτοια σχέση.
Ο βασικός νόμος του συνεταιρισμού σημαίνει, για τον Κινγκ, την εγκαθίδρυση γνήσιων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. «Όταν ένας άνθρωπος μπαίνει σε μια συνεταιριστική εταιρεία, αποκτά καινούρια σχέση με τους συνανθρώπους του- και η σχέση αυτή αμέσως επικυρώνεται ηθικά και θρησκευτικά». Βέβαια, αυτό το ιδεώδες, αυτή η «ηρωική» απαίτηση δεν τηρήθηκε κατά τα επόμενα χρόνια, όταν τα μέλη του συνεταιρισμού αυξήθηκαν και ο συνεταιρισμός εκμηχανίστηκε και γραφειοκρατικοποιήθηκε· αλλά αν δούμε τα πράγματα από την σκοπιά της αναδιάρθρωσης της κοινωνίας, αυτό ακριβώς είναι το αίτιο της ανεπάρκειας των «επί μέρους» συνεταιρισμών.

Όταν ο Ουίλιαμ Κινγκ σταμάτησε την έκδοση του περιοδικού του το 1830, είχαν ήδη δημιουργηθεί τριακόσιες εταιρείες υπό την επιρροή της διδασκαλίας του. Αυτές, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, ήταν βραχύβιες, επειδή επικρατούσε μέσα τους το «εγωιστικό πνεύμα», όπως είπε ένας ηγέτης τους στο συνέδριο του 1832. Το κρίσιμο στάδιο των συνεταιρισμών καταναλωτικής βάσης άρχισε το 1844, όταν στην σοβαρή βιομηχανική κρίση που έπληξε για μιαν ακόμα φορά την Αγγλία λίγο μετά την ήττα μιας απεργίας, μια μικρή ομάδα υφαντών και αντιπροσώπων άλλων κλάδων συναντήθηκαν στο Ρόχνταιηλ και αναρωτήθηκαν: «Τι να κάνουμε για να γλιτώσουμε από την αθλιότητα;» Αρκετοί σκέφτηκαν ότι πρέπει ο καθένας να δοκιμάσει μόνος του την τύχη του - και πράγματι αυτό είναι σωστό σ’ όλες τις περιστάσεις, γιατί χωρίς αυτό τίποτε ποτέ δεν μπορεί να πετύχει· μόνο που πρέπει ο καθένας να ξέρει πως είναι απλώς ένα κομμάτι αυτού που πρέπει να γίνει, αλλά σημαντικό κομμάτι. Και επειδή δεν το ήξεραν αυτό, πρότειναν να παραιτηθούν από τις απολαύσεις του αλκοόλ, και φυσικά δεν έπεισαν τους συντρόφους τους. (Πόσο σημαντική, παρ’ όλα αυτά, φάνηκε η πρόταση μπορούμε να το δούμε από το γεγονός ότι, αργότερα, στο καταστατικό των «Ισότιμων πρωτοπόρων του Ρόχνταιηλ» αναγραφόταν στην ημερησία διάταξη της εταιρείας η ανέγερση ενός ξενοδοχείου Αποχής από το αλκοόλ).

Και πάλι υπήρξαν ορισμένοι, μέλη του Χαρτιστικού κινήματος που στόχο είχε ν’ αλλάξει το σύνταγμα και να καταλάβει την εξουσία, οι οποίοι πρότειναν να αναλάβουν πολιτική δράση ώστε να κατακτήσουν οι Εργατικοί ό,τι τους πρέπει από νομοθετική εξουσία- αλλά το κίνημα είχε αρχίσει να φθίνει κι αυτοί είχαν μάθει ότι, παρ’ ότι ο πολιτικός αγώνας είναι αναγκαίος, δεν είναι και αρκετός. Ορισμένοι οπαδοί του Όουεν, που ήταν παρόντες, διακήρυξαν ότι δεν υπήρχε πια γι’ αυτούς ελπίδα στην Αγγλία και ότι έπρεπε να μεταναστεύσουν και να στήσουν μια καινούρια ζωή στην αλλοδαπή (πιθανόν σκέφτονταν καινούριες πειραματικές αποικίες στην Αμερική)· αλλά κι αυτό απορρίφθηκε, γιατί η κυρίαρχη αίσθηση ήταν: «να κάνουμε» σημαίνει να κάνουμε εδώ, σημαίνει να μη το βάλουμε στα πόδια μπροστά στην κρίση, αλλά να την αντέξουμε με όση δύναμη έχουμε. Η δύναμη αυτή ήταν μικρή, κι ωστόσο μερικοί υφαντές, εξοικειωμένοι με τις διδαχές του Ουίλιαμ Κινγκ, επισήμαναν ότι, αν ένωναν όλοι τις δυνάμεις τους, θα δημιουργούσαν πιθανόν μια δύναμη με την οποία θα μπορούσαν κάτι να κάνουν. Έτσι, αποφάσισαν να «συνεταιριστούν».

Τα καθήκοντα που όρισε στον εαυτό της η εταιρεία ήταν πολύ υψηλά, αλλά δεν πρέπει να καταλογίσουμε στους συντάκτες του καταστατικού καλπάζουσα φαντασία. Τα καθήκοντα ταξινο­μήθηκαν σε τρία στάδια. Το πρώτο, ο καταναλωτικός συνεταιρισμός, θεωρήθηκε ότι μπορούσε να οργανωθεί ευθύς. Το δεύτερο, ο παραγωγικός συνεταιρισμός, που θα περιλάμβανε το κτίσιμο σπιτιών για τα μέλη, την από κοινού παραγωγή εμπορευμάτων και την από κοινού καλλιέργεια χωραφιών από άνεργους συντρόφους, ήταν κι αυτό μια προοπτική του όχι πολύ μακρινού, αν και όχι του άμεσου μέλλοντος.

Το τρίτο στάδιο, η συνεταιρι­στική αποικία, ήταν ακόμα πιο απόμακρο, εξαιτίας του όρου «μόλις είναι εφικτό»: «μόλις είναι εφικτό η εταιρεία θα προχωρήσει στη διευθέτηση των εξουσιών παραγωγής, διανομής, εκπαίδευσης και διακυβέρνησης- ή, μ’ άλλα λόγια, θα ιδρύσει μιαν αυτάρκη αποικία ενιαίων συμφερόντων ή θα βοηθήσει άλλες εται­ρείες να ιδρύσουν παρόμοιες αποικίες». Είναι εκπληκτικό πώς η πρακτική διαίσθηση των υφαντών του Ρόχνταιηλ έπιασε τα τρία ουσιώδη πεδία του συνεταιρισμού. Στο πρώτο πεδίο, τον καταναλωτικό συνεταιρισμό, οι απλές και αποτελεσματικές τους μέθοδοι (λόγου χάρη, η διανομή των κερδών στα μέλη ανάλογα με τον σχετικό όγκο των αγορών τους αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχής) χάραξαν ένα καινούριο μονοπάτι. Στο πεδίο της παραγωγής, έ­καναν αρκετές προόδους με αυξανόμενη επιτυχία, ιδίως στο άλεσμα των σιτηρών, αλλά και στο πεδίο της νηματουργίας και της ύφανσης- ωστόσο είναι χαρακτηριστικό του όλου προβλήματος (που θα το εξετάσουμε αργότερα) της συνεταιριστικής δραστη­ριότητας στην παραγωγή ότι, στα ατμοκίνητα νηματουργεία που κατασκεύασαν οι Ισότιμοι πρωτοπόροι.

Μόνον οι μισοί εργάτες ήταν μέλη της εταιρείας, και συνεπώς μέτοχοι, και ότι αυτοί αμέσως εφάρμοσαν την αρχή να ανταμείβουν την εργασία με μισθό αλλά να διανέμουν τα κέρδη αποκλειστικά μεταξύ των μετόχων, «επιχειρηματιών και ιδιοκτητών της επιχείρησης», όπως παρατηρεί στη μονογραφία του για τους Πρωτοπόρους ο σημαντικός συνεταιριστής Βικτόρ Αιμέ Υμπέρ, που επανειλημμένα επισκέφτηκε το Ρόχνταιηλ κατά τα πρώτα βήματά του. Δεν έφτασαν, ωστόσο, στο τρίτο, το μεγαλύτερο και αποφασιστικό έργο: στην πραγματοποίηση της συνεταιριστικής αποικίας που βασιζόταν στον συνδυασμό παραγωγής και κατανάλωσης.

Αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα ένα στοιχείο του συνεταιρισμού του Ρόχνταιηλ. Τον συνεταιρισμό των συνεταιρισμών, την συνεργασία των διάφορων συνεταιριστικών ομάδων και θεσμών, τον οποίο επιχείρησαν οι ίδιοι οι «Πρωτοπόροι» και αργότερα επεκτάθηκε και σε άλλους. «Η αρχή του φεντεραλισμού [ομοσπονδισμού]» λέει ο Ρουμάνος μελετητής Μλάντενατς στο έργο του Ιστορία των συνεταιριστικών θεωριών, που βασίζεται προφανώς στον Προυντόν, «απορρέει φυσικότατα από την ιδέα που αποτελεί το θεμέλιο του συνεταιριστικού συστήματος.
Όπως ακριβώς η συνεταιριστική εταιρεία ενώνει ανθρώπους για να ικανοποιήσουν από κοινού ορισμένες ανάγκες, έτσι τα διάφορα συνεταιριστικά κύτταρα ενώνονται μεταξύ τους εφαρμόζοντας την αρχή της αλληλεγγύης για την από κοινού άσκηση ορισμένων λειτουργιών, ιδίως της παραγωγής και της προσφοράς». Εδώ συναντούμε πάλι την βασικότατη αρχή της αναδιάρθρωσης, μολονότι φυσικά οι καταναλωτικές ενώσεις σαν τέτοιες, δηλαδή οι συνεταιρισμοί που συνδυάζουν μόνον ορισμένα συμφέροντα των ανθρώπων αλλά όχι και τις ζωές των ανθρώπων, δεν φαίνονται κατάλληλοι για να χρησιμεύσουν ως κύτταρα μιας καινούριας κοινωνικής δομής.

Ο σύγχρονος καταναλωτικός συνεταιρισμός, που έχει γίνει σημαντική πραγματικότητα στην οικονομική ζωή της εποχής μας, απορρέει από τις ιδέες του «ουτοπικού» σοσιαλισμού. Στα σχέδια του Ουίλιαμ Κινγκ υπάρχει μια ευκρινέστατη τάση να φτάσει στην μεγάλη σοσιαλιστική πραγματικότητα μέσα από την δημιουργία μικρών σοσιαλιστικών πραγματικοτήτων, που διαρκώς ε­πεκτείνονται και ομοσπονδοποιούνται. Αλλά ο Κινγκ αναγνώρισε συγχρόνως, και διαυγέστατα, τη φύση της τεχνολογικής επανάστασης που είχε ξεκινήσει στον καιρό του. Αναγνώρισε την καίρια σημασία της μηχανής και την ενέκρινε· απέρριψε όλες τις επιθέσεις στις μηχανές και τις χαρακτήρισε «τρέλα και έγκλημα».

Αλλά αναγνώρισε και ότι οι εφευρέτες, που είναι κι αυτοί εργάτες, καταστρέφουν με τις «θαυμάσιες εφευρέσεις» τους τον εαυτό τους και τους συντρόφους τους, επειδή «πουλώντας τις εφευρεθείς αυτές στ’ αφεντικά τους δουλεύουν εναντίον του εαυτού τους αντί να τις κρατήσουν στα χέρια τους και να τις εκμεταλλευτούν δουλεύοντας τες αυτοί οι ίδιοι». Γι’ αυτό, βέβαια, είναι απαραίτητο να συνεταιριστούν οι εργάτες σε εταιρείες. «Οι εργάτες έχουν εφευρετικότητα για να φτιάξουν όλα τα μηχανήματα του κόσμου, αλλά δεν έχουν ακόμα την εφευρετικότητα να τα βάλουν να δουλέψουν για λογαριασμό τους. Δεν θα πρέπει ν’ αργήσει να ξυπνήσει μέσα τους κι αυτή η δεύτερη εφευρετικότητα». Συνεπώς, η συνεταιριστική οργάνωση της κατανάλωσης είναι, για τον Κινγκ, μόνον ένα βήμα προς την συνεταιριστική οργάνωση της παραγωγής, μα αυτό με τη σειρά του είναι μόνον ένα βήμα προς την συνεταιριστική οικοδόμηση της ζωής στο σύνολο της.

Στα εκατό πρώτα χρόνια της ζωής του ο καταναλωτικός συνεταιρισμός κατέκτησε μεγάλο μέρος του πολιτισμένου κόσμου, δίχως όμως να εκπληρώσει ως τώρα τις ελπίδες που έθρεφε ο Κινγκ για την εσωτερική του ανάπτυξη. Οι καταναλωτικές εται­ρείες ενδέχεται σε πολλούς τόπους, και μερικές φορές σε μεγάλη έκταση να στράφηκαν στην παραγωγή για τις ανάγκες τους, και υπάρχει, όπως σωστά τονίζει ο Φριτς Ναφταλί, μια τάση να διεισδύσουν ολοένα και πιο βαθιά στην παραγωγή και να την οδηγήσουν στην κατεύθυνση της «βασικής» παραγωγής. Αλλά δεν έχουμε φτάσει καθόλου πιο κοντά σε μιαν οργανική συμμαχία παραγωγής και κατανάλωσης, σε μια περιεκτική κοινοτική μορφή, μολονότι έχουμε ήδη αξιοσημείωτα παραδείγματα μεγάλων καταναλωτικών εταιρειών –ή ομάδων εταιρειών για μεμονωμένους παραγωγικούς κλάδους– που οργανώνονται σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς, ή αφομοιώνουν ήδη υπάρχοντες· αλλά πρόκειται εδώ μόνο για τεχνική οργάνωση, και όχι για την υλοποίηση της γνήσιας συνεταιριστικής σκέψης.

Και εξίσου λίγο έχει διατηρήσει έναν γνήσια ομοσπονδιακό χαρακτήρα η συνομοσπονδία τοπικών εταιρειών, ακόμα κι όταν η συνένωσή τους έχει γίνει σε μεγάλη κλίμακα- στις περιπτώσεις αυτές, οι μικρές εταιρείες, όπως έχει αναφερθεί εδώ και μερικές δεκαετίες, έχουν κατά κύριο λόγο μετατραπεί από ανεξάρτητες εστίες κοινωνικής αλληλεγγύης σε απλά όργανα με μέλη, και τα καταστήματά τους σε απλούς κλάδους της συνολικής οργάνωσης. Τα τεχνολογικά πλεονεκτήματα μιας τέτοιας συγκέντρωσης είναι προφανή· το κακό είναι ότι δεν υπήρξε αυθεντία που να προσπαθήσει να σώσει όσην αυτονομία των μεμονωμένων εταιρειών συμβιβαζόταν με τις τεχνολογικές απαιτήσεις, καίτοι οι άνθρωποι προσπάθησαν σε ορισμένες περιπτώσεις –στην Ελβετία, λόγου χάρη– να αντισταθμίσουν με σχεδιασμένη αποκέντρωση την σταδιακή απώλεια της «ψυχής» και της ουσίας των εταιρειών.

Αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος, η λειτουργία των μεγάλων συνεταιριστικών ιδρυμάτων μοιάζει ολοένα περισσότερο με την λειτουργία των κεφαλαιοκρα­τικών ιδρυμάτων, και η γραφειοκρατική αρχή έχει εντελώς αποδιώξει, σε πολλές περιπτώσεις, την εθελοντική αρχή, που θεωρούνταν κάποτε το πιο πολύτιμο και απαραίτητο κτήμα του συνεταιριστικού κινήματος. Αυτό είναι ιδιαίτερα σαφές σε χώρες στις οποίες οι καταναλωτικές εταιρείες συνεργάστηκαν ολοένα περισσότερο με το κράτος και τους δήμους, και ο Κάρολος Ζιντ δεν έπεφτε και πολύ έξω όταν μας θύμισε τον μύθο του λύκου που μεταμφιέστηκε σε τσομπάνη και εξέφρασε τον φόβο ότι, αντί να κάνουμε το κράτος «συνεταιριστικό», θα πετύχουμε μόνο να κάνουμε τον συνεταιρισμό «κρατικό». Γιατί το πνεύμα της αλληλεγγύης μπορεί αληθινά να παραμείνει ζωντανό μόνον εφόσον υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων μια ζωντανή σχέση.

Ο Ταίνις έκρινε ότι, κατά την μετάβασή τους προς την από κοινού αγορά και κατόπιν προς την παραγωγή για τις ανάγκες τους, οι καταναλωτικές εταιρείες θα «έστηναν τα θεμέλια μιας οικονομικής οργάνωσης που θα εναντιωνόταν ανοιχτά στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων» και ότι θεωρητικά «ο κεφαλαιοκρατικός κόσμος, ως συνέπεια αυτού, θα εξαρθρωνόταν». Αλλά η «θεωρία» δεν μπορεί ποτέ να γίνει πραγματικότητα όσο οι μορφές ζωής του καπιταλισμού διαποτίζουν την συνεταιριστική δραστηριότητα.

Ο Μπουσέζ, που ήρθε λίγο μετά τον Κινγκ και σχεδίασε και ενέπνευσε την ίδρυση των παραγωγικών συνεταιρισμών στη Γαλλία, είναι κι αυτός κατά βάθος «ουτοπικός» σοσιαλιστής. «Η κομμουνιστική μεταρρύθμιση που κυκλοφορεί παντού στην ατμόσφαιρα», γράφει στο περιοδικό του «L’ Europeén» το 1831, «θα πρέπει να συμπληρωθεί με την ένωση των εργατών». Για τον Μπουσέζ –που, μολονότι Καθολικός, φοίτησε στη σχολή του Σαιν-Σιμόν όπου συμπάθησε τον ριζοσπάστη σοσιαλιστή Μπαζάρ– η παραγωγή είναι το παν και η οργάνωση της κατανάλωσης ούτε καν ένα στάδιο. Κατά τη γνώμη του, ο παραγωγικός συνεταιρισμός -και, αφού καταλαβαίνει λιγότερο από τον Κινγκ τις τεχνολογικές εξελίξεις, εννοεί χειρώνακτες εργάτες και όχι σύγχρονους εργάτες βιομηχανίας- οδηγεί κατ’ ευθείαν στην σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων. «Οι εργάτες ενός κλάδου ενώνονται, βάζουν κάτω τις οικονομίες τους, κάνουν ένα δάνειο, παράγουν όσο καλύτερα νομίζουν, ξεπληρώνουν το δανεισμένο κεφάλαιο με μεγάλες στερήσεις, εξασφαλίζουν ότι ο καθένας παίρνει ίση πληρωμή κι αφήνουν τα κέρδη στο κοινό ταμείο με αποτέλεσμα το συνεργατικό εργοστάσιο να γίνει μια μικρή βιομηχανική κοινότητα».

Μια μικρή βιομηχανική κοινότητα: εδώ ο Μπουσέζ πλησιάζει την ιδέα του Κινγκ ότι μια εταιρεία απορεί να γίνει κοινότητα, μόνο που πρόωρα αποδίδει αυτόν τον χαρακτήρα στον παραγωγικό συνεταιρισμό σαν τέτοιον ενώ ο Κινγκ, με την βαθύτερη διαίσθησή του, έβλεπε μια τέτοια δυνατότητα μόνο για τον ολικό συνεταιρισμό. Ο Μπουσεζ καταλήγει στην απλή, πάρα πολύ απλή διατύπωση: «Ας το κάνουν αυτό όλοι οι εργάτες, και το κοινωνικό πρόβλημα θα λυθεί». Ήξερε πολύ καλά ότι αυτό δεν έλυνε καθόλου το μεγάλο πρόβλημα της ιδιοκτησίας της γης, και για τούτο επινόησε το συμπληρωματικό σύνθημα: «Η γη στους αγρότες, το εργοστάσιο στους εργάτες» δίχως να καταλάβει σωστά και στο βάθος του το πρόβλημα της κοινωνικής μεταρρύθμισης της γεωργίας- δεν κατάλαβε το πρόβλημα της δημιουργίας του ολικού συνεταιρισμού, το σημαντικότατο πρόβλημα της ανοικοδόμησης της κοινωνίας, που το είχε καταλάβει ο Κινγκ.

Από την άλλη μεριά, ο Μπουσέζ διέκρινε εξαιρετικά καθαρά τους περισσότερους κινδύνους που απειλούν τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα του παραγωγικού συνεταιρισμού από τα έσω, και κυρίως την ολοένα αυξανόμενη διαφοροποίηση στο εσωτερικό του συνεταιρισμού κατά τα πρώτα του στάδια α­νάμεσα στους συντρόφους που τον ίδρυσαν και τους εργάτες που ήρθαν μετά μια διαφοροποίηση που βάζει στον συνεταιρισμό, μολονότι υποστηρίζει με σθένος τον σοσιαλισμό, την αναμφισβή­τητη σφραγίδα της ένταξής του στην κεφαλαιοκρατική τάξη πραγμάτων.

Για να εξαλείψει τον κίνδυνο αυτόν, ο Μπουσέζ έλαβε δυο αντίμετρα στο τροποποιημένο πρόγραμμα που δημοσίευσε έπειτα από τις πρώτες του πρακτικές εμπειρίες του 1831: πρώτον, το «κοινωνικό κεφάλαιο» που θα αυξάνει κάθε φορά με την προσθήκη του ενός πέμπτου των κερδών, θα μένει αναπαλλο­τρίωτη, εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησία της εταιρείας, η οποία κηρύσσεται άλυτη και διαρκώς ενισχύεται αποκτώντας καινούρια μέλη και δεύτερον, η εταιρεία δεν θα μισθώνει εξωτερικούς εργάτες ως μισθωτούς για περισσότερο από ένα έτος, και κατόπιν θα είναι υποχρεωμένη να δέχεται καινούριους συντρόφους ανάλογα με τις απαιτήσεις της (σ’ ένα πρότυπο συμβόλαιο που δημοσιεύτηκε το 1840 στην εφημερίδα των μπουσεζικών L’ Atelier, το έτος περιορίστηκε σε μια δοκιμαστική περίοδο τριών μηνών). Για το πρώτο από τα σημεία αυτά, ο Μπουσέζ λέει ότι, αν παραμερίσουμε αυτό το κεφάλαιο, η εταιρεία «θα μοιάζει με όλες τις άλλες εμπορικές εταιρείες· θα είναι επωφελής μόνο στους ιδρυτές και επιζήμια σε όλους όσοι δεν συμμετείχαν από την αρχή, γιατί στα χέρια των πρώτων θα γίνει τελικά ένα όργανο εκμετάλλευσης».

Όπως σωστά ειπώθηκε, το πρόγραμμα αυτό αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός κεφαλαίου, που θα απορροφούσε τελικά «το βιομηχανικό κεφάλαιο ολόκληρης της χώρας και θα απαλλοτρίωνε έτσι όλα τα παραγωγικά μέσα δια μέσου των εργατικών συνεταιρισμών». Συναντούμε κι εδώ αυτό το «ουτοπικό» στοιχείο· αλλά, ποιο είναι, σε τελευταία ανάλυση, πιο πρακτικό: να προσπαθήσεις να δημιουργήσεις την κοινωνική πραγματικότητα δια μέσου της κοινωνικής πραγματικότητας, με τα δικαιώματά της να διαφυλάσσονται και να επεκτείνονται με πολιτικά μέσα, ή να προσπαθήσεις να την δημιουργήσεις μόνο με το μαγικό ραβδί της πολιτικής;

Όπως είναι φυσικό, πολύ λίγο τήρησαν τους δυο αυτούς κανόνες οι εταιρείες που ιδρύθηκαν υπό την επιρροή του Μπουσέζ, και έπειτα από είκοσι χρόνια η βασική αρχή του αδιαίρετου κεφαλαίου γνώρισε τέτοιαν αμφισβήτηση, ώστε όσοι της έμειναν πιστοί αναγκάστηκαν να δώσουν σκληρή και άκαρπη μάχη γι’ αυτήν, καθώς και για την βασική αρχή με την οποία οι περιουσιακές συνθήκες θα άλλαζαν και το κεφάλαιο θα έμπαινε υπό την κυριαρχία της εργασίας – μια βασική αρχή που έπρεπε να υποστηριχθεί αν ο συνεταιρισμός ήθελε να ωφελήσει ολόκληρη την εργατική τάξη και όχι μόνο «τους λίγους τυχερούς ιδρυτές που, χάρη σ’ αυτό, είχαν γίνει εισοδηματίες αντί για μισθωτοί». Και ακριβώς εκείνον τον καιρό, το 1852, διαβάζουμε για παρόμοιες εμπειρίες στην Αγγλία σε μιαν αναφορά της Εταιρείας για την προώθηση των εργατικών συνεταιρισμών.

Αλλά από όλα αυτά, από τις ανάλογες εμπειρίες του Μεσαίωνα καθώς και από παρόμοιες εμπειρίες α­πό την ιστορία των καταναλωτικών εταιρειών, το μόνο συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι τα εσωτερικά προβλήματα των συνεταιρισμών και η κυριαρχία της καπιταλιστικής βασικής αρχής που εξακολουθεί να επικρατεί μέσα τους, μπορούν να ξεπεραστούν μόνο σταδιακά και μόνο διαμέσου και εντός του ολικού συνεταιρισμού.

Ενδέχεται ο Λουί Μπλαν να επηρεάστηκε από τη σκέψη του Μπουσέζ, διαφέρει, όμως, απ’ αυτόν σε ουσιώδη σημεία. Συγχρόνως, το σημαντικό δεν είναι ότι ζήτησε, όπως έκανε αργότερα ο Λασάλ για τους εργατικούς-παραγωγικούς συνεταιρισμούς του, τη βοήθεια του κράτους για τα «κοινωνικά εργαστήρια» που θέλησε να ιδρύσει, αφού «αυτό που λείπει από το προλεταριάτο για ν’ απελευθερωθεί είναι τα εργαλεία, και είναι δουλειά της κυβέρνησης να του τα δώσει». Αυτό ήταν, βέβαια, μεγάλο λάθος, αντίφαση στους όρους θα λέγαμε, αφού μια κυβέρνηση που αντιπροσωπεύει μιαν ορισμένη κρατική τάξη πραγμάτων δεν μπορεί να πιεστεί να δημιουργήσει θεσμούς που προορίζονται να καταργήσουν αυτήν την τάξη πραγμάτων (όπως ρητά έλεγε ο Μπλαν).

Συνεπώς, λογικά η αντισοσιαλιστική πλειοψηφία της προσωρινής κυβέρνησης του 1848 αντικατέστησε πρώτα το σχέδιο του Μπλαν με μια καρικατούρα του και κατόπιν οδήγησε σε καταστροφή ακόμα κι αυτήν την καρικατούρα- αλλά όσον αφορά στη φύση της κοινωνικής μεταρρύθμισης που σχεδίαζε, αυτή η απαίτηση του Μπλαν δεν ήταν απολύτως απαραίτητη. Πολύ πιο σημαντικό εί­ναι το γεγονός ότι το κοινωνικό πρόγραμμα του Μπλαν ήταν συγκεντρωτικό: ήθελε η κάθε μεγάλη βιομηχανία να συγκροτείται ως μια μόνον ένωση με επίκεντρο ένα κεντρικό εργαστήριο. Έδωσε σ’ αυτήν την βασικά σαινσιμονική σκέψη μιαν ομοσπονδιακή χροιά απαιτώντας η αλληλεγγύη όλων των εργατών ενός εργαστηρίου να επεκτείνεται στην αλληλεγγύη όλων των εργαστηρίων ενός βιομηχανικού κλάδου και τέλος να ολοκληρώνεται στην αλληλεγγύη όλων των βιομηχανικών κλάδων- αλλά αυτό που ονόμασε αλληλεγγύη έμοιαζε στην πραγματικότητα περισσότερο με την σταθεροποίηση σε μια μονοπωλιακή συγκεντρωτική διαχείριση.

Ήθελε πολύ ο Μπλαν να χτυπήσει στη ρίζα «τη δειλή και κτηνώδη βασική αρχή» του ανταγωνισμού, όπως την αποκάλεσε μια φορά σε ομιλία του στην Εθνοσυνέλευση - δηλαδή, να εμποδίσει την εμφάνιση του συλλογικού ανταγωνισμού στη θέση του ιδιωτικού ανταγωνισμού. Κι αυτός είναι πράγματι, εκτός από την εσωτερική διαφοροποίηση, ο βασικός κίνδυνος που απειλεί τον παραγωγικό συνεταιρισμό. Καλό παράδειγμα του ευρύτατα εξαπλωμένου αυτού κινδύνου μάς δίνει ένα γράμμα, που έγραψε τον ίδιον καιρό ένας ηγέτης του χριστιανοσοσιαλιστικού συνεταιριστικού κινήματος στην Αγγλία, στο οποίο λέει για τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς που ίδρυσε αυτό το κίνημα ότι «τους ωθούσε ένα τελείως μισθοφορικό ανταγωνιστικό πνεύμα» και «αποσκοπούσαν μόνο σ’ έναν ανταγωνισμό πιο επιτυχημένο απ’ όσο στο παρόν σύστημα».

Τον κίνδυνο αυτόν τον αναγνώρισαν ο Μπουσέζ και οι υποστηρικτές του - αλλά αρνήθηκαν να τον κατα­πολεμήσουν με μονοπώλια, που τα θεώρησαν ακόμα πιο επικίνδυνα, επειδή μονοπώλιο σήμαινε γι’ αυτούς την παράλυση, το τέλος κάθε οργανικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τις προτάσεις τους, ο ανταγωνισμός μεταξύ των συνεταιρισμών έπρεπε μάλλον να οργανώνεται και να ρυθμίζεται από μιαν ένωση των ίδιων των συνεταιρισμών. Εδώ, η ελεύθερη ομοσπονδοποίηση εναντιώνεται στην σχεδιασμένη συγχώνευση. Αλλά πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι αυτή η ομοσπονδιακή ιδέα εμφανίζεται διαρκώς στον Μπλαν και σπάζει τον ζουρλομανδύα του συγκεντρωτισμού, ιδίως έπειτα από την αποτυχία του κρατικού του σχεδίου. Τροποποιεί λίγο το σχέδιο του Μπουσέζ για το αποθεματικό ταμείο, που το προορίζει να «πραγματώσει την βασική αρχή της αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης μεταξύ των διάφορων κοινωνικών εργαστηρίων».

Αλλά μόλις προχωρεί από το σχέδιο για κρατική πρωτοβουλία στον σχεδιασμό των ελεύθερων συνεταιρισμών, ο μόνος τρόπος που βλέπει για να πετύχει τον στόχο του είναι η ομοσπονδοποίηση με αφετηρία τους ήδη υπάρχοντες συνεταιρισμούς· αυτοί πρέπει να συνεννοηθούν μεταξύ τους και να ορίσουν μια κεντρική επιτροπή, η οποία θα οργανώσει σ’ ολόκληρη την χώρα «τη σημαντικότερη στρατολόγηση απ’ όλες: την στρατολόγηση που θα καταργήσει το προλεταριάτο». Τα λόγια αυτά βρίσκονται μεσοστρατίς ανάμεσα στο υπέροχο και το γελοίο - αλλά το κάλεσμα στο προλεταριάτο ν’ αυτοκαταργηθεί δια μέσου της συνεργασίας συνεπάγεται μιαν ορισμένη πρακτική σοβαρότητα, που έχει μεγάλη σημασία για την αμέσως επομένη περίοδο. Και περί τα τέλη του 1849 βλέπουμε τον Μπλαν να εγκρίνει την Ένωση των αδελφικών συνεταιρισμών, που προήλθε από την ομόσπονδη ένωση περισσότερων από εκατό συνεταιρισμών και υλοποίησε την ιδέα του αντιπάλου του Προυντόν για την αλληλοβοήθεια της εργασίας (mutualità du travail)· και δεν παρέλειψε, βέβαια, να πει ότι στην ημερήσια διάταξη της Ένωσης γινόταν λόγος για «συγκεντροποίηση των ζητημάτων γενικού ενδιαφέροντος».

Παντού στον Μπλαν συναντούμε σκέψεις που ανήκουν στην ζωντανή παράδοση και στο πλαίσιο του «ουτοπικού» σοσιαλισμού. Βλέπει τον παραγωγικό συνεταιρισμό να μετατρέπεται μελλοντικά σε ολικό συνεταιρισμό, όπως ακριβώς ο Κινγκ έβλεπε τον καταναλωτικό συνεταιρισμό να συγχωνεύεται στον ολικό· και από την άποψη αυτήν, όπως ακριβώς η Ένωση των αδελφικών συνεταιρισμών, την οποία εγκωμίαζε, στόχευε να ιδρύσει, ως ομοσπονδία, «αγροτικές και βιομηχανικές αποικίες» σε μεγάλη κλίμακα, έτσι κι αυτός στόχευε να δημιουργήσει τις κοινοτικές αποικίες στο έδαφος της εθνικής επικράτειας. Αφετηρία του είναι η τεχνολογική αναγκαιότητα για επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας: «Πρέπει να εγκαινιάσουμε ένα σύστημα επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας για τη γεωργία συνδέοντάς τες με την ένωση και την από κοινού ιδιοκτησία», και θέλει, ει δυνατόν, να μεταφυτεύσει τη βιομηχανία στην ύπαιθρο και να «παντρέψει την βιομηχανική με την αγροτική δουλειά». Κι εδώ προαναγγέλλει την ιδέα του Κροπότκιν για «καταμερισμό της εργασίας στον χρόνο», για την ένωση γεωργίας, βιομηχανίας και χειροτεχνικών επαγγελμάτων σε μια σύγχρονη χωριάτικη κοινότητα.

Παρά την γρήγορη καταστολή των συνεταιριστικών ομοσπονδιών από την αντίδραση, δημιουργήθηκαν τα επόμενα χρόνια στην Γαλλία πολλοί καινούριοι παραγωγικοί συνεταιρισμοί· ως και οι γιατροί και οι φαρμακοποιοί ενώθηκαν σε συνεργατική βάση (προφανώς, στις περιπτώσεις αυτές δεν μπορούσε να γίνει λόγος για γνήσιους παραγωγικούς συνεταιρισμούς, αφού εδώ δεν υπήρχε έδαφος για από κοινού εργασία). Ο ενθουσιασμός για τους συνεταιρισμούς έζησε πιο πολύ από την Επανάσταση. Ακόμα και η καταδίωξη και η διάλυση πολλών συνεταιρισμών μετά το πραξικόπημα [του Λουδοβίκου Βοναπάρτη το 1851] δεν κατόρθωσαν να δαμάσουν το κίνημα.

Ο πραγματικός κίνδυνος που τους απειλούσε προερχόταν, κι εδώ όπως στην Αγγλία, από το ε­σωτερικό: η κεφαλαιοκρατοποίησή τους, ο σταδιακός τους μετασχηματισμός σε κεφαλαιοκρατικές ή ημικεφαλαιοκρατικές εταιρείες. Σαράντα χρόνια μετά τις ενθουσιώδεις προσπάθειες, που αρχίζουν το 1850, των άγγλων χριστιανοσοσιαλιστών να δημιουργήσουν ένα πλατύ δίκτυο εργατικών παραγωγικών συνεταιρισμών, που «απέρριπταν κάθε ιδέα ανταγωνισμού μεταξύ τους ως αταίριαστη με την αληθινή μορφή της κοινωνίας», η Μπέατρις Γουέμπ δήλωσε ότι με εξαίρεση λίγους συνεταιρισμούς που είχαν παραμείνει λίγο πολύ πιστοί στο ιδεώδες της «αδελφοσύνης των εργατών» –που είχε, ωστόσο, γίνει αμφισβητήσιμο στο μεγαλύ­τερο μέρος του– όλοι οι υπόλοιποι «έχουν μιαν εκπληκτική ποικιλία αριστοκρατικών, πλουτοκρατικών και μοναρχικών καταστατικών». Και πενήντα χρόνια μετά τον Λουί Μπλαν δημιουργήθηκε ένας τελείως τυπικός (από την άποψη αυτήν) παραγωγικός συνεταιρισμός στη Γαλλία, των συντελεστών του θεάματος, ο οποίος, εκτός από τους λίγους εταίρους και τους περίπου ισάριθμους υποστηρικτές, απασχολούσε δεκαπλάσιους μισθωτούς. Κι όμως, μπορούμε παντού να βρούμε τέλεια παραδείγματα της εσωτερικής μάχης για τον σοσιαλισμό. Μερικές φορές έχουν κάτι το τραγικό, αλλά και κάτι το προφητικό.

Ο παραγωγικός συνε­ταιρισμός σωστά ονομάστηκε «το παιδί των θλίψεων και το αγαπημένο» όλων εκείνων «που περιμένουν από το συνεταιριστικό κίνημα να δημιουργήσει κάτι ουσιαστικό για την σωτηρία της ανθρωπότητας»· αλλά μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε από τα γεγονότα γιατί ένας υπέρμαχος των καταναλωτικών συνεταιριστικών εταιρειών χαρακτήρισε τους παραγωγικούς συνεταιρισμούς που δουλεύουν για την ελεύθερη αγορά «τελείως αντισοσιαλιστικούς σε πνεύμα και ουσία», επειδή «οι παραγωγοί, ξεκινώντας κάτι από μόνοι τους και για λογαριασμό τους, πάντα και σ’ όλες τις περιστάσεις έχουν χωριστικά, ατομικιστικά ή μικροφατριαστικά συμφέροντα». Πέρα, ωστόσο, από την υπερβολή την εγγενή σε μια τέτοια διαβεβαίωση, οι παραγωγικοί συνεταιρισμοί δεν θα πρέπει ποτέ να «ξεκινούν κάτι από μόνοι τους και για λογαριασμό τους». Δυο μεγάλες βασικές αρχές θα πρέπει να τους προφυλάσσουν απ’ αυτό: ο συνδυασμός παραγωγής και κατανάλωσης στον ολικό συνεταιρισμό, και η ομοσπονδιακή ένωση.

Η ανάπτυξη του καταναλωτικού συνεταιρισμού ακολουθεί την ευθεία γραμμή της αριθμητικής αύξησης· ένα μεγάλο ποσοστό των πολιτισμένων ανθρώπων (εκτός από την Αμερική, πράγμα αξιοπρόσεκτο) είναι σήμερα οργανωμένο, ως προς την κατανάλωση, σε συνεταιριστική βάση. Από την άλλη μεριά, η ανάπτυξη των παραγωγικών συνεταιρισμών (και μιλώ εδώ μόνο για τον παραγωγικό συνεταιρισμό με την στενή έννοια, όχι για τους πολλούς επί μέρους, κυρίως αγροτικούς συνεταιρισμούς που αποσκοπούν απλώς να διευκολύνουν ή να εντατικοποιήσουν την παραγωγή) μπορεί να παρασταθεί με μια τεθλασμένη γραμμή, η οποία, γενικά, δεν εμφανίζει ανοδική τάση. Δημιουργούνται συνεχώς καινούριοι, αλλά ξανά και ξανά οι περισσότεροι από τους πιο σφριγηλούς περνούν στη σφαίρα του καπιταλισμού· δεν υπάρχει συνέχεια.

Αλλά ο ολικός/γενικός συνεταιρισμός είναι διαφορετική περίπτωση - η ανάπτυξή του, όσο υπάρχει ανάπτυξη, μοιάζει με ορμαθό μικρών κύκλων, που γενικά δεν συνδέονται πραγματικά μεταξύ τους. Καταναλωτικοί και παραγωγικοί συνεταιρισμοί βασίζονταν σ’ ένα πλατύ κίνημα, που απλωνόταν από την μια περιοχή στην άλλη - αποικίες με την έννοια του ολικού συνεταιρισμού ήταν πάντα κάτι το σποραδικό, το αυτοσχέδιο, δεν είχαν συγκεκριμένους στόχους. Σε αντίθεση προς τους άλλους, τους έ­λειπε και κάτι που ο Φραντς Όπενχαϊμερ ονόμασε «η ισχύς του μακρόθεν αντίκτυπου». Όχι ότι έγινε λόγος μόνο για ορισμένους απ’ αυτούς- αλλά η ελκτική τους δύναμη ήταν ατομικιστική, δεν γεννούσαν καινούρια κοινοτικά κύτταρα. Στην ιστορία των συνεταιριστικών αποικιών, ούτε στην Ευρώπη (με εξαίρεση την σοβιετική Ρωσία, στην οποία ωστόσο δεν υπάρχει η ουσιώδης βάση της ελεύθερης βούλησης και της αυτονομίας) ούτε με λίγες εξαιρέσεις στην Αμερική υπάρχει μια κάποια ένδειξη ομοσπονδιακής τάσης.

Οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί ομοσπονδοποιούνται διαρκώς και ολοένα περισσότερο- οι παραγωγικοί συνεταιρισμοί με την αληθινή έννοια το έχουν κάνει αυτό ασυνεχώς, άλλοτε αυξητικά, άλλοτε μειωτικά- οι κοινοτικές αποικίες εν γένει, καθόλου. Η μοίρα τους διαφέρει από την επιθυμία τους: στην αρχή δεν ήθελαν ν’ απομονωθούν, αλλά απομονώθηκαν -ήθελαν να γίνουν λειτουργικά πρότυπα, αλλά έγιναν μόνον ενδιαφέροντα πειράματα- ήθελαν να είναι η δυναμική και οι δυναμικές απαρχές ενός κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά ο καθένας εμπεριείχε το τέλος του. Η αιτία αυτής της διαφοράς ανάμεσα σε καταναλωτικό και παραγωγικό συνεταιρισμό αφενός και σε ολικό συνεταιρισμό αφετέρου, φρονώ ότι είναι εν τέλει οι ουσιωδώς διαφορετικές τους αφετηρίες. Οι μεν αναπτύχθηκαν με αφετηρία δεδομένες καταστάσεις που ήταν χονδρικά οι ίδιες σε πολλούς τόπους και εργοστάσια, έτσι ώστε από την αρχή υπήρχε ένα σπέρμα αλληλεπίδρασης στα πειράματα που επιχειρήθηκαν για να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την κατάσταση, και συνεπώς το σπέρμα της ομοσπονδοποίησής τους.

Επιπλέον, τα σχέδια που ενέπνευσαν την ίδρυση των συνεταιρισμών αυτών δεν προήλθαν από μια συνολι­κή σκέψη, αλλά από μιαν ερώτηση που απεύθυνε, κατά κάποιον τρόπο, στους σχεδιαστές η ίδια η κατάσταση. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε καθαρά τη διαδικασία αυτήν στον Κινγκ και στον Μπουσέζ, επειδή κι οι δυο ήταν από την αρχή υπέρμαχοι της ομοσπονδίας [φεντεραλιστές]· ο Μπουσέζ μάλιστα είχε στο μυαλό του μιαν ομοσπονδιακή ένωση των συνδικάτων που είχε προτείνει. Και στις δυο περιπτώσεις, τα σχέδια στόχευαν στην αντιμετώπιση μιας δεδομένης δύσκολης κατάστασης, και είχαν τοπικό χαρακτήρα στο μέτρο που επιδίωκαν να λύσουν τα προβλήματα αυτά στο σημείο στο οποίο ανέκυπταν. Τέτοια σχέδια μπορούμε να τα ονομάσουμε τοπικά με όλη την σημασία της λέξεως, γιατί απ’ τη φύση τους συνδέονταν με τους συγκεκριμένους τόπους στους οποίους ανέκυψαν τα προβλήματα. Η ταυτότητα των προβλημάτων στους διαφορετικούς τόπους οδήγησε αμέσως στην ομοσπονδιακή ένωση, μέχρι σημείου να δημιουργηθούν γιγάντιοι σχηματισμοί, όπως ορισμένες σημερινές ενώσεις καταναλωτικών συνεταιρισμών.

Εντελώς διαφορετική είναι η ιστορία των «αποικιακών» ολικών συνεταιρισμών. Εδώ, κάθε τόσο, λίγο πολύ ανεξάρτητα από την κατάσταση, αλλά πάντα χωρίς πραγματική σχέση με τον δεδομένο τόπο και τις απαιτήσεις του, βλέπουμε την «ιδέα» να υπαγορεύει τις εντολές της, να προετοιμάζει τα σχέδιά της κάπου στα σύννεφα και κατόπιν να τα κατεβάζει στη γη. Ανεξάρτητα από το πόσο θεωρητικά είναι στην αρχή αυτά τα σχέδια και συνεπώς τελείως σχηματικά όπως στον Φουριέ· ανεξάρτητα από το πόσο πολύ βασίζονται σε συγκεκριμένα βιώματα και εμπειρικές υποθέσεις όπως στον Όουεν – ποτέ δεν θ’ απαντήσουν στα ερωτήματα που εγείρει μια συγκεκριμένη κατάσταση, αλλά θα προχωρήσουν στη δημιουργία καινούριων καταστάσεων, άσχετων με τον συγκεκριμένο τόπο και τα τοπικά προβλήματα. Αυτό γίνεται παράξενα φανερό όταν μελετούμε αποικίες σε ξένες χώρες: η μετανάστευση δεν οργανώνεται και δεν ρυθμίζεται με σοσιαλιστικές κατευθύνσεις, κάθε άλλο -μάλλον, η ενόρμηση για μετανάστευση συνδέεται με μια καινούρια ενόρμηση, δηλαδή με την επιθυμία να συμμετάσχουν στην υλοποίηση ενός κοινωνικού σχεδίου- κι αυτό πάρα πολύ συχνά μετατράπηκε στον δογματισμό μιας οργάνωσης που ένιωθαν και πίστευαν πως ήταν η μοναδική σωστή, η μοναδική δίκαιη και αληθινή οργάνωση, που οι δεσμευτικές αξιώσεις της εναντιώνονται μερικές φορές στο ελεύθερο παιχνίδι των σχέσεων μεταξύ των μελών. (Η κοινότητα συναισθήματος δεν αρκεί ποτέ για να εγκαθιδρύσει την κοινότητα ζωής· για κάτι τέτοιο απαιτείται βαθύτερος και ζωτικότερος δεσμός). Η αποικία που μένει πιστή στο δόγμα απειλείται από παράλυση· εκείνη που εξεγείρεται ολοένα περισσότερο εναντίον του δόγματος, από κατακερματισμό- και από τις δυο λείπει η διορθωτική, τροποποιητική δύναμη της σωστής αντίληψης των συνθηκών.

Όπου κυβερνά το δόγμα, μοναδικό αποτέλεσμα είναι η απομόνωση της αποικίας· η απο­κλειστικότητα «της μοναδικής σωστής μορφής» εμποδίζει την ένωση ακόμα και με ομόφρονες αποικίες, γιατί στην καθεμιά απ’ αυτές οι «πιστοί» είναι τελείως κατακυριευμένοι από τον απόλυ­το χαρακτήρα του απαράμιλλου επιτεύγματος τους. Μα όπου το δόγμα υποχωρεί, η οικονομική και πνευματική απομόνωση της αποικίας, ιδίως σε μια ξένη χώρα, γνωρίζει την ίδια μοίρα: απομόνωση, έλλειψη σύνδεσης, αναποτελεσματικότητα. Κανένα απ’ αυτά δεν θα ήταν τόσο σημαντικό, αν μια μεγάλη εκπαιδευτική δύναμη, υποστηριζόμενη από ένα σφριγηλό ανάβρυσμα ζωής και μοίρας, μπορούσε να εξασφαλίσει στην κοινοτική θέληση μια μόνιμη νίκη πάνω στον υπολειμματικό εγωισμό που συμβαδίζει μ’ αυτήν, ή μάλλον να εξυψώσει σε ανώτερη μορφή τον εγωισμό αυτόν. Συνήθως, πάντως, ο συλλογικός εγωισμός, δηλαδή εγωισμός με καθαρή συνείδηση, αναδύεται στη θέση του ατομικού εγωισμού· και αν ο δεύτερος απειλεί πάντα να σπάσει την εσωτερική συνοχή της κοινότητας, ο πρώτος, που συχνά συνδέεται και με δογματισμό, εμποδίζει την ανάπτυξη κάθε πραγματικής κοινοτικής σύνδεσης, όπως ανάμεσα σε μια κοινότητα και μιαν άλλη, ή ανάμεσα στην κοινότητα και τον κόσμο.

Οι περισσότερες γνωστές πειραματικές αποικίες απέτυχαν ή ξέφτισαν και όχι μόνον οι κομμουνιστικές, όπως νομίζουν μερικοί. Εδώ πρέπει να εξαιρέσουμε τις μεμονωμένες προσπάθειες διάφορων θρησκευτικών ομάδων, προσπάθειες που η ζωτικότητά τους μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο με ορολογία πίστης μιας επιμέρους ομάδας και ως επί μέρους εκδήλωση αυτής της πίστης- είναι χαρακτηριστικό ότι η ομοσπονδιακή μορφή κάνει την εμφάνισή της εδώ και μόνον εδώ, όπως, λόγου χάρη, στην ρωσική αίρεση των Δουχοβόρων στον Καναδά ή στους «Χουτερίτες αδελφούς». Σφάλλει, συνεπώς, ο Κροπότκιν όταν αποδίδει την κατάρρευση των πειραματικών κομμουνιστικών αποικιών στο γεγονός ότι «θεμελιώθηκαν σ’ ένα ανάβρυσμα θρησκευτικότητας, αντί να θεωρήσουν την κοινότητα απλώς έναν τρόπο κατανάλωσης και παραγωγής τον οποίο επέβαλε η οικονομία». Γιατί ακριβώς όπου μια αποικία γεννιέται ως έκφραση πραγματικής θρησκευτικής έξαρσης, και όχι απλώς ως επισφαλές υποκατάστατο της θρησκείας, και όπου βλέπει την ύπαρξή της ως απαρχή της βασιλείας του Θεού – αυτό συνήθως ενισχύει την ανθεκτικότητά της.

Από τις αιτίες, που αναφέρει ο Κροπότκιν για την κατάρρευση των αποικιών, αξίζει να προσέξουμε δυο, αν και κατά βάθος είναι μία και η αυτή: απομόνωση από την κοινωνία, και απομόνωση της μιας από την άλλη. Σφάλλει όταν θεωρεί αιτία της αποτυχίας το μικρό μέγεθος της κοινότητας, θεωρώντας, όπως λέει, ότι σε μια τέτοια κοινότητα τα μέλη θα φτάσουν ν’ αντιπαθούν το ένα το άλλο έπειτα από λίγα χρόνια τόσο στενής συμβίωσης: γιατί υπάρχουν μικρές και μεγάλες αποικίες που έχουν αντέξει στον χρόνο. Αλλά σωστά αξιώνει ομοσπονδία, για ν’ αναπληρώσει το μικρό μέγεθος των ομάδων. Το γεγονός ότι η ομοσπονδία δίνει τη δυνατότητα στα μέλη της να πάνε από μιαν αποικία σε μιαν άλλη (πράγμα κεφαλαιώδους σημασίας για τον Κροπότκιν), είναι στην πραγματικότητα μόνον ένα από τα πολλά θετικά της στοιχεία· το ζωτικό είναι η ίδια η ομοσπονδία, η συμπλήρωση και η υποβοήθηση της κάθε ομάδας από τις άλλες, το ρεύμα κοινοτικής ζωής που ρέει ανάμεσα τους και δυναμώνει απ’ την κάθε ομάδα. Δεν είναι, ωστόσο, λιγότερο σημαντικό το γεγονός ότι οι αποικίες έχουν μια κάποια, έστω και μεταβαλλόμενη, σχέση με την ευρύτερη κοινωνία όχι απλώς επειδή χρειάζονται μιαν αγορά για τα πλεονάζοντα προϊόντα τους, όχι απλώς επειδή η νεολαία, όπως επισημαίνει ο Κροπότκιν, δεν ανέχεται να είναι αποκομμένη, αλλά επειδή οι αποικίες πρέπει, εφόσον δεν κατέχουν μιαν ειδικά μεσσιανική πίστη, να επηρεάζουν τον γύρω κόσμο για να επιβιώσουν. Όποιος κομίζει ένα μήνυμα πρέπει να μπορεί να το εκφράζει, όχι αναγκαστικά με λόγια, αλλά αναγκαστικά με το είναι του.

Σε μιαν ερώτηση από κάτοικους μιας αποικίας, ο Κροπότκιν απάντησε κάποτε με μιαν ανοικτή επιστολή σε όλες τις ομόφρονες ομάδες- τόνιζε ότι κάθε πολιτεία άξια του ονόματος αυτού έπρεπε να θεμελιώνεται στην βασική αρχή της ένωσης ανεξάρτητων οικογενειών, που ενώνουν τις δυνάμεις τους. Εννοούσε ότι ακόμα και κάθε ομάδα έπρεπε να προέρχεται από την ομόσπονδη ένωση των ακόμα μικρότερων κοινοτικών μονάδων. Αν το ομοσπονδιακό κίνημα πρόκειται να εξαπλωθεί και πέρα από την ομάδα, χρειάζεται χώρο. Όπως λέει στο βιβλίο του Σύγχρονη επιστήμη και αναρχία, «το πείραμα πρέπει να γίνεται σε μιαν ορισμένη εδαφική επικράτεια». Προσθέτει ότι η επικράτεια αυτή πρέπει να περιλαμβάνει πόλη και ύπαιθρο. Για μιαν ακόμα φορά, με το μεγάλο κοινωνικό κίνητρο πρέπει να συνδέονται οικονομικά κίνητρα· γνήσια κοινοτική ζωή σημαίνει ολοκληρωμένο παιχνίδι όλων των λειτουργιών και αλληλεπίδρασή τους, όχι περιορισμό και απομόνωση. Αλλά δεν είναι αρκετό, κι ας το νομίζει ο Κροπότκιν, να γίνει μια πόλη «κοινότητα»· αν αντιμετωπίσει την λεπτεπίλεπτα αρθρωμένη ομοσπονδία των χωριών σαν ασυντόνιστη και κοινωνικά άμορφη οντότητα, θ’ ασκήσει μακροπρόθεσμα μάλλον αρνητική επιρροή. Πρέπει να συντονιστεί, να μετατραπεί σαν ομοσπονδία σε κοινωνίες, για να έχει πραγματικά γόνιμες σχέσεις με τα χωριά. Μπορούμε ήδη να δούμε αξιόλογες κινήσεις προς την κατεύθυνση αυτήν στις σύγχρονες θεωρίες «σχεδιασμένης οικονομίας», που απορρέουν κυρίως από τεχνικές και διαχειριστικές σκέψεις.

Από την μακρά και διδακτική ιστορία τους, μπορούμε να δώσουμε εδώ μόνον ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της προβλημα­τικής σταδιοδρομίας των πολλών πειραματικών αποικιών μέχρι σήμερα: την πρώτη τέτοια αποικία του Όουεν, την μοναδική που έστησε ο ίδιος, την Νέα Αρμονία στην Ιντιάνα. Αγόρασε το κτήμα από την αίρεση των Σεπαρατιστών [Αποχωριστικών] που είχαν μεταναστεύσει από τη Γερμανία- έπειτα από είκοσι χρόνων δουλειά το είχαν καταφέρει να δώσει λίγους καρπούς. Τα μέλη γίνονταν δεκτά χωρίς επιλογή- ο σπουδαίος γερμανός οικονομολόγος Φρήντριχ Λιστ σημείωσε στο Ημερολόγιο της Αμερικής: «Τα στοιχεία [οι άνθρωποι] δεν φαίνεται να είναι τα καλύτερα». Στην αρχή, ο καταστατικός χάρτης της καινούριας κοινότητας βασιζόταν στην πλήρη ισότητα των μελών και για τούτο ονομάστηκε «Η κοινότητα της ισότητας». Δυο χρόνια αργότερα, αφού είχαν αποκοπεί ορισμένες ομάδες, επιχειρήθηκε να μετατραπεί η κοινότητα σε ένωση μικρών κοινωνιών. Αλλά αυτό και άλλα σχέδια μετατροπής απέτυχαν.

Όταν ο Όουεν, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στην Αγγλία, είδε ξανά την αποικία που είχε ήδη ζήσει τρία χρό­νια, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι «η απόπειρα να ενώσουμε ένα πλήθος ξένων όχι προηγουμένως εκπαιδευμένων για τον σκοπό αυτόν, που θα ζούσαν μαζί σαν οικογένεια, ήταν πρόωρη», και ότι «οι συνήθειες του ατομικιστικού συστήματος» δύσκολα πεθαίνουν. Πουλώντας ένα μέρος της γης ως οικόπεδα και εκμισθώνοντας με τον ίδιο τρόπο ένα άλλο -το πείραμα του κόστισε το ένα πέμπτο της περιουσίας του- αντικατέστησε την εταιρεία μ’ ένα σύμπλεγμα αποικιών που λειτουργούσαν σε συνθήκες ιδιωτικού καπιταλισμού, μόνο που τους έδωσε παρεμπιπτόντως την ακόλουθη συμβουλή: «Να ενώνετε την γενική εργασία, ή ν’ ανταλλάσσετε εργασία με εργασία με τους όρους τους πιο επωφελείς για όλους, ή να τα κάνετε και τα δυο ή κανένα απ’ τα δυο, όπως σας παρακινήσουν να κάνετε τα συναισθήματα και τα εμφανή συμφέροντά σας».
Έχουμε εδώ το παράδειγμα μιας αποικίας που απέτυχε όχι λόγω δόγματος –παρά τα συγκεκριμένα του σχέδια, ο Όουεν δεν επέμεινε στο σημείο αυτό– αλλά μάλλον από έλλειψη βαθιού, οργανικού δεσμού μεταξύ των μελών της. Ως παράδειγμα του αντιθέτου, μπορούμε ν’ αναφέρουμε την ανάπτυξη της «Ικαρίας» του Καμπέ. Καθώς επιχειρήθηκε για να υλοποιήσει ένα ερασιτεχνικό αλλά επιτυχημένο ουτοπικό μυθιστόρημα, πραγματοποιήθηκε έπειτα από τρομερές απογοητεύσεις και στερήσεις και, όπως η αποικία του Όουεν, εγκαταστάθηκε στα εδάφη μιας αίρεσης –των Μορμόνων, στην προκειμένη περίπτωση– η αποικία, κατά τα πενήντα χρόνια από τις απαρχές μέχρι τον κατακερματισμό της, γνώρισε απανωτά σχίσματα. Πρώτα απ’ όλα έγινε ένα σχίσμα επειδή ο Καμπέ (παρορμητικός και ειλικρινά ενθουσιώδης άνθρωπος, αλλά μέτριος) επιχείρησε να διοικήσει δικτατορικά με δογματικό σχεδίασμά, πράγμα που οδήγησε σε εμφύλια διαμάχη με προπηλακισμούς και γρονθοκοπήματα.

Από τις δυο ομάδες που γεννήθηκαν από το σχίσμα, η πρώτη διαλύθηκε μετά τον θάνατο του Καμπέ- στην δεύτερη έγινε ένα δεύτερο σχίσμα, ανάμεσα στους «Νέους» και τους «Γέρους», όπου οι «Νέοι» υποστήριζαν το δογματικό σχέδιο να καταργήσουν, λόγου χάρη, τα περιβολάκια γύρω απ’ τα σπιτάκια, στους οποίους τα μέλη φύτευαν και οπωροφόρα εκτός από λουλούδια. Εδώ είχαμε πράγματι ένα αξιοθρήνητο «υπόλειμμα ατομικισμού». Το ζήτημα –αφού κρίθηκε δικαστικά– είχε σαν αποτέλε­σμα την διαίρεση της αποικίας- το μέρος που περιείχε κτίσματα τα οποία είχαν χτίσει με τα χέρια τους οι «Γέροι», παραχωρήθηκε στους «Νέους». Το κομμάτι που έμεινε στους «Γέρους» κράτησε άλλα είκοσι χρόνια και κατόπιν πέθανε από γηρατειά. Οι οικονομικές δυνάμεις ήταν αρκετά ισχυρές για να επιβιώσουν, αλλά είχε σβήσει η πίστη. Γράφει μια γυναίκα της αποικίας: «Ήμασταν τόσο λίγοι και τόσο ίδιοι με τούς απ’ έξω, ώστε δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσουμε να ζήσουμε σαν κοινότητα».

Η αποικία των «Νέων» έζησε πολύ λίγο. Αφού αντιμετώπισαν πάσης φύσεως δυσκολίες, μετακόμισαν στην Καλιφόρνια, αλλά με τον καινούριο τρόπο οργάνωσης πήρε σημαντική θέση η βασική αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, οπότε η αποικία σωστά πια θεωρήθηκε μετοχική εταιρεία· δεν άργησε να διαλυθεί και στη διάλυσή της έπαιξε μάλλον σοβαρό ρόλο η αποτίμηση της αξίας της γης. Έτσι, η σταδιοδρομία της Ικαρίας είναι μια παράξενη αλληλουχία δογματισμού και καιροσκοπισμού. «Είχαμε την έντονη επιθυμία να πετύχουμε», έγραψε έπειτα από χρόνια ένα μέλος, «αλλά τα ρούχα που φορούσαμε παραήτανε βαριά και μακριά, σέρνονταν μερικές φορές στην λάσπη· θέλω να πω ότι ο γερο-Αδάμ μέσα μας, ή το κτήνος, που είχε ανεπαρκούς κατασταλεί, έκανε με αγριότητα την εμ­φάνισή του». Μα δεν ήταν το κτήνος, ήταν μόνον ο ειδικά ανθρώπινος εγωισμός.

Ας δούμε, τέλος, τα τρία κύρια είδη συνεταιρισμών από τη σκοπιά της αναδιάρθρωσης της κοινωνίας. Ο κατά πολύ ισχυρότερος, ιστορικά, ο καταναλωτικός συνεταιρισμός, είναι από μόνος του πολύ λίγο κατάλληλος για να λειτουργήσει ως κύτταρο της αναδιάρθρωσης της κοινωνίας. Συνδέει τους ανθρώπους μόνο μ’ ένα πολύ μικρό και πολύ απρόσωπο κομμάτι του συνολικού εαυτού τους. Το κομμάτι αυτό δεν είναι, όπως θα μπορούσαμε σε πρώτη ματιά να υποθέσουμε, η κατανάλωση. Η από κοινού κατανάλωση σαν τέτοια έχει μεγάλη δύναμη να ενώνει τους ανθρώπους· και, όπως γνωρίζουμε από την αρχαιότητα, δεν υπάρχει καλύτερο σύμβολο κοινοτικής ζωής από το συμπόσιο. Αλλά ο καταναλωτικός συνεταιρισμός ασχολείται όχι με την καθαυτό κατανάλωση, μα με αγορές για κατανάλωση. Η από κοινού αγορά σαν τέτοια δεν εγείρει ιδιαίτερες απαιτήσεις από τα άτομα που την κάνουν, παρεκτός σε εξαιρετικούς καιρούς, όταν είναι ζήτημα από κοινού φροντίδας και ευθύνης για ένα κοι­νό έργο, όπως κατά την «ηρωική» εποχή του συνεταιριστικού κινήματος ή κατά τις μετέπειτα περιόδους κρίσης, όταν εμφανίζονταν ιδιώτες με πνεύμα θυσίας για ν’ ανακουφίσουν την δυστυχία των πολλών. Παρόμοια, μόλις η από κοινού αγορά γίνεται δουλειά, που η ευθύνη γι’ αυτήν φορτώνεται σε υπαλλήλους, παύει να ενώνει αισθητά τους ανθρώπους.

Ο δεσμός γίνεται τόσο χαλαρός και απρόσωπος, ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για κοινοτικά κύτταρα και για την ένωσή τους σε μια περίπλοκη οργανική δομή, κι αν ακόμα η συνεταιριστική οργάνωση του άλφα ή του βήτα κλάδου της παραγωγής συνδέεται με τις αποθήκες του συνεταιρισμού. Η άποψη αυτή εκτίθεται με μεγάλη σαφήνεια στο βιβλίο Το εθνικό ον του Ιρλαν­δού ποιητή Τζωρτζ Ουίλιαμ Ράσελ (ψευδώνυμο: Α.Ε.)· το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο με αληθινό πατριωτισμό και πραγματεύεται την κοινωνική αναδιάρθρωση της Ιρλανδίας. Λέει εκεί: «Δεν αρκεί να οργανώσουμε τους καλλιεργητές μιας περιοχής μόνο για έναν σκοπό σε πιστωτική εταιρεία, σε γαλακτοκομική εταιρεία, σε κρεωπαραγωγική εταιρεία, σε οπωροκηπευτική εταιρεία ή σε συνεταιριστικό κατάστημα. Όλα αυτά μπορεί να είναι και πρέπει να είναι απαρχές - αλλά αν δεν αναπτυχθούν και δεν απορροφήσουν στην οργάνωσή τους όλες τις αγροτικές εργασίες, θα έχουν μικρόν αντίκτυπο και διόλου χαρακτήρα. Δεν θα έχει δημιουργηθεί κανένας γνήσιος κοινωνικός οργανισμός. Αν οι άνθρωποι ενώνονται ως καταναλωτές για ν’ αγοράζουν κάτι μαζί, έρχονται σ’ επαφή μόνο σ’ αυτό το ένα σημείο δεν υπάρχει γενική ταυτότητα συμφερόντων.
Αν οι συνεταιρισμοί είναι εξειδικευμένοι για τον άλφα ή τον βήτα σκοπό –όπως στην Μεγάλη Βρετανία ή στην υπόλοιπη Ευρώπη– σε μεγάλο βαθμό ο περιορισμός των αντικειμένων εμποδίζει τον σχηματισμό ενός γνήσιου κοινωνικού οργανισμού. Κι αυτό έχει τεράστιο αντίκτυπο στον ανθρώπινο χαρακτήρα. Ο εξειδικευμένος συνεταιρισμός αναπτύσσει μόνον οικονομική αποδοτικότητα. Η εξέλιξη της ανθρωπότητας πιο πέρα από το παρόν της επίπεδο εξαρτάται απόλυτα από τη δύναμή της να ενώνει και να δημιουργεί γνήσιους κοινωνικούς οργανισμούς». Έτσι ακριβώς εννοώ την οργανική αναδιάρθρωση της κοινωνίας.

Ο παραγωγικός συνεταιρισμός είναι αφ’ εαυτού πιο κατάλληλος από τον καταναλωτικό για να συμμετάσχει σε μια τέτοιαν αναδιάρθρωση, δηλαδή για να λειτουργήσει ως κύτταρο της καινούριας δομής. Η από κοινού παραγωγή αγαθών εμπλέκει τους ανθρώπους πιο βαθιά από την από κοινού κτήση αγαθών για ιδιωτική κατανάλωση- αγκαλιάζει πολύ περισσότερο τις δυνάμεις και τον χρόνο τους. Ο άνθρωπος ως παραγωγός είναι εκ φύσεως καλύτερα προετοιμασμένος για να συνυπάρχει με τους ομοίους του ενεργητικά, απ’ όσο ο άνθρωπος ως καταναλωτής και είναι πιο ικανός να σχηματίζει ζωντανές κοινωνικές μονάδες. Αυτό αληθεύει για τον εργοδότη, αν και εφόσον αντλεί περισσότερη δύναμη από την ένωση για να εκφορτίσει την παραγωγική του δραστηριότητα απ’ όσο έκανε ή μπορούσε ποτέ να κάνει ως άτομο. Αλλά αληθεύει ιδιαίτερα για τον απασχολούμενο, επειδή μόνο μέσα στην, και μέσα από την, ένωση αντλεί δύναμη το ζήτημα είναι αν θα συνειδητοποιήσει ζωτικά αυτήν τη δυνατότητα και αν πιστέψει στις πρακτικές της προοπτικές.

Αλλά όπως είδαμε, υποκύπτει πολύ εύκολα, πράγματι σχεδόν μοιραία, στην επιθυμία να ζέψει άλλους να δουλέψουν για λογαριασμό του. Αν ο καταναλωτικός συνεταιρισμός προσαρμόζεται εξωτερικά, με τεχνική και διαχειριστική έννοια, στο κεφαλαιοκρατικό πρότυπο, ο παραγωγικός συνεταιρισμός προσαρμόζεται σ’ αυτό εσωτερικά, με δομική και ψυχολογική έννοια. Συγχρόνως, ο δεύτερος επιδέχεται περισσότερο μια γνήσια, όχι απλώς τεχνική ομοσπονδία - αλλά το πόσο λίγο έχει αναγνωριστεί η τεράστια σημασία –από την άποψη της αναδιάρθρωσης– των μικρών οργανικών μονάδων και της οργανικής-ομοσπονδιακής τους ανάπτυξης (ακόμα και στους κύκλους των πιο ενθουσιωδών υποστηριχτών της αναζωογόνησης της κοινωνίας διαμέσου των παραγωγικών συνεταιρισμών), το είδαμε πραγματικά πριν από δυο δεκαετίες στο Αγγλικό Συντεχνιακό Σοσιαλιστικό Κίνημα.

Από την μια μεριά, συνέλαβαν το παράτολμο σχέδιο να μετατρέψουν το κράτος σε διπλό σύστη­μα: πολύμορφη, συντονισμένη αντιπροσώπευση των παραγωγών, και ενιαία, μαζική αντιπροσώπευση των καταναλωτών. Μα από την άλλη μεριά, σύντομα εκδηλώθηκε μια σαινσιμονική τάση που ήθελε «εθνικές» (δηλαδή που αγκαλιάζουν ολόκληρο τον βιομηχανικό κλάδο) συντεχνίες για «την πειθαρχημένη οργάνωση σε έναν μόνον όμιλο όλων όσοι εργάζονται σε μια δεδομένη βιομηχανία», που αποδείχθηκε πολύ ισχυρότερη από την τάση για τον σχηματισμό «τοπικών» συντεχνιών, δηλαδή μικρών οργανικών μονάδων και της ομοσπονδίας τους. Αν η βασική αρχή της οργανικής αναδιάρθρωσης πρόκειται να γίνει καθοριστικός παράγοντας, θα χρειαστεί η επιρροή του ολικού συνεταιρισμού, αφού σ’ αυτόν παραγωγή και κατανάλωση είναι ενωμένες και η βιομηχανία έχει για συμπλήρωμά της τη γεωργία.

Όσον πολύν καιρό κι αν χρειαστεί ώσπου να γίνει ο ολικός συνεταιρισμός το κύτταρο της καινούριας κοινωνίας, είναι ζωτικής σημασίας ν’ αρχίσει να οικοδομείται τώρα, ως μακροπρόθεσμο σύμπλεγμα αλληλένδετων, μαγνητικών πόλων. Μια γνήσια και ανθεκτική στον χρόνο αναδιάρθρωση της κοινωνίας από τα έσω, μπορεί να ευδοκιμήσει μόνο στην ένωση παραγωγών και καταναλωτών, όπου ο καθένας από τους δυο εταίρους θ’ αποτελείται από ανεξάρτητες και ομοιογενείς συνεταιριστικές μονάδες· μια ένωση που τη δύναμη και τη ζωτικότητά της για τον σοσιαλισμό μπορεί να την εγγυάται μόνο μια πληθώρα ολικών συνεταιρισμών που δουλεύουν όλοι μαζί και, με την λειτουργική τους σύνθεση, ασκούν μια διαμεσολαβητική και ενοποιητική επιρροή.

Γι’ αυτό, ωστόσο, είναι απαραίτητο στη θέση όλων των απομονωμένων πειραμάτων (που η φύση των πραγμάτων τα καταδίκασε σε απομόνωση) τα οποία εμφανίστηκαν κατά τα εκατό και περισσότερα χρόνια αγώνων, ν’ αναδυθεί ένα δίκτυο αποικιών, που θα έχει για βάση μιαν εδαφική επικράτεια και θα είναι ομοσπονδιακά οικοδομημένο, χωρίς δογματική ακαμψία, το οποίο θα δίνει τη δυνατότητα στις πιο διαφορετικές κοινωνικές μορφές να συνυπάρχουν δίπλα-δίπλα και να στοχεύουν πάντα στο καινούριο οργανικό όλον. {…}

* Το κείμενο αυτό είναι το Έβδομο Κεφάλαιο του βιβλίου «Μονοπάτια στην Ουτοπία» του Μάρτιν Μπούμπερ, από τις Εκδόσεις «Νησίδες». Ο τίτλος δόθηκε από εμάς.

brazil/guyana/suriname/fguiana / repressão / prisioneiros / comunicado de imprensa Thursday February 22, 2018 06:46 byCoordenação Anarquista Brasileira

Na última sexta-feira (16) o governo de Michel Temer (MDB) lançou um decreto que colocou a área da segurança pública do Estado do RJ sob o comando do exército brasileiro na figura de seu general Walter Braga Neto. Uma intervenção federal apresentada como solução ao que as elites dominantes chamam de “crise” na segurança pública e que deve ser entendida como um desdobramento do governo de choque já aplicado ao estado.

Não é a primeira vez que o exército atua no RJ. As intervenções militares em comunidades e favelas cariocas são uma realidade. Contudo, a novidade está na centralização de comando de toda a segurança pública nas mãos de um comando militar. Se o expediente militar no controle social e na repressão dos oprimidos foi utilizado inclusive nos governos petistas, um novo passo foi dado.

Com isso o Estado desvia a atenção da população da discussão da reforma da previdência para a questão da segurança pública, e com a criação do Ministério de Segurança Pública, talvez obter maior apoio de setores reacionários da sociedade que urgem pela intervenção militar. Não será com tanques e soldados militares atuando como polícia que um problema de ordem estrutural do sistema capitalista vai ser resolvido, pelo contrário, isso tende somente a agravar a situação da (in)segurança pública no RJ e manter as comunidades cariocas, onde está o povo preto e pobre, mais que nunca, militarizadas e controladas pelo Estado.

Mas esse passo aprofundará o caos social que vem junto às desigualdades sociais criadas pelo sistema de dominação capitalista. Sistema que na atual etapa exige a retirada de direitos, o colapso dos serviços públicos e sua privatização e que oferece como contrapartida botas, fuzis e capacetes. No curto prazo, este sistema quer fazer passar a todo custo a reforma da previdência que na prática acaba com a aposentadoria dos e das trabalhadoras.

Em síntese, ao lado das políticas de ajuste fiscal e de retirada de direitos, desde os governos petistas com a Lei Anti Drogas, Lei das Organizações Criminosas e por final a Lei Anti Terrorismo, vemos a escalada de um Estado Policial que intensifica a faceta repressiva do sistema contra a população negra, contra a pobreza e contra as lutas sociais sob a desculpa de guerra às drogas e ao crime.

Nós da Coordenação Anarquista Brasileira repudiamos a intervenção federal no RJ e dizemos:

Nem Exército, nem Reforma!

Estamos presenciando a inauguração de mais um capítulo do governo de “choque” aplicado ao estado do Rio de Janeiro. Um capítulo que é a plena continuação da nefasta política de segurança pública implementada no estado, alinhada ao avanço do golpe contra os trabalhadores, que destituiu anteriormente um governo que não servia mais aos plenos interesses da classe dominante nessa nova fase do sistema capitalista.

No carnaval desse ano e seguindo a tradição de resistência da cultura afro-brasileira, a Paraíso do Tuiti lavou a alma de todos os/as trabalhadores/as brasileiros, mostrando que a reforma da previdência e trabalhista são ataques contra seus direitos sociais e escancarou o passado escravocrata da elite brasileira. Agora, essa mesma elite, faz um novo acordo e aprova um plano de intervenção federal na segurança pública do Rio de Janeiro, que agora vai ficar sob controle do general do exército Walter Braga Neto.

Contenção dos/as de baixo à partir do controle das favelas e periferias

Com o avanço da barbárie neoliberal, a classe dominante recorre a contenção dos de baixo, substituindo a falida política das UPP’s promovida pelo governo Dilma-Lula-Cabral pela intervenção direta do Exército e a criação do Ministério da Segurança. A implementação no passado da chamada “Força Nacional”, que resultou em diversas operações em conjunto do exército com a polícia em diferentes favelas do Rio de Janeiro, já indicavam que seguiriam os assassinatos de moradores (em sua maioria negros e jovens) pelas forças militares e o descumprimento de direitos mínimos – sob argumento de combate ao roubo de cargas e a “guerra as drogas”. Nada causa mais temor nas elites e em parte dos setores médios alinhados com a mídia corporativa/burguesa, do que a “sensação de insegurança” de perder seus bens ou sua vida, numa barbárie produzida pelo próprio sistema capitalista e que atinge mais duramente trabalhadores e trabalhadoras. Essa sensação de insegurança é produzida principalmente pelos jornais burgueses, que semanas antes da intervenção federal, mostravam incessantemente roubos a pedestres e moradores da zona sul. Esta necessidade de militarização frequente da sociedade e controle social de parte significativa da classe trabalhadora é uma demanda de longo prazo e que já foi experimentada com as diversas ocupações do exército nas favelas cariocas, acabando com os direitos de trabalhadores/as e instituindo o arbítrio policial sem melhorar em nada a vida da classe trabalhadora (do asfalto e das favelas). Sofrerão assim, principalmente a população negra e pobre do estado, que segue vítima do arbítrio e do genocídio do sistema estatal-policial.

Desde antes do carnaval, o “vampiresco” e presidente golpista avisava que iria criar o Ministério da Segurança Pública depois da festa popular, obedecendo uma antiga demanda dos setores mais reacionários que operam fora e dentro do Estado brasileiro. A fundação do Ministério da Segurança Pública dá mais um passo na consolidação desse Estado policial brasileiro, que junto à lei anti-terrorismo (também aprovada pelo PT e seus aliados) aperfeiçoa o padrão para o tratamento aos de baixo. E também possui um objetivo pragmático, fornecer capital eleitoral para o falido Temer e PMDB.

O papel do exército e do judiciário brasileiro na instituição do pesadelo neoliberal

O exército brasileiro possui um histórico papel de controle das classes subalternas e já tinha mencionado em declarações de seus superiores, que não aceitaria uma situação de “caos social”. Concomitantemente, exercícios militares há alguns meses em frente a estação do Guandu (da CEDAE), atestavam o papel submisso do exército brasileiro, que enquanto canta o hino nacional, garante a segurança das vendas das estatais (como a CEDAE) a preço de banana ao capital internacional. Assim, enquanto trabalhadores pobres e negros morriam soterrados, ou perdiam seus bens com as fortes chuvas que atingiram o Estado essa semana, o exército vem não para socorrer a população, mas para garantir o trânsito comercial das empresas e passar uma falsa sensação de tranquilidade a população. Pode também, ter livre trânsito para assumir a inteligência das força de segurança e aplicar a tese do “inimigo interno” (movimento populares, organizações políticas de esquerda etc).

Para cumprir o acordo nacional “com o Supremo, com tudo”, o papel do judiciário é fundamental na implantação do neoliberalismo no país. Se na fase anterior do capitalismo, o neoliberalismo era imposto pela via “chilena” de golpes e regimes militares, agora temos dentro de governo democrático de “choque”, a ação do judiciário endossando o Regime de Recuperação Fiscal (RFF) em nosso estado e judicializando a política (perseguindo militantes, sindicatos e organizações). Recentemente, a ministra Carmen Lúcia, do STF (com o supremo, com tudo…) suspendeu a obrigação do governo do estado do RJ em nomear 900 professores aprovados em concurso. A justificativa usada foi o de que a contratação dos 900 professores provoca “desequilíbrio orçamentário”! Isso, vindo de um judiciário que ganha salários de centenas de milhares de reais, extrapolando o teto público e que tem direito a diversos auxílios (moradia, educação, etc) enquanto a maioria do povo segue morrendo nas filas dos hospitais, nas filas para fazer a matrícula escolar dos seus filhos e enfrentando o desemprego estrutural. Nada mais político e covarde que um judiciário e as forças armadas pretensamente neutras mas alinhadas integralmente com o neoliberalismo, seu estado de choque e em pleno ataque aos direitos dos/as de baixo!

Plano das elites: abafar a resistência e aprovar a reforma da previdência…

O governo Temer já indicou que a intervenção no Rio de Janeiro atua como um anteparo a aprovação da reforma da previdência. Um estado de sítio provisório e pirotécnico (que pode virar modelo para outros estados) que fortalece e dá unidade ao governo na sua busca pela destruição da aposentadoria de todos/as os trabalhadores do país. Além disso, o povo do estado do Rio de Janeiro possui um belo histórico de manifestações, protestos e rebeldias. Sendo um dos estados mais precarizados pela barbárie neoliberal, a classe dominante sabe, que uma faísca de luta popular coletiva pode acender um fogo e exemplo incontornável para o restante do país. Abafar o protesto e a luta de classes e garantir a tranquilidade das eleições que se aproximam será o papel das elites e de todos que acreditam na ilusão de que essa situação poderá ser mudada nas urnas. Com um governo estadual envolvido até os fios do cabelo com casos de corrupção, com um prefeito omisso (e de baixa popularidade) a intervenção cai como uma luva e parece ter sido acordada por parte significativa do conjunto das elites, contando com o apoio da Federação das Indústrias do Estado do Rio de Janeiro, da Rede Globo e de outros setores, que manifestaram sua adesão a presença dos militares no RJ, a aprovação da reforma da previdência e a instituição do regime de recuperação fiscal.

Cabe, ao os movimentos populares e sindicatos apontar o caminho da luta nas ruas. Lutar contra a intervenção arbitrária do exército e contra o regime de recuperação fiscal!

Derrotar o plano da classe dominante e o neoliberalismo nas ruas!
Derrotar a reforma da previdência! Não a intervenção!

Federação Anarquista do Rio de Janeiro

Ελλάδα / Τουρκία / Κύπρος / Ιμπεριαλισμός / Πόλεμος / Γνώμη / Ανάλυση Wednesday February 21, 2018 18:07 byAναρχική Συλλογικότητα mⒶnifesto

«Το λέμε με ειλικρίνεια, όσο επώδυνο κι αν είναι. Φασίστες υπάρχουν και έξω από το φασιστικό κόμμα, υπάρχουν σε όλες τις τάξεις και σε όλα τα κόμματα. Υπάρχουν συνεπώς παντού άτομα τα οποία αν και δεν είναι φασίστες (μπορεί να είναι και αντιφασίστες), έχουν φασιστική ψυχή, την ίδια δηλαδή επιθυμία για καταπίεση που χαρακτηρίζει τους φασίστες.» (Errico Malatesta, 28 Αυγούστου 1923, «Γιατί νίκησε ο φασισμός», Libero Accordo)

Για το εθνικιστικό-πατριωτικό συλλαλητήριο της 4ης Φλεβάρη και τον αντιφασισμό

Στις 4 Φλεβάρη στην Αθήνα, ο εθνικιστικός-πατριωτικός εσμός αποπειράθηκε για άλλη μια φορά με πανελλαδική επιστράτευση δεκάδων χιλιάδων εθνικιστών, φιλελέδων, πατριδολάγνων απατεώνων, καραβανάδων, απόστρατων, δεσποτάδων, παπαδαριού, νεοναζί, ακροδεξιών, αριστερών εθνοπατριωτών και φασιστοχουλιγκάνων, να οικοδομήσει «από τα κάτω» συνθήκες συγκρότησης ενός μαζικού πολιτικού πόλου έκφρασης, του επιδιωκόμενου από κράτος και κεφάλαιο, κοινωνικού εκφασισμού. Για άλλη μια φορά το εθνοπατριωτικό συλλαλητήριο συνοδεύτηκε από φασιστικές επιθέσεις σε κατειλημμένο χώρο (Θέατρο Εμπρός), επανασηματοδοτώντας παράλληλα με τον εξωτερικό εχθρό (κράτος Μακεδονίας) και τον εσωτερικό, όπως έπραξε αντίστοιχα και στην Θεσσαλονίκη στις 21 Γενάρη. Η σιωπηλή προσωρινή απόσυρση του στρατηγού Φράγκου Φραγκούλη από το «πάνελ» του αθηναϊκού συλλαλητηρίου, με ταυτόχρονη εμφάνιση και πολιτική στήριξη της φιέστας από τον αριστερό εθνοπατριώτη τσαρλατάνο Μίκη Θεοδωράκη, επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι ο κεντρικός πολιτικός σχεδιασμός για την συγκρότηση αυτού του πόλου είναι δυναμικός και όχι ένα στατικό και παλαιομοδίτικο αντίγραφο αντίστοιχων κινήσεων της δεκαετίας του ’90. Ο σύγχρονος φασισμός ξεπροβάλλει δυναμικά, στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτικού πρωτόκολλου, με βάση τις κεντροευρωπαϊκές αστικοδημοκρατικές προδιαγραφές. Χρησιμοποιεί τα σύγχρονα εργαλεία κοινωνικής προπαγάνδας (εκκλησιαστικός μηχανισμός, διαδίκτυο, μμε κλπ), είναι δηλαδή μια αναπτυσσόμενη λερναία ύδρα με πολλά κεφάλια και όχι ένα απλό πολιτικό κέλυφος για το ξέπλυμα και την κοινωνική επανανομιμοποίηση των δολοφόνων νεοναζί και των ακροδεξιών οργανώσεων και κομμάτων.

Τα μπουλούκια των εθνοπατριωτών που καμάρωναν βγάζοντας selfies κάτω από τις σημαίες του ελληνικού κράτους και τους δικέφαλους αετούς (σύμβολο της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας), προφανώς και δεν είναι όλοι οργανωμένοι σε νεοναζιστικά ή ακροδεξιά μορφώματα. Αυτό όμως σε οποιαδήποτε περίπτωση, δεν αποτελεί άλλοθι πολιτικού τους ξεπλύματος. Τόσο η αριστεροπατριωτική Πλεύση Ελευθερίας και το αριστεροεθνικιστικό ΕΠΑΜ που έσπευσαν να στηρίξουν το συλλαλητήριο του Συντάγματος, όσο και η υπόλοιπη εθνοπατριωτική αριστερά, (κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική, κυβερνώσα και αντικυβερνητική, μνημονιακή και αντιμνημονιακή), που οπορτουνίστικα-ψηφοθηρικά επέλεξε να βάλει πλάτη στον εθνικιστικό-πατριωτικό συρφετό, αναδεικνύοντας επιλεκτικά στις ανακοινώσεις της τον συνταγματικό «αλυτρωτισμό» του γειτονικού κράτους της Μακεδονίας, συγκαλύπτοντας παράλληλα τον εξίσου συνταγματικό «αλυτρωτισμό» του ελληνικού κράτους, ολοκληρώνουν το πάζλ των πολιτικών δυνάμεων που είτε άμεσα-ενεργά, είτε έμμεσα-σιωπηλά παίζουν πάνω στην σκακιέρα των «εθνικών» διαχωρισμών και των διακρατικών ανταγωνισμών. Κανένα «έθνος» δεν μας ενώνει, κανένα σύνορο δεν μας χωρίζει.

Εκτιμούμε ότι τα δύο πανελλαδικά συλλαλητήρια, κυρίως αυτό της Θεσσαλονίκης αλλα και αυτό της Αθήνας, καθώς και τα φημολογούμενα επόμενα, αποτελούν το πρώτο στάδιο πολιτικής ανάδυσης, κοινωνικής νομιμοποίησης και οργανωτικής συγκρότησης ενός νέου πολιτικού πόλου, με ξεκάθαρα φασιστικά (κυριαρχικά και πατριαρχικά) προτάγματα. Ενός πολιτικού πόλου που φιλοδοξεί να παίξει τον ρόλο του «alter ego» της σύγχρονης νεοφιλελέ σοσιαλδημοκρατίας του ΣΥΡΙΖΑ, στο γνωστό μεταπολιτευτικό κοινοβουλευτικό θέαμα του διπόλου «καλό-κακό». Ένα θέαμα που λειτουργεί δεσμευτικά στην ταξική-κοινωνική συνείδηση, επανατροφοδοτώντας εκλογικά την κοινωνική και πολιτική νομιμοποίηση του συστήματος εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Ο ολοκληρωτισμός κράτους και κεφαλαίου δεν είναι νομοτελειακό ότι θα εκφραστεί πολιτικά στο τέλος αυτής της διαδρομής, με δικτατορικά καθεστώτα ενός νέου Χίτλερ, ενός νέου Μουσολίνι ή ενός νέου Μεταξά, ούτε ότι θα καταλήξει και πάλι σε έναν γενικευμένο παγκόσμιο πόλεμο. Οι αρκετές χιλιάδες πυρηνικές κεφαλές που περιμένουν υπομονετικά στα οπλοστάσια πολλών (πλέον) κρατών του πλανήτη, διατηρούν την δυνατότητα να εγγυηθούν, ότι ο επόμενος παγκόσμιος πόλεμος θα είναι και ο τελευταίος του ανθρώπινου είδους πάνω στη γή. Η ιστορία έχει αποδείξει αμέτρητες φορές, ότι δεν επαναλαμβάνεται σε «replay». Η πολύπλοκη σύγχρονη πραγματικότητα του πολυπολικού παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, με την τεράστια χρηματοπιστωτική του φούσκα να απειλεί συνεχώς την ομαλή αναπαραγωγή του, με τους υπερκρατικούς μηχανισμούς στρατιωτικής επικυριαρχίας του στον πλανήτη να ανταγωνίζονται αλλα και να συνεργάζονται ταυτόχρονα (βλ. Συρία, Ουκρανία, Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη, Υεμένη, Τσετσενία), δεν μπορεί να συγκριθεί ως προς τα δομικά της χαρακτηριστικά με την περίοδο του μεσοπολέμου. Μια περίοδο του σύγχρονου καπιταλισμού, που γέννησε τα πολιτικά εκτρώματα του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού ναζισμού και που οδήγησε σε γενικευμένο παγκόσμιο πόλεμο καταστροφής κεφαλαίου και θανάτωσης εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η χωρίς τεκμηριωμένη ανάλυση, προβολή υπεραπλουστευμένων ολογραμματικών απεικονίσεων του παρελθόντος στο παρόν, όχι μόνο δεν βοηθάει στην ανάπτυξη ελευθεριακής πολιτικής συνείδησης, αλλα θολώνει τα αξιολογητικά κριτήρια ανάγνωσης της σύγχρονης πραγματικότητας. Στο μόνο που βοηθάει είναι στην έμπρακτη προπαγάνδιση «λαϊκών» αντιφασιστικών μετώπων, χτισμένων πάνω σε νεολενινιστικές και εθνοπατριωτικές φαντασιακές αφηγήσεις, που συμπυκνώνονται επικοινωνιακά στο τρίπτυχο «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ». Η αναζήτηση της πολιτικής καταγωγής σε κάποιο «ηρωϊκό» εθνικοαπελευθερωτικό παρελθόν εντός των συνόρων του ελληνικού κράτους, δεν έχει την παραμικρή σχέση με την παγκόσμια αναρχική σκέψη και πρακτική. Το παγκόσμιο αναρχικό κίνημα δεν αναγνώριζε και δεν αναγνωρίζει σύνορα στη διαλεκτική του σκέψη και στις πολιτικές του αναζητήσεις, ούτε εθνοπατριωτικές αφηγήσεις «εθνικής» απελευθέρωσης. Η αποδοχή της φαντασιακής «κοινότητας» του «έθνους», ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα της ανερχόμενης αστικής κυριαρχίας κατά την πρώιμη περίοδο του καπιταλισμού, είναι ένα επιτυχημένο εργαλείο συγκρότησης και διατήρησης των «εθνικών» κρατών και ομογενοποίησης (γλωσσικής, θρησκευτικής, πολιτισμικής) του εργατικού δυναμικού εντός των κρατικών συνόρων. Οδηγεί στην αποδοχή ορίων και συνόρων μεταξύ των ανθρώπινων κοινοτήτων, οδηγεί διαλεκτικά στην έμμεση αποδοχή κρατικών μηχανισμών ως «σταδίων», προπαγανδίζοντας αυτούς τους μηχανισμούς ως «αναγκαίο μεταβατικό κακό» στην επαναστατική διαδρομή προς την ταξική, κοινωνική και ατομική απελευθέρωση από τα δεσμά της κυριαρχίας. Ο εθνικισμός δεν αντιμετωπίζεται με ετεροκαθορισμούς, με την επίκληση δηλαδή κάποιου αόριστου διεθνισμού λενινιστικής κοπής, αλλα με ταξική αλληλεγγύη χωρίς σύνορα. Η γλώσσα της κυριαρχίας δεν είναι η δική μας γλώσσα. Η ταξική συνείδηση πεθαίνει, εκεί που η «εθνική» συνείδηση καλλιεργείται και αναπτύσσεται. «Το έθνος δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα του κράτους. Είναι το κράτος που δημιουργεί το έθνος και όχι το έθνος το κράτος.» (Ρούντολφ Ρόκερ, 1937, «Εθνικισμός και Πολιτισμός»).

Στις 4 Φλεβάρη στην Αθήνα, επιλέξαμε συλλογικά και συνειδητά να σταθούμε πλάι-πλάι με συντρόφισσες και συντρόφους που μας δένει ένας ισχυρότατος δεσμός : η συντροφική πολιτική αλληλεγγύη. Επιλέξαμε να σταθούμε δίπλα τους, υπερασπιζόμενοι/ες τις διαχρονικές ελευθεριακές αξίες που επι εκατοντάδες χρόνια επικαθορίζουν τις επιλογές του αναρχικού αγώνα ενάντια στην κυριαρχία και στην πατριαρχία. Επιλέξαμε να στηρίξουμε αλληλέγγυα με τις διαθέσιμες δυνάμεις μας, την περιφρούρηση ενός αυτοοργανωμένου χώρου αγώνα που στεγάζει συντροφικές συλλογικότητες, ακολουθώντας το επιχειρησιακό σχέδιο περιφρούρησης που αυτές επέλεξαν.

Στις 4 Φλεβάρη το εθνοπατριωτικό συλλαλητήριο της Αθήνας ενεργοποίησε αντανακλαστικά και ταυτόχρονα, ένα πλήθος πολιτικών δυνάμεων, συλλογικοτήτων, οργανώσεων, κομμάτων και συγκροτήσεων, δημιουργώντας μια βεντάλια αμυντικών αναχωμάτων απέναντι στην άμεση εθνικιστική απειλή. Η ταυτόχρονη αυτή αντανακλαστική κίνηση χιλιάδων, και οι πολλαπλές πολιτικές επιλογές που μετουσιώθηκαν σε δράση, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μεταφραστεί ως «ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο» με κοινά προταγματικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, ένα μέτωπο που δήθεν καθοδηγήθηκε από την «σωστή» γραμμή. Οι μαυροκόκκινες σημαίες δεν πάνε πακέτο με τις κόκκινες. Όσες φορές ιστορικά στήθηκαν πλάι-πλάι, τόσο σε αντιφασιστικά μέτωπα όσο ακόμα περισσότερο σε επαναστατικά εγχειρήματα του 20ου αιώνα, στο τέλος οι μαυροκόκκινες κοκκίνησαν ολοκληρωτικά, μουσκεμένες από το αίμα των σφαγιασθέντων συντροφισσών και συντρόφων που τις κρατούσαν. Κίνημα χωρίς μνήμη είναι κίνημα χωρίς προοπτική. Τα πολιτικά μέτωπα και οι άτυπες (κάτω από το τραπέζι) συμμαχίες με τον μπολσεβικισμό, δεν μπορούν πλέον να επιχειρηματολογηθούν με επικλήσεις σε «λαϊκά» αντιφασιστικά μέτωπα. Ο αντιφασιστικός αγώνας είναι πυλώνας της αντικρατικής και αντικαπιταλιστικής πάλης, αλλα όσο παραμένει εγκλωβισμένος αποκλειστικά σε ταξικές αναλύσεις και σε κυνήγια νεοναζί, αποφεύγοντας να αντιπαρατεθεί συνολικά και επι της ουσίας με όλες τις ρίζες του σύγχρονου φασισμού, δηλαδή και με τον εθνοπατριωτισμό και με τον ρατσισμό και με την πατριαρχία, τότε στην καλύτερη περίπτωση θα παραμείνει ως ένας ακόμη απομονωμένος θεματικός αγώνας, χωρίς ελευθεριακή επαναστατική προοπτική. Κανένα «έθνος» δεν μας ενώνει, κανένα σύνορο δεν μας χωρίζει, κανένα κράτος δεν πρόκειται να γίνει «δικό μας».

Ο σύγχρονος φασισμός είναι εδώ, στέκει μπροστά στα μάτια μας και τον αντιμάχονται καθημερινά, πλήθος αυτοοργανωμένων και ελευθεριακών συλλογικοποιήσεων. Τον πολεμάνε σωματεία βάσης, ελευθεριακές συνδικαλιστικές συλλογικότητες και δομές κοινωνικής αυτοοργάνωσης και ταξικής αλληλεγγύης, φεμινιστικές και ΛΟΑΤΚΙ συλλογικότητες. Στέκονται απέναντί του μαχητικά, αυτοοργανωμένες πρωτοβουλίες και συλλογικοποιήσεις μεταναστών/στριών και αλληλέγγυων συντονισμών, αλλα και αντιπατριωτικές-αντιφασιστικές ομάδες και αυτόνομοι συντονισμοί. Κανένα «έθνος» δεν μας ενώνει, κανένα σύνορο δεν μας χωρίζει, κανένα φύλο δεν υπερέχει και δεν πρέπει να κυριαρχεί και να επιβάλλεται. Η κυριαρχική επιβολή σε οποιοδήποτε επίπεδο και έκφανση της ζωής και του αγώνα για την ατομική, ταξική και κοινωνική απελευθέρωση, κάθε άλλο παρα αντιφασισμός είναι. Ο φυλετισμός είναι φασισμός. Ο ρατσισμός είναι φασισμός. Ο σεξισμός είναι φασισμός. Αμέτρητες συντρόφισσες πάλεψαν στο παρελθόν ανα τον κόσμο και πέθαναν αγωνιζόμενες για την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της πατριαρχίας, μέσα σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες κοινωνικών εξεγέρσεων και επαναστάσεων, οπου κυριαρχούσε η αντίληψη ότι η μοναδική κύρια καταπίεση ήταν η ταξική από το κεφάλαιο και το κράτος. Αγωνίστηκαν επίμονα κι επίπονα για να σηκώσουν ψηλότερα το οικοδόμημα της ατομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης από τον ζόφο της πατριαρχίας, παραδίδοντάς μας μια καλύτερη θέση μάχης. Ο αγώνας τους και η πολύτιμη παρακαταθήκη που μας κληροδότησαν δεν θα αλεστούν σε κανένα μύλο σχετικοποίησης και κατηγοριοποίησης «προτεραιοτήτων». Τον σύγχρονο φασισμό θα τον πολεμήσουμε η μία δίπλα στον άλλον, κρατώντας ζωντανές τις ελευθεριακές αξίες και κάνοντας πράξη τα αναρχικά προτάγματα, χωρίς αστερίσκους και χωρίς εξαιρέσεις.

Οι κυριαρχικές αγέλες, που έχουν εθιστεί στην βία και που εθιμικά έχουν νομιμοποιηθεί στο να επιβάλλονται με μαφιόζικες μεθόδους συμμοριών, καθοδηγούμενες από τραμπούκους μικροηγεμόνες, δεν είναι σε οποιαδήποτε περίπτωση αντιφασίστες. Οι αγελοποιημένοι οπαδοί των μοντέρνων θρησκειών της μπάλας και της έγχρωμης σωβρακοφανέλας, οι σύγχρονοι καντηλανάφτες του νέου «ναού» που λέγεται γήπεδο, που ακολουθούν τυφλά έναν κόκκινο, πράσινο, κίτρινο, μπλέ κλπ «θεό» στην κυριακάτικη πάλη του με άλλους «θεούς», πιστά φερέφωνα επιχειρηματικών συμφερόντων, όσα antifa πανιά κι αν σηκώνουν στα γήπεδα και στις κερκίδες του κολοσσαίου τους, δεν είναι αντιφασίστες. Η γηπεδική καφρίλα και η ξέχειλη ματσίλα, κάθε άλλο παρα αποτελούν δομικά στοιχεία του αντιφασισμού. Η μόνη «ταυτότητα» που θα μπορούσαν στην καλύτερη περίπτωση να επικαλεστούν, είναι «αντι-νεοναζί». Οι βιαστές, οι κακοποιητές, οι τραμπούκοι σεξιστές και οι απολογητές/ήτριες της έμφυλης κυριαρχικής βίας, όποια «μαχητικότητα», όσα «παράσημα» και όσους «ηρωϊσμούς» κι αν επικαλεστούν, δεν μπορούν να είναι αντιφασίστες. Ο αντιφασισμός δεν ήταν, δεν είναι και δεν πρόκειται να γίνει το βολικό τους πλυντήριο για να ξεπλυθούν, όσες εναγώνιες προσπάθειες κι αν κάνουν.

Δεν μας αφορά κανένας πανηγυρισμός και καμιά απολογιστική θριαμβολογία για τις 4 Φλεβάρη. Τίποτα δεν τελείωσε, όλα στέκουν εδώ, μπροστά μας, σαν άπαρτα κάστρα. Η ταξική εκμετάλλευση-καταπίεση βαθαίνει πνίγοντας τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, οδηγώντας σταθερά στη φτώχεια και στην εξαθλίωση τους ανθρώπους της τάξης μας. Το αποδεικνύουν η συνεχής πτωτική πορεία στα μεροκάματα που δίνουν τα αφεντικά (μεγάλα και μικρά), τα όλο και συχνότερα εργατικά «ατυχήματα» – δολοφονίες στους χώρους δουλειάς, η πρακτική κατάργηση του δικαιώματος στην απεργία, η αύξηση του ποσοστού της κακοπληρωμένης part-time εργασίας, η μείωση των δαπανών κοινωνικής πρόνοιας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, η σταδιακή αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, η μείωση του αφορολόγητου εισοδήματος, η σταδιακή επανεμφάνιση επιδημικών ασθενειών που είχαν μεταπολεμικά εξαφανιστεί. Ο ρατσισμός απέναντι σε μετανάστες/στριες βασιλεύει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της «για πρώτη φορά αριστεράς», στα κέντρα μεταγωγών και στα κρατητήρια των αστυνομικών τμημάτων της δημοκρατίας. Βασιλεύει στα χωράφια, στις δεκάδες Μανωλάδες της επαρχίας και στις βιοτεχνίες των αστικών κέντρων. Βασιλεύει στην σιωπή για τους βανδαλισμούς εβραϊκών μνημείων και συναγωγών από αντισημίτες εθνοπατριώτες. Η πατριαρχία, αυτή η «αόρατη» εξουσιαστική κοινωνική δόμηση εξακολουθεί να μας σκεπάζει σαν καταχνιά, με την κυριαρχική επιβολή μιας συνένοχης σιωπής για τα αμέτρητα θύματά της. Οι θηλυκότητες που βιάστηκαν, που κακοποιήθηκαν, που βασανίστηκαν, που παρενοχλήθηκαν σεξουαλικά ή ακόμη και δολοφονήθηκαν από μάτσο κυριαρχικά σιχάματα, αποτελούν με βάση πρόσφατες έρευνες το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού. Μόνο το τελευταίο τρίμηνο τα πιο ακραία περιστατικά που δημοσιοποιήθηκαν και κατέληξαν στην αστική δικαιοσύνη (ασχέτου αποτελέσματος) είναι πολλαπλάσια των εργατικών «ατυχημάτων»-δολοφονιών ενός χρόνου. Όσο κλείνουμε τα μάτια και τ’ αυτιά μας μπροστά σ’ αυτό το τέρας, τόσο περισσότερο το ταίζουμε και το στηρίζουμε. Η σιωπή, η σχετικοποίηση και ο αγνωστικισμός των «ίσων αποστάσεων», είναι οι πιο πιστοί σύμμαχοι της πατριαρχίας, οι καλύτεροι δικηγόροι για κάθε βιαστή, για κάθε κακοποιητή, για κάθε τραμπούκο σεξιστή, αλλα και για κάθε κυριαρχική αγέλη που τους συγκαλύπτει, τους υπερασπίζεται και τους αγκαλιάζει στοργικά, αναπαράγοντας έμπρακτα στο κοινωνικό πεδίο την κουλτούρα του βιασμού και της τραμπούκικης κυριαρχικής επιβολής.

Ο συνολικός ελευθεριακός αγώνας ενάντια στην ταξική εκμετάλλευση-καταπίεση, στον εθνικισμό-πατριωτισμό, τον ρατσισμό και την πατριαρχία, τις θεμελιώδεις δηλαδή ρίζες του σύγχρονου φασισμού, ή θα είναι ολοκληρωτικός ή θα είναι «αντιφασιστικό» εικονικό άλλοθι για πολιτικάντικα κομπρεμί με κάθε λογής εξουσιαστές, είτε σημερινούς είτε επίδοξους. Ο αταλάντευτος αυτός αγώνας της μνήμης ενάντια στην λήθη, συνεχίζεται με επιμονή, βήμα-βήμα σ’ αυτό το κακοτράχαλο και ανηφορικό μονοπάτι, χωρίς «εκπτώσεις», χωρίς ίχνος φόβου και χωρίς οποιονδήποτε δισταγμό, μέχρι το τέλος. Μέχρι το όποιο τέλος…

ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ

Βόλος, 20 Φλεβάρη 2018

Aναρχική Συλλογικότητα mⒶnifesto

https://manifesto-volos.espivblogs.net

image 018300x194.jpg 0.02 Mb

elsewhere / anarchist movement / opinion / analysis Wednesday February 21, 2018 06:06 byZaher Baher


This article explains the definition of Confederalism by Murray Bookchin and the concept of the Democratic Confederalism by Abdulla Ocalan . The article tries to show the similarities and differences between both concepts and both views . In addition it followed by brief review of what has been achieved in Rojava.


Confederalism, Democratic Confederalism and Rojava
By Zaher Baher
Feb 2018
Many religions and ideologies from left to the right have tried to tackle class issues and other societal problems, but none of them has been able to resolve these problems, rather most of them have made the situation even worse.
Whilst these problems have remained unresolved, groups, political parties and individuals have continued to come up with different theories and different ideas for how to tackle them. Confederalism or Democratic Confederalism is one of them.
The idea of federation and confederation dates back several centuries. Pierre-Joseph Proudhon (1809-1865) wrote a lot about federation and confederation with regards to Canada, Switzerland and Europe. However, when he observed the debates about European Confederation he noticed that his own understanding and analysis of confederation was completely different from what was actually going on at the time. His comment on this was as follows: "By this they seem to understand nothing but an alliance of all the states which presently exist in Europe, great and small, presided over by a permanent congress. It is taken for granted that each state will retain the form of government that suits it best. Now, since each state will have votes in the congress in proportion to its population and territory, the small states in this so-called confederation will soon be incorporated into the large ones ...” Proudhon’s analysis of the situation was right at the time and still right: “The right of free union and equally free secession comes first and foremost among all political rights; without it, confederation would be nothing but centralisation in disguise”1. In fact the EU, which is a union of States, has developed the most bureaucratic apparatuses and has become a very undemocratic confederation.
In addition to Proudhon, others like Mikhail Bakunin and Peter Kropotkin, have written about confederalism, but none of them has written as much as Murray Bookchin (1921-2006). In fact, Bookchin not only wrote about it, but he also connected confederalism to the issues of social ecology and decentralisation, and considered the building of Libertarian Municipalism as the foundation for confederalism. Bookchin was not just a theorist, he was passionate about his ideas and as a very active, dedicated organiser tried to put his theory into practice during the 1980s, as described here “In Burlington, Vermont, Bookchin attempted to put these ideas [Libertarian Municipalism] into practice by working with the Northern Vermont Greens, the Vermont Council for Democracy, and the Burlington Greens, retiring from politics in 1990. His ideas are summarized succinctly in Remaking Society (1989) and The Murray Bookchin Reader (1997). 2
For Bookchin, building libertarian municipalism is the foundation of confederalism, an alternative to the nation-state, and the way to reach a classless and liberated society. While Bookchin placed libertarian municipalism within the framework of anarchism for much of his life “…..in the late 1990s he broke with anarchism and in his final essay, The Communalist Project (2003), identified libertarian municipalism as the main component of communalism. Communalists believe that libertarian municipalism is both the means to achieve a rational society and the structure of that society”. 2
Janet Biehl, Bookchin’s long-term partner, in her book Ecology or Catastrophe, describes the importance of municipalities and confederalism to Bookchin “ In Bookchin’s eyes , the democratized municipality, and the municipal confederation as an alternative to the nation-state, was the last, best redoubt for socialism. He presented these ideas and arguments, which he called libertarian municipalism, in their fullest form in The Rise of Urbanization and the Decline of Citizenship, published in 1986”.3
In the rest of this article I try to define Confederalism from Bookchin’s viewpoint, and the understanding of Democratic Confederalism by Abdullah Ocalan. This is followed by a brief review of what has been achieved in Rojava.
Although Bookchin had an idea and plan for putting his theory into practice, he knew very well that it would be impossible, or just a dream, to build Libertarian Muncipalism and confederalism among huge existing cities, given the current mentality, education and culture of their peoples and the centralist nature of society. He realised that building Libertarian Municipalism requires a different type of education and organisation, and thought of centralization as one of the main barriers. His thinking has been described as follows: “Bookchin became an advocate of face-to-face or assembly democracy in the 1950s, inspired by writings on the ancient Athenian polis by H. D. F. Kitto and Alfred Eckhard Zimmern. For the concept of confederation, he was influenced by the nineteenth century anarchist thinkers. Bookchin tied libertarian municipalism to a utopian vision for decentralizing cities into small, human-scaled eco-communities, and to a concept of urban revolution”.2
However, Janet Biehl believes differently. She thinks there were other factors that influenced Bookchin. “What really inspired Murray to think about confederation was not Proudhon/Bakunin, etc., but the story of the CNT (Confederation Nacional del Trabajo) in Spain. His book, ‘The Spanish Anarchists’ focuses on the CNT’s structure as a confederation. He was trying to demonstrate that, contrary to the accusation of Marxists, anarchists really could organise themselves, and confederation was the bottom-up structure they chose” (personal communication, 9th December 2017).
Although Bookchin believed in decentralisation and an ecofriendly society, he could not believe that this could be achieved without confederalism - a network through which municipalities could unite and cooperate to share resources between themselves on the basis of their citizens and communities’ needs. However, at the same time he believed each municipality must have autonomy over policy making. His definition of confederalism is “It is above all a network of administrative councils whose members or delegates are elected from popular face-to-face democratic assemblies, in the various villages, towns, and even neighborhoods of large cities. The members of these confederal councils are strictly mandated, recallable, and responsible to the assemblies that choose them for the purpose of coordinating and administering the policies formulated by the assemblies themselves”.4
The road towards confederalism requires the building of Libertarian Municipalism for which working on the primary pillars like decentralization, social ecology, interdependence and feminism are very important tasks. Each of these pillars is connected to the other, such that none of them is workable without the others. Bookchin clarified this very well when he said “To argue that the remaking of society and our relationship with the natural world can be achieved only by decentralization or localism or self-sustainability leaves us with an incomplete collection of solutions”.4 Bookchin also insists that decentralisation and self-sufficiency are not necessarily democratic so will be unable to resolve society’s problems and be successful, he therefore continues to say “It is a troubling fact that neither decentralization nor self-sufficiency in itself is necessarily democratic. Plato’s ideal city in the Republic was indeed designed to be self-sufficient, but its self-sufficiency was meant to maintain a warrior as well as a philosophical elite. Indeed, its capacity to preserve its self-sufficiency depended upon its ability, like Sparta, to resist the seemingly “corruptive” influence of outside cultures (a characteristic, I may say, that still appears in many closed societies in the East). Similarly, decentralization in itself provides no assurance that we will have an ecological society. A decentralized society can easily co-exist with extremely rigid hierarchies. A striking example is European and Oriental feudalism, a social order in which princely, ducal, and baronial hierarchies were based on highly decentralized communities. With all due respect to Fritz Schumacher, small is not necessarily beautiful……..If we extol such communities because of the extent to which they were decentralized, self-sufficient, or small, or employed “appropriate technologies,” we would be obliged to ignore the extent to which they were also culturally stagnant and easily dominated by exogenous elites”.4
Bookchin was not just talking about confederalism in a political way as an alternative to the nation-state. He thought that while the state has its own institutions and politics, and maintains a capitalist economy through its institutions, forces and spies with other administration (Churches, Banks, other Financial Institutions, Media and Courts), its economy can be imposed on and dominate the society. He thought confederalism, through its libertarian municipalities, should create its own institutions, design its own policies and education, build up its own economy, and empower its own individual citizens. So Bookchin stressed that “Confederalism as a principle of social organization reaches its fullest development when the economy itself is confederalized by placing local farms, factories, and other needed enterprises in local municipal hands that is, when a community, however large or small, begins to manage its own economic resources in an interlinked network with other communities”.4
Janet Biehl has tried to clarify and explain Boockchin’s ideas about the above concept in plain and simple language in her book, ‘The politics of Social Economy, Libertarian Municipalism’. In Chapter 11 she explains the meaning of the Bookchin quote above “A confederation is a network in which several political entities combine to form a larger whole. Although a larger entity is formed in the process of confederating, the smaller entities do not dissolve themselves into it and disappear. Rather they retain their freedom and identity and their sovereignty even as they confederate”.5
It is essential that people are economically equal according to their needs otherwise, they will remain in conflict politically. Obviously economic equality cannot happen unless people themselves control their economy. This means the economy should not in any way be in private hands, or in the hands of the State, either in what is called the public sector, or in public-private partnerships. In her book on Libertarian Municipalism mentioned above, Janet Biehl explains in Chapter 12, ‘A Municipalized Economy that the type of economy the community needs is very different from any other type of economy that class-based societies have seen before. She says “Libertarian municipalism advances a form of public ownership that is truly public. The political economy it proposes is one that is neither privately owned, nor broken up into small collectives, nor nationalized. Rather, it is one that is municipalized - placed under community "ownership" and control.”
“This municipalization of the economy means the “ownership" and management of the economy by the citizens of the community. Property - including both land and factories - would no longer be privately owned but would be put under the overall control of citizens in their assemblies. The citizens would become the collective "owners" of their community's economic resources and would formulate and approve economic policy for the community …………In a rational anarchist society, economic inequality would be eliminated by turning wealth, private property, and the means of production over to the municipality. Through the municipalization of the economy, the riches of the possessing classes would be expropriated by ordinary people and placed in the hands of the community, to be used for the benefit of all".5
The concept of Democratic Confederalism `
Abdullah Ocalan, the leader of Kurdistan Workers’ Party (PKK) both before and during his current imprisonment has thought about and analysed the PKK movement and the collapse of the Soviet Union and the Eastern European Blocks. He has also linked the experience and ideology of all the Communist parties in the world with one another, especially in the Middle Eastern Region, and observed that their achievements in real life are not what they claim. However, the trigger point for Ocalan was familiarising himself with Bookchin’s ideas while in prison. Through his lawyer, Ocalan wrote to Bookchin a few times with a view to adapt his ideas to the context of the PKK, but Bookchin was near the end of his life.
At the beginning of this century, Ocalan realised that Bookchin’s proposed citizens’ assemblies and confederalism were the right solution for all the nations and ethnic minorities who are living in the countries of the region. He therefore rejected the idea of the nation-state. In fact he now believes the nation-state is the root of the problem rather than the solution and that it brought and still brings disaster to the people. He wrote “If the nation-state is the backbone of the capitalist modernity it certainly is the cage of the natural society …….. The nation-state domesticates the society in the name of capitalism and alienates the community from its natural foundations”.6
He thinks that not only do nations have no future under the nation-state, but even individuals - the citizens - have no future, except for fitting themselves into a kind of modern society “The citizenship of modernity defines nothing but the transition made from private slavery to state slavery “.6
Ocalan knew the root of the problem in many societies, like the Kurdish society, especially in the region he came from. For him it is not enough just to reject the nation-state, he believes people also need to concentrate on another major problem that has existed in society for a long time, women’s issues. He read a lot about ancient society, from the time of the first civilisation over 10,000 years ago and the role of women through this period. He realised that all issues from the nation-state, through exploitation and slavery to women issues and gender equality are strongly connected and so cannot be resolved separately. Indeed, he thought exploitation started with the slavery and repression of women “Without woman’s slavery none of the other types of slavery can exist let alone develop..….without the repression of the women the repression of the entire society is not conceivable”. 6

Ocalan is deeply concerned about women’s issues and he thought even women is nation but a colonised nation. Testament to his genuine belief in what he wrote, is his insistence that the involvement of women is the first and essential step in the struggle to resolve their own issues as well as the entire problems of society. He was working on these ideas when he was in the mountains and he managed to involve many women in guerrilla fighting, even some non-Kurdish women. However, over time he became more aware of the role of women, not just in fighting the state with weapons, but in fighting the state in different ways and in building a new society based on Democratic Confederalism “The democratic confederalism of Kurdistan is not a State system," he wrote "It is the democratic system of a people without a State."6
Why was Ocalan so insistent on Democratic Confederalism? What is Ocalan’s definition of this concept?
Ocalan shortened the definition of Democratic Confederalism to just few words “democratic, ecological, gender-liberated society……or democracy without State”.7 He thought that capitalism has been built on three pillars: capitalist modernity, the nation-state, and industrialism, and he believed that people can replace these with “democratic modernity, democratic nation, communal economy and ecological industry”7 respectively.
The idea of democratic confederalism for Ocalan is people organising to manage themselves. He sees it as a grassroots task, enacted by collective decisions made by the people themselves about their own issues through direct democracy, which rejects control by the state or any dominant administration. He wrote “Democratic confederalism is the contrasting paradigm of the oppressed people. Democratic confederalism is a non-state social paradigm. It is not controlled by a state. At the same time, democratic confederalism is the cultural organizational blueprint of a democratic nation. Democratic confederalism is based on grass-roots participation. Its decision-making processes lie with the communities.”.6 He goes on to say “[Democratic Confederalism]…can be called a non-state political administration or a democracy without a state. Democratic decision-making processes must not be confused with the processes known from public administration. States only administrate [sic] while democracies govern. States are founded on power; democracies are based on collective consensus”. 6
Examining the definition and views of Bookchin about confederalism and of Ocalan about democratic confederalism, can we see similarities and differences between the two concepts and views? I personally see that both the concepts as well as Bookchin’s and Ocalan’s views on these concepts share many similarities. They may have chosen different conceptual labels, but the meaning of them and the aims are the same.
Minor differences are that Ocalan replaced the concept of confederalism with democratic confederalism and instead of using the concept of Libertarian Municipalism uses a different form of administration that has been put into practice in Rojava. As far as I know, Ocalan saw his theory as a solution to the conflicts and problems between the nations and ethnic minorities especially in the region he came from. However, Bookchin went further in that he believed that confederalism is the solution for all human beings and the way to end capitalist domination in every way. So for Bookchin confederalism is the solution to the problems that people are facing world-wide and not just in one region or some countries.
There is another difference. Ocalan in his analysis of the history of human civilization, exploitation and slavery believes that slavery started from the enslavement of women and hierarchy started from the domination of men over women, although elsewhere he agreed with Bookchin “I have repeatedly pointed out that the patriarchal society mostly consisted of the shaman, the elderly experienced sheikh, and the military commander. It may be wise to look for prototype of a new society within such development with “a new society” we mean a situation where hierarchy emerges inside the clan. The immanent division is finalised when hierarchy gives rise to permanent class-formation and a state-like organisation”.8 The issue of hierarchy is the soul of Ocalan’s theory, as libertarian municipalism was for Bookchin, although both of them see hierarchy as the foundation of the class society. It is quite clear that Bookchin has looked at hierarchy and hierarchical society in greater depth than Ocalan, and at how domination existed before class society through the heads of tribes, heads of families, elders, and the domination of men over women. Janet Biehl wrote in the Bookchin Reader: “According to Marx “primitive egalitarianism“was destroyed by the rise of social classes, in which those who own wealth and property exploit the labor of those who do not. But from his observations of contemporary history, Bookchin realised that class analysis in itself does not explain the entirety of social oppression. The elimination of class society could leave intact relation of subordination and domination……….Bookchin emphasised that it would be necessary to eliminate not only social class but social hierarchies as well........ Hierarchy and domination, in Bookchin’s view, historically provided the substrate of oppression out of which class relations were formed”.9
However, Janet Biehl believes that Ocalan’s theory is almost the same as Bookchin’s and that Ocalan put Bookchin’s theory into practice. As she said on one occasion: “The way I think of it, Bookchin gave birth to the baby, and Abdullah Ocalan raised it to a child.” 10 She continued, noting that “Ocalan altered some of Bookchin’s original model. Bookchin was an anarchist, and as such he was opposed to all hierarchies, of race, of sex, of gender, of domination by state, of interpersonal relations. Mr Ocalan emphasised gender hierarchy and the importance of the liberation of women. [That is] one of the biggest theoretical changes I can see.” 10
In addition to these similarities and differences, in my opinion there is another main difference between Bookchin and Ocalan. Bookchin sees building libertarian municipalities as the foundation of confederalism. This building relies purely and completely on the education, organisation and participation of the people. Ocalan believes that participation is the people’s own job and should be done through mass meetings/assemblies to discuss and debate existing and related issues, and that decisions should be made collectively. The main tool that can be used for this purpose is direct democracy and direct action.
For Ocalan, although the aim is the same, as I have shown above, the way of to get to the destination, to a certain extent, or at least as far as we can see in Rojava and Bakur, is different. Until this moment Ocalan is the leader of PKK and he is the spiritual leader of the Kurds in Bakur and Rojava, as well as of many people in Basur and Rojhalat [Iraqi and Iranian Kurdistan respectively]. It is true that Ocalan contacted his party and his people when he had the chance from his prison cell. He tried hard to convince them to transform the PKK into a social movement. As a result, there was a lot of discussion in 2012 and after about the idea of rejecting the nation-state, committing to a ceasefire and discussing anarchism. However the PKK did not transform into what many of us, probably Ocalan included, suggested and wanted.
Once all the contact between Ocalan and the outside was cut off in April 2015 and a new situation emerged when Erdogan announced a very brutal war against all Kurdish people, not just the PKK, the PKK became more militarised. So for the PKK it became more important to concentrate on fighting than to continue the discussion that commenced in 2012. In Rojava more or less the same thing happened. However, there, instead of having to fight the Assad Regime, it was forced to fight against Isis in defence of Kobane and other places*. There is no doubt that during a war in any country the mass movement will be weaker and the military will be stronger. So too in Kurdistan, Bakur and Rojava, the PKK and the Democratic Union Party (PYD) became more powerful at the expense of the mass movement.
From this I can conclude that in Bakur and Rojava a couple of high-disciplinary and authoritarian political parties, PKK and PYD, are behind building democratic confederalism in both Kurdistan, Bakur and Rojava. It is these parties that are the ones making major decisions, planning and designing the policies, and also setting up diplomatic relationships with other countries and other political parties. It is they who negotiate with their enemies or the states, and make war or peace. Of course, these are very big issues and extremely important as they shape the future destination of the society. However, unfortunately it is the political parties which are making these decisions and not the people in their own assemblies and mass meetings, or through direct action.
For Bookchin building Libertarian Muncipalities and confederalism is the task of people, or “Citizens” as he called them, but for Ocalan and PKK, at least at the moment, it is the task of political parties.
Finally we can ask ourselves a question: is what exists in Rojava democratic confederalism?
This is a difficult question especially for me to answer while I am confined to reading about Rojava, following the news on Rojava TV , Radio, websites and social media, especially Facebook. I believe that to answer this question properly and to understand all sides of this issue in relation to the future of Rojava, I may need to go there to do some essential research. This needs to include visiting cities, towns and villages, speaking to and interviewing people at every level and section of society. Visiting the Communes and participating in their meetings, following their decisions, seeing the Cooperatives, analysing the balance of power between the Movement for a Democratic Society (Tev-Dem) and the PYD as well as between them and the Democratic Self-Administration (DSA) and many more work for me to do.
We have all noticed that there has been a lot written about democratic confederalism in Rojava. The vast majority of these writings are positive and supportive and agree that democratic confedralism has been built or at least is on its way to being built there.
I believe the main problem with those articles or essays were isolated the major things, events and the role, from the influence and the power of PYD. The comrades who wrote these articles did not think or did not want to mention that building confederalism and democratic confederalism should be the task of anarchists. It is the anarchists, not political parties, who should participate and involve themselves through the mass movement in this process of building confederalism and democratic confederalism, because some issues that come up can be resolved completely through the libertarian muncipalism that is the foundation of the libertarian society. Bookchin wrote “before the class society there was “However we should not see democratic confederalism (or communalism) as separate from anarchism because they very much follow the tradition of classical anarchism.” 4
In the case of Rojava many questions remain to be asked and many outstanding issues queried, such as: Is everybody free to be involved in politics and take part in the meetings to make the decisions? Are the issues I raised in the previous page discussed and the decisions about them taken collectively through the mass meetings and by direct action? Are the existing Cooperatives really owned by the communes, the Democratic Self Administration (DSA), or a kind of mixture of private-public ownership; also can everybody be a member regardless of who they are, and finally how are the products distributed? Are the Communes and the Houses of the People really non-hierarchical groups or organisations? Why are the chair and co-chairs in position for such a long time? Is the head of the DSA, and those at the highest levels of the Tev-Dem and the Communes elected through direct democracy or just nomination? How hard is democratic confederalism working towards an ecological society and what has been achieved so far? There are actually many other aspects of democratic confederalism that also need to be questioned.
Those of us so far who have written about democratic confederalism, in my opinion, have not answered many questions or have not been following this project properly. I know some of the comrades and friends who have written about it have not stayed in Rojava long enough to know about all sides of the society and investigate these issues. Additionally, those who have stayed long enough were comrades who were or are with the YPG/J.
Having saying all that, we should agree that when we write and analyse Rojava we should not isolate Rojava from the situation that surrounds it, we should see Rojava’s enemies inside and outside Syria and also the continuing war with Isis, the Assad Regime, Turkey, and the probability that Iraq, Iran and Turkey will come together to fight PKK and Rojava in the future. In addition we should acknowledge that there has been no effective or strong international solidarity from leftists, communists, socialists, trade unionists and anarchists, and the same movement has not emerged in neighbouring countries. Had the situation been different and some of the above conditions met, perhaps Rojava could answer my questions in more positive way and set a better example to follow.
*This article drafted before the State of Turkey’s brutal attack on Afrin which was expected by few of us.
Zaherbaher.com
References
Anarchist and Radical Texts/The Anarchist Sociology of Federalism
2 Libertarian municipalism – Wikipedia https://en.wikipedia.org/wiki/Libertarian_municipalism

3 Biehl J. Ecology or Catastrophe, The life of Murray Bookchin, Oxford University Press 2015, P 227

4 The Meaning of Confederalism | The Anarchist Library https://theanarchistlibrary.org/library/murray-bookchin...m.pdf
5 The politics of Social Economy, Libertarian Municipalism. Biehl, J. P 110 and 118 https://drive.google.com/file/d/0B6YOyGNakE86b3RLY2RZN0...aring
6 http://www.freeocalan.org/wp-content/uploads/2012/09/Oc...m.pdf
7 Democratic Confederalism - ROAR Magazine
8 Capitalism and unmasked gods and naked kings: Manifesto for a Democratic Civilization, Volume ll (page 110). Published New Compass Press, Porsgrun, Norway and International Initiatives edition, Cologne, Germany 2017
9 The Murray Bookchin Reader. Edited by Janet Biehl (page 75) https://archive.org/details/themurraybookchinreader
10 Golphy O. Rojava's democratic confederalism: the experiment of an American theory. 2016. https://www.reddit.com/r/syriancivilwar/comments/4fxpd5...ment/

This page has not been translated into 한국어 yet.

This page can be viewed in
English Italiano Català Ελληνικά Deutsch



Rojava: Mensaje urgente de un compañero anarquista en Afrin

Rojava: Mensaje urgente de un compañero anarquista en Afrin

Sat 24 Feb, 17:58

browse text browse image

Circus. Joan Miró. 1934 imageΕργατική και κοι_... Feb 22 19:02 by Γιώργος Μεριζιώτης / Μάρτιν Μπούμπερ 0 comments

cab.jpg imageNota da CAB sobre a Intervenção federal e militar no Rio de Janeiro Feb 22 06:46 by Coordenação Anarquista Brasileira 0 comments

Intervenção federal e militar no Rio de Janeiro. imageA intervenção federal no Rio de Janeiro e o xadrez da classe dominante Feb 22 06:41 by FARJ 0 comments

w04155319syllalhthriosyntagma4.jpg imageΤο εθνικιστικό σ`... Feb 21 18:07 by Aναρχική Συλλογικότητα mⒶnifesto 0 comments

anarchy_rojava_stim.jpg imageConfederalism, Democratic Confederalism and Rojava Feb 21 06:06 by Zaher Baher 0 comments

ramaphosa.jpg imageOut with the old, in with the not so new Feb 19 14:58 by Shawn Hattingh 0 comments

textAgainst Imperialism: International Solidarity and Resistance Feb 10 19:57 by Archive 0 comments

26232864_1606405956113067_8790640267982520795_o1.jpg imageThe Cacahuatepec Massacre, Guerrero: First notes concerning an emergency that “nobody want... Feb 08 16:20 by Demián Revart 0 comments

81h4db0jjjl.jpg imageFire and Fury in the Time of Trump Feb 08 02:08 by Wayne Price 0 comments

world_october_revolution_poster.jpg imageLa revolución rusa. Una interpretación crítica y libertaria Feb 04 08:37 by Agustín Guillamón 0 comments

p_29_11_2016.jpeg image¿Por dónde cortar el nudo gordiano en la negociación ELN-Gobierno de Colombia? Feb 03 09:06 by José Antonio Gutiérrez D. 0 comments

Collage showing politicians who announced referendum in front of one of the protests that forced them to act imageDecades of organising wins new abortion referendum in Ireland Feb 02 18:43 by Emilia & Andrew 0 comments

pa31112863.jpg imageGeopolítica del pueblo kurdo y el caso de Rojava Feb 01 22:15 by Ercan Ayboga 0 comments

textVanguards of Humanity: Why I support Afrin & the Rojava Revolution Feb 01 19:22 by Marcel Cartier 0 comments

logocabtodas.jpg imageΓια μια Θεωρία τη ... Jan 31 21:12 by Coordenação Anarquista Brasileira 0 comments

turkeyinvadesafrin_jan2018_1.jpg imageSolidarity for Afrin and Rojava against the Turkey State Jan 30 23:58 by KAF 1 comments

javierderiba_rojavasmall.jpg imageA call for solidarity: defend Afrin — defend humanity! Jan 29 06:41 by Dilar Dirik 0 comments

pa31112863.jpg imageThe geopolitics of the Kurds and the case of Rojava Jan 29 06:38 by Ercan Ayboga 0 comments

df0c1da5b22e4a8fbe74d256ebb68e2a_3.jpg imageAfrin: la guerra degli Stati verrà sconfitta dalla guerra popolare Jan 28 17:41 by Devrimci Anarşist Faaliyet 0 comments

textSaguenay (Canada) : Les morts vont prendre leur revanche Jan 26 22:48 by Collectif anarchiste Emma Goldman 0 comments

anarchistencountersrusrev.jpeg image[Book Review] “Anarchist Encounters. Russia in Revolution”. Edited by A.W. Zurbrugg (Londo... Jan 25 20:57 by José Antonio Gutiérrez D. 0 comments

df0c1da5b22e4a8fbe74d256ebb68e2a_2.jpg imageLes États en guerre contre les peuples subiront la défaite Jan 25 20:52 by DAF 0 comments

Afrin Halkı Kazanacak imageHalklarla Savaşan Devletler Kaybedecek Jan 25 18:21 by DAF 0 comments

liber.jpg imageΣχετικά με τον εμ ... Jan 25 13:30 by Libertatia 0 comments

daf04.jpg imageΤα κράτη θα ηττηθ ... Jan 24 21:49 by DAF (Αναρχική Επαναστατική Δράση) 0 comments

df0c1da5b22e4a8fbe74d256ebb68e2a_1.jpg imageLos estados en guerra contra el pueblo perderán Jan 24 09:42 by Devrimci Anarşist Faaliyet 0 comments

sk_2.jpg imageRojava: Mensaje urgente de un compañero anarquista en Afrin Jan 24 09:38 by Insurrection News 0 comments

df0c1da5b22e4a8fbe74d256ebb68e2a.jpg imageStates at War with Peoples will Lose Jan 24 09:23 by Devrimci Anarşist Faaliyet 0 comments

“el anterior año fue de los más trágicos en una guerra perpetua que, parece ser, la elite no quiere acabar contra las pobres”. Foto: Contagia radio imageLa consigna libertaria es no olvidar el año viejo Jan 22 23:38 by Steven Crux 0 comments

textThe Yoke of Washington and Wall Street Jan 21 10:08 by David Van Deusen 0 comments

more >>
© 2005-2018 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]