user preferences

Upcoming Events

Miscellaneous

No upcoming events.
Διεθνή / Διάφορα / Νέα Wednesday May 09, 2018 21:53 byεκδ. Σκαντζόχοιρου


Σε αυτόν τον δρόμο, αντιλαμβανόμαστε το Σκαντζόχοιρο σαν το δοχείο που αποτυπώνει μια περιπέτεια παραγωγής ιδεών, στον βηματισμό ενδιάμεσων —ποτέ τελικών— πορισμάτων μιας διαρκούς αναζήτησης, με στόχο την απελευθέρωση της ανθρώπινης πράξης και επιθυμίας. Γι’ αυτό και στην φωλιά του Σκαντζόχοιρου ψάχνουμε να ζεστάνουμε κείμενα, ποιήματα και δημιουργίες που πάνω τους θα φέρουν ακόμα τα αίματα και τις αγωνίες αυτών που τα έφτιαξαν• που πάνω τους θα αποτυπώνεται η αβέβαιη πάλη των δημιουργών τους με τις λέξεις, τις ιδέες, τα χρώματα, τις μορφές.

Σκαντζόχοιρος #5 κυκλοφορούμε σε λίγες μέρες...

Πέρασε ήδη αρκετός καιρός από τότε που ο Σκαντζόχοιρος ξεκίνησε το ταξίδι του, και αισθανόμαστε την ανάγκη να απαντήσουμε σε ένα ερώτημα που κρέμεται στα χείλη πολλών φίλων του: τι είναι —τελικά— ο Σκαντζόχοιρος;

Στο πρώτο τεύχος γράψαμε πως "είναι η επείγουσα ανάγκη μας να ψηλαφίσουμε κατανοήσεις εκτός και ενάντια της κυρίαρχης ιδεολογίας, να δημιουργήσουμε ένα βήμα ελεύθερου στοχασμού και διανοητικής ανταλλαγής, να κάνουμε κριτική στη σύγχρονη επιστήμη και στους μηχανισμούς της". Σήμερα, θέλουμε να προσθέσουμε σε αυτά μερικές ακόμη γραμμές.

Στο Σκαντζόχοιρο επιδιώκουμε συνεχώς να διευρύνουμε την κριτική μας οπτική σε όλο και περισσότερες όψεις του πραγματικού. Αυτή η θέση δεν επισημαίνει μόνο την επιδίωξη μιας θεματολογικής ευρύτητας, την πρισματική περικύκλωση της κυριαρχίας, αλλά έχει συνάμα και μια υλική διάσταση. Θέλουμε η έντυπη συντροφιά μας να ανοίγει διάλογο συνεχώς με νέους συνεργάτες και αναγνώστες, δυο ρόλους που εμείς όχι μόνο δεν βλέπουμε ως διαχωρισμένους αλλά και επιδιώκουμε να γεφυρώσουμε την ισχύουσα μεταξύ τους αντίθεση. Παρότι γνωρίζουμε τους τεχνικούς περιορισμούς ενός εντύπου, επιδιώκουμε το παρόν εγχείρημα να αποτελέσει ένα όχημα μέσω του οποίου θα διανοιχθούν κοιλότητες συζήτησης, διαλόγου, προσανατολισμού και αλληλεπίδρασης. Βλέπουμε τους εαυτούς μας, και κατ’ επέκταση το δοχείο λόγου που μας φιλοξενεί, όχι ως αποκομμένους σχολιαστές της πραγματικότητας αλλά ως ενεργά μέρη ενός ελευθεριακού κινήματος ιδεών και πράξης, ως μια ενεστώσα ελευθεριακή μορφή-της-ζωής.

Η κριτική δεν είναι για εμάς μόνο μια θεωρητική θέση αλλά ταυτόχρονα μια πολιτική και υπαρξιακή στάση• μια ηθική και αισθητική κατεύθυνση• ο αμφισβητίας εαυτός που προκρίνει εκείνη τη θεωρία η οποία αντιτίθεται στο παγιωμένο δόγμα της ιδεολογίας και των κλειστών τεχνοεπιστημονικών προγραμμάτων. Για αυτό και η δική μας στάση αρνείται πεισματικά να χρησιμοποιήσει εργαλεία ξένα προς τους σκοπούς της, τεχνικές αλλότριες στις ηθικές της δεσμεύσεις, όσο δελεαστικές ή αποτελεσματικές κι αν φαντάζουν. Η υπόθεσή μας δεν διεκδικεί τις ακαδημαϊκές αρετές μιας επίπλαστης ουδετερότητας και του μεροληπτικά αμερόληπτου διαφωτισμού της• είναι αντίθετα, αξιακά δεσμευμένη στον κοινωνικό μετασχηματισμό. Με φάρο μια ελεύθερη και δίκαιη κοινωνία — που, κατ’ ανάγκη, σημαίνει: απροκατάληπτα εξισωτική και συνειδητά αυτοδιαχειριζόμενη, μια κοινωνία έλλογα παθιασμένη.
Δεν πιστεύουμε βέβαια πως οποιαδήποτε θεωρία μπορεί να αλλάξει, από μόνη της, την κοινωνία. Αλλά μια θεωρία εννοημένη ως κριτική στάση, εφόσον εδράζεται στην καθολική αμφισβήτηση της κυριαρχίας και εφόσον γειώνεται στα πράγματα, δεν είναι ένα απλό θεωρητικό παίγνιο• είναι ήδη —υπό προϋποθέσεις— και πράξη• μια διαλεκτική, όμως, διάχυτη πράξη, η οποία δεν μπορεί να αναχθεί ούτε στο πεδίο της απλής πρακτικής και του πρακτικισμού αλλά ούτε και σε στεγνές θεωρητικές κατασκευές ή θεωρησιακούς διανοουμενισμούς, καθώς μια τέτοια πράξη-στάση απαιτεί ταυτόχρονα εγγύτητα και απόσταση από την πραγματικότητα, από τα διαδρώντα υποκείμενα / αντικείμενα, τις αγωνίες και τις εμπειρίες τους.

Η θεωρητική ενασχόληση για εμάς δεν στοχεύει στην αναζήτηση μιας νέας κλειστής θεωρίας, στην γέννηση μιας ιδεολογίας, σε μια νέα μεγάλη κατάφαση. Η θεωρία για εμάς είναι μια αγωνιώδης κριτική του άμεσα αντιμέτωπου. Μια κριτική, όμως, υπό το βλέμμα μιας αντεστραμμένης προοπτικής, που δεν στοχεύει μόνο στο ξήλωμα του σκοτεινού μανδύα του παρόντος αλλά και σε μια, αξιακά προσανατολισμένη, γωνία θέασης του ήδη-παρόντος-μέλλοντος και του ανολοκλήρωτου παρελθόντος. Μια κριτική που μετεωρίζεται και πασχίζει να εντοπίσει νοήματα που ούτε θα προσαρμόζονται ρεαλιστικά ούτε θα αντιστέκονται ιδεαλιστικά στα πράγματα, αλλά μάλλον θα συν-αρμόζονται με τα πράγματα, αρνούμενα και καταφάσκοντα συν-χρόνως.

Μια τέτοια στάση στις μέρες μας προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση της αντίφασης: του να παραμένει κανείς υποκείμενο που οραματίζεται ακόμα την ανασύσταση μιας κοινότητας χωρίς να υποστρέφει στη δήθεν συγκολλητική ουσία των επίπλαστων αφαιρέσεων του έθνους, της θρησκείας, της ανάπτυξης ή του «κράτους δικαίου». Γιατί η ανειρήνευτη αντίθεση που σοβεί στα σπλάχνα της κοινωνίας, μεταξύ του κόσμου των δημιουργών και του κόσμου της νεκρής εργασίας —ή με άλλους, πιο πολιτισμικούς όρους, μεταξύ πνεύματος και μη-πνεύματος— δεν μπορεί να υπερβαθεί χωρίς τη ριζική κριτική όλων των θεσμικών και οικονομικών σχέσεων που υποδουλώνουν τον παρόντα κόσμο. Μια τέτοια υπέρβαση όμως δεν θα διαφαίνεται καν στον ορίζοντα όσο το υπαρξιακό, πάσχον δυναμικό της εξέγερσης παραμένει εγκλωβισμένο και ευνουχισμένο, όσο ο υποκειμενικός μετασχηματισμός αναβάλλεται μεσσιανικά.

Σε αυτόν τον δρόμο, αντιλαμβανόμαστε το Σκαντζόχοιρο σαν το δοχείο που αποτυπώνει μια περιπέτεια παραγωγής ιδεών, στον βηματισμό ενδιάμεσων —ποτέ τελικών— πορισμάτων μιας διαρκούς αναζήτησης, με στόχο την απελευθέρωση της ανθρώπινης πράξης και επιθυμίας. Γι’ αυτό και στην φωλιά του Σκαντζόχοιρου ψάχνουμε να ζεστάνουμε κείμενα, ποιήματα και δημιουργίες που πάνω τους θα φέρουν ακόμα τα αίματα και τις αγωνίες αυτών που τα έφτιαξαν• που πάνω τους θα αποτυπώνεται η αβέβαιη πάλη των δημιουργών τους με τις λέξεις, τις ιδέες, τα χρώματα, τις μορφές. Θέλουμε κείμενα ευαίσθητους ανταποκριτές από τα χαρακώματα της καθημερινότητας. Γι’ αυτό και αποφεύγουμε —χωρίς να τις υποτιμούμε— τις ακαδημαϊκές πραγματείες, τα ατσαλάκωτα πορίσματα της αξιολογικής ουδετερότητας. Αυτά άλλωστε έχουν τους χώρους και την προβολή τους.

Διεθνή / Διάφορα / Γνώμη / Ανάλυση Sunday April 29, 2018 22:31 byΕρρίκο Μαλατέστα

Η αποστολή της επιστήμης είναι να ανακαλύπτει τους φυσικούς νόμους και να προσδιορίσει τα όρια που τελειώνει το αναπόφευκτο και αρχίζει η ελευθερία. Η μεγαλύτερη χρησιμότητά της έγκειται στο να απαλλάξει τον άνθρωπο από την ψευδαίσθηση πως μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Όσο οι νόμοι της βαρύτητας ήταν άγνωστοι, ο άνθρωπος μπορεί να θεωρούσε πιθανό ότι γινόταν να πετάξει αν το ήθελε, αλλά παρέμενε στο έδαφος. Όταν η επιστήμη βρήκε τους τρόπους βάσει των οποίων μπορεί κάποιος να επιπλέει ή να κινείται στην ατμόσφαιρα, τότε ο άνθρωπος απέκτησε την ελευθερία να πετάει.

Η επιστήμη, αν και όπλο για να κάνει κάποιος καλό ή κακό, αγνοεί την έννοια του καλού και του κακού. Είμαστε λοιπόν αναρχικοί όχι διότι μας το υπαγορεύει η επιστήμη, αλλά διότι θέλουμε να είναι όλοι σε θέση να απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματα που αυτή προσφέρει.

Στην επιστήμη, οι θεωρίες είναι πάντα υποθετικές και αποτελούν μια βολική μέθοδο συνδυασμού και ταξινόμησης γεγονότων και επίσης χρήσιμο εργαλείο έρευνας για την ανακάλυψη και την ερμηνεία νέων γεγονότων. Δεν είναι όμως η αλήθεια. Στη ζωή – την κοινωνική ζωή – οι θεωρίες αποτελούν για μερικούς ανθρώπους τον επιστημονικό μανδύα με τον οποίο ενδύουν τις επιθυμίες και τη θέλησή τους. Ο επιστημονισμός (δε λέω η επιστήμη), που κυριαρχούσε στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα δημιούργησε την τάση του να θεωρείται ως επιστημονική αλήθεια αυτό που δεν ήταν παρά μόνο η ιδέα, ανταποκρινόμενη στα διαφορετικά συμφέροντα και φιλοδοξίες που είχε το κάθε άτομο.

Ο «επιστημονικός σοσιαλισμός» όπως και ο επιστημονικός αναρχισμός ξεπήδησαν από αυτήν την ιδέα και μολονότι υποστηρίχτηκαν από τους πλέον διαπρεπείς από εμάς, μου φαινόντουσαν πάντα αποκρουστικά κατασκευάσματα, ένα συνονθύλευμα ιδεών και αντιλήψεων που είναι από τη φύση τους πολύ διαφορετικές. Είτε έχω δίκιο είτε άδικο, χαίρομαι πολύ που απέφυγαν τη μόδα εκείνης της περιόδου και δεν παγιδεύτηκαν σε δογματισμούς ή στην ψευδαίσθηση ότι κατέχω την απόλυτη «κοινωνική αλήθεια».

Δεν πιστεύω στο αλάθητο της επιστήμης ή στη δυνατότητά της να επεξηγεί τα πάντα, όπως δεν πιστεύω στο αλάθητο του Πάπα, στην Ηθική και στη θεϊκή προέλευση της Αγίας Γραφής. Πιστεύω μόνο ό,τι μπορεί να αποδειχτεί. Ξέρω όμως πολύ καλά ότι οι αποδείξεις είναι σχετικές και συνεχώς ακυρώνονται ή ξεπερνιούνται από άλλες. Η αμφισβήτηση λοιπόν πρέπει να είναι η κινητήρια δύναμη όσων θέλουν να φτάσουν κοντά στην αλήθεια. Στη θέληση για πίστη, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ακύρωση της λογικής, αντιτάσσω τη θέληση για γνώση, ώστε το τεράστιο πεδίο της έρευνας και της ανακάλυψης να είναι ανοιχτό για μας. Όπως έχω ήδη πει, αποδέχομαι μόνο ό,τι μπορεί να αποδειχθεί με τρόπο που δεν αφήνει λογικά κενά και το ενστερνίζομαι σε σχετικό βαθμό, πάντα προσδοκώντας νέες, πιο ολοκληρωμένες αλήθειες. Σε καμιά περίπτωση λοιπόν πίστη, με τη θρησκευτική έννοια του όρου.

Μερικές φορές λέω ότι η πίστη είναι απαραίτητη ή ότι στον αγώνα μας χρειάζονται άνθρωποι με ακλόνητη πίστη. Υπάρχει ακόμα και μια αναρχική εφημερίδα που ονομάζεται «Fede» («Πίστη»)! Σε αυτήν όμως την περίπτωση, η λέξη χρησιμοποιείται για να εκφράσει την αποφασιστικότητα, τις μεγάλες προσδοκίες και είναι τελείως άσχετη με την παθητική αποδοχή πραγμάτων, που μοιάζουν παράλογα ή ακατανόητα.

Πώς όμως τότε μπορεί να συμφιλιωθεί η αποκήρυξη της θρησκείας και αυτό που ονομάζω συστηματική αμφισβήτηση των επιστημονικών δογμάτων, με τη γρανιτένια θέληση και ελπίδα μου για τον ερχομό της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ανθρώπινης συναδέλφωσης; Η αλήθεια είναι πως δεν καταφεύγω στην επιστήμη όταν δε χρειάζεται. Η λειτουργία της επιστήμης είναι να ανακαλύπτει και να συγκεκριμενοποιεί τα γεγονότα και τις συνθήκες υπό τις οποίες παράγονται και επαναλαμβάνονται. Να αποκαλύπτεται δηλαδή η πραγματικότητα και όχι αυτό που θα επιθυμούσε ο καθένας.

Η επιστήμη σταματά εκεί που τελειώνει το αναπόφευκτο κι αρχίζει η ελευθερία. Εξυπηρετεί τον άνθρωπο επειδή τον αποτρέπει από το να χαθεί σε ψευδαισθήσεις και του παρέχει τα μέσα να αυξήσει το διαθέσιμο χρόνο του και την εξάσκηση της ελεύθερης βούλησής του: η ικανότητα της βούλησης είναι που διακρίνει τον άνθρωπο – και ώς ένα βαθμό όλα τα ζώα – από την αδρανή ύλη και τις ασυνείδητες δυνάμεις. Σε αυτήν την άσκηση της βούλησης είναι που πρέπει κάποιος να αναζητήσει τις βάσεις της ηθικής και τους κανόνες συμπεριφοράς.

Απορρίπτω την κατηγορία περί δογματισμού, επειδή αν και είμαι ακλόνητος και σίγουρος ως προς το τί θέλω, διατηρώ πάντα αμφιβολίες γι’ αυτά που γνωρίζω. Πιστεύω ότι παρ’ όλες τις προσπάθειες κατανόησης και επεξηγήσεις του σύμπαντος δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τίποτα και αναρωτιέμαι αν ποτέ θα το καταφέρουμε.

Δεν με δυσαρεστεί καθόλου βέβαια όταν μου λένε ότι διαθέτω επιστημονική σκέψη. Με χαρά αποδέχομαι το χαρακτηρισμό, διότι το επιστημονικό μυαλό αναζητά την αλήθεια χρησιμοποιώντας λογικές και πειραματικές μεθόδους. Επίσης, δε διατηρεί αυταπάτες ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια αλλά θέλει συνέχεια να ανακαλύπτει, θεωρώντας τα κεκτημένα του σχετικά και αναθεωρήσιμα.

Κατά τη γνώμη μου, επιστήμονας είναι αυτός που ερευνά τα γεγονότα και αντλεί απ’ αυτά λογικά συμπεράσματα όποια κι αν είναι, εν αντιθέσει με αυτούς που πρώτα διαμορφώνουν ένα σύστημα και μετά ερευνούν τα γεγονότα και αποδέχονται φυσικά μόνο αυτά που τους βολεύουν. Δε διστάζουν εννοείται να διαστρεβλώσουν και να παραμορφώσουν τα γεγονότα, προκειμένου να τα παρουσιάσουν ως αποδεικτικά στοιχεία των αντιλήψεών τους.

Ο επιστήμονας χρησιμοποιεί την υπόθεση ως εργαλείο, κάνει δηλαδή κάποιες εικασίες οι οποίες του χρησιμεύουν ως οδηγός και ως κίνητρο στην έρευνά του. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν πρέπει να μετατρέπεται σε θύμα της φαντασίας του, ούτε να προβάλλει τις εικασίες αυτές σαν αυταπόδεικτες αλήθειες ή νόμους με αυθαίρετη εφαρμογή.

Ο επιστημονισμός τον οποίο απορρίπτω και ο οποίος εξαιτίας του ενθουσιασμού που ακολούθησε τις θαυμαστές ανακαλύψεις σε διάφορους τομείς, ήταν η κυρίαρχη τάση στο 2ο μισό του περασμένου αιώνα, είναι η πεποίθηση πως η επιστήμη είναι τα πάντα και είναι ικανή για τα πάντα. Κάθε μερική ανακάλυψη εμφανίζεται ως δόγμα, ως μοναδική αλήθεια. Η Επιστήμη μπερδεύεται με την Ηθική. Η Δύναμη – με τη μηχανική έννοια του όρου – με τη Σκέψη. Ο Φυσικός Νόμος με τη Θέληση. Ο επιστημονισμός οδηγεί λογικά στη μοιρολατρία, στην άρνηση της ελεύθερης βούλησης και της ελευθερίας.

Στην προσπάθειά του να καθορίσει τη «θέση του Αναρχισμού στη Μοντέρνα Επιστήμη» ο Κροπότκιν υποστηρίζει ότι «ο Αναρχισμός είναι μια αντίληψη του σύμπαντος βασισμένη στη μηχανική ερμηνεία των φαινομένων, περικλείοντας όλη τη φύση και την κοινωνική ζωή». Αυτό είναι φιλοσοφία – λιγότερο ή περισσότερο αποδεκτή – δεν είναι όμως ούτε επιστήμη ούτε αναρχισμός.

Επιστήμη είναι η συλλογή και συστηματοποίηση όσων ξέρουμε ή νομίζουμε ότι ξέρουμε. Δηλώνει το γεγονός και προσπαθεί να ανακαλύψει το νόμο που το αποδεικνύει, δηλαδή τις συνθήκες μέσα από τις οποίες το γεγονός παράγεται και επαναλαμβάνεται. Ικανοποιεί συγκεκριμένες διανοητικές ανάγκες και είναι ταυτόχρονα ένα αξιόπιστο εργαλείο δύναμης. Ενώ καταδεικνύει τα όρια της ανθρώπινης δύναμης πάνω στους φυσικούς νόμους προς όφελός του. Η επιστήμη δεν κάνει διαχωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων και χρησιμεύει για καλό ή κακό, για να απελευθερώσει ή να καταπιέσει.

Η φιλοσοφία είναι μια υποθετική επεξήγηση αυτών που ξέρουμε ή μια απόπειρα να μαντέψουμε αυτά που δεν ξέρουμε. Θέτει ερωτήματα τα οποία – ώς τώρα τουλάχιστον –, είναι πέρα από την ικανότητα της επιστήμης και προτείνει απαντήσεις οι οποίες – στην παρούσα γνωστική μας κατάσταση – δεν μπορούν να αποδειχθούν. Όταν η φιλοσοφία δεν είναι απλά κενές λέξεις ή τσαρλατανισμός, μπορεί να γίνει κινητήριος δύναμη για την επιστήμη, παρ’ όλα αυτά όμως δεν είναι επιστήμη.

Η αναρχία αντίθετα, είναι μια ανθρώπινη προσδοκία που δε στηρίζεται σε καμιά πραγματική φυσική ή φανταστική ανάγκη αλλά μπορεί να πραγματωθεί μέσω της άσκησης της ανθρώπινης θέλησης. Επωφελείται των μέσων που προσφέρει η επιστήμη στον άνθρωπο στον αγώνα του ενάντια στη φύση και μεταξύ των αντικρουόμενων βουλήσεων. Μπορεί επίσης να αποκομίσει πολλά από τις προόδους της φιλοσοφικής σκέψης, όταν αυτή βοηθάει τον άνθρωπο να εξελίξει το λογικό του και να διακρίνει πιο ξεκάθαρα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Όποιος όμως μπερδεύει την αναρχία με την επιστήμη ή οποιοδήποτε φιλοσοφικό σύστημα, κινδυνεύει να γελοιοποιηθεί. Ας δούμε όμως αν η «μηχανιστική» αντίληψη του σύμπαντος» επεξηγεί δεδομένα γεγονότα.

Ένα σώμα δεν μπορεί να μεταδώσει θερμότητα σε ένα άλλο χωρίς με τη σειρά του να ψυχραθεί. Μια μορφή ενέργειας δεν μπορεί να μετατραπεί σε άλλη χωρίς να χάσει τα χαρακτηριστικά της. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αν κάποιος έχει δέκα και δώσει πέντε, θα μείνει με πέντε, ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα.

Αν όμως κάποιος έχει μία ιδέα, μπορεί να τη μεταδώσει σε εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς να χαθεί τίποτα και όσο περισσότερο η ιδέα προπαγανδίζεται, τόσο κερδίζει σε δύναμη και αποτελεσματικότητα. Ο δάσκαλος που μεταδίδει αυτά που ξέρει, δε χάνει κάτι από τη δική του γνώση. Αντίθετα, μαθαίνει νέα πράγματα και διευρύνει τους δικούς του ορίζοντες. Αν κάποιος δολοφονήσει έναν ευφυή άνθρωπο, η επιστήμη μπορεί να εξηγήσει τί γίνονται τα φυσικά στοιχεία (η φυσική ενέργεια αυτού του ανθρώπου) και να αποδείξει ότι τίποτα δεν παραμένει από τα φυσικά του χαρακτηριστικά από τη στιγμή που το σώμα του αποσυντίθεται. Την ίδια στιγμή όμως, τίποτα δε χάνεται από υλικής άποψης, επειδή κάθε άτομο αυτού του σώματος μπορεί να εντοπιστεί με όλη του την ενέργεια σε άλλους συνδυασμούς. Οι ιδέες ή οι εφευρέσεις όμως αυτού του ανθρώπου, μένουν ζωντανές και μπορούν να αναπτύξουν την ανθρώπινη σκέψη. Από την άλλη μεριά όμως, οι ιδέες που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει στο μυαλό του ή να διατυπώσει, χάθηκαν μια για πάντα.

Μπορούν οι μηχανιστές να εξηγήσουν αυτήν τη δύναμη, αυτό το ιδιαίτερο γνώρισμα των προϊόντων της σκέψης; Μη μου ζητάτε παρακαλώ να εξηγήσω με διαφορετικό τρόπο αυτό που οι μηχανιστές δεν μπορούν να εξηγήσουν.

Δεν είμαι φιλόσοφος, όμως δε χρειάζεται να είναι κάποιος φιλόσοφος για να καταλάβει τα προβλήματα που ταλανίζουν το ανθρώπινο μυαλό. Το ότι δεν μπορεί να επιλυθεί ένα πρόβλημα, δε σημαίνει ότι είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε αμφίβολες λύσεις. Και ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που οι λύσεις που προσφέρουν οι φιλόσοφοι είναι τόσο πολυάριθμες και αντικρουόμενες.

Και τώρα ας δούμε αν ο «μηχανισμός» μπορεί να συμβαδίσει με τον αναρχισμό.

Σύμφωνα με τη μηχανιστική αντίληψη (και τελικά και με τη θρησκευτική πεποίθηση), όλα είναι προκαθορισμένα και αναπόφευκτα. Αν όντως τίποτα δε δημιουργείται και τίποτα δεν καταστρέφεται, αν η ύλη και η ενέργεια είναι δεδομένες ποσότητες που υπόκεινται στους μηχανιστικούς νόμους, τότε όλα τα φαινόμενα συνδέονται μεταξύ τους με μη αναστρέψιμο τρόπο.

Ο Κροπότκιν υποστηρίζει: «Από τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι κομμάτι της φύσης και η προσωπική και κοινωνική ζωή του το ίδιο – όπως συμβαίνει με την άνθιση ενός λουλουδιού ή με την εξέλιξη της ζωής στην κοινότητα των εντόμων και των μελισσών –, δεν υπάρχει κανένας λόγος περνώντας από το λουλούδι στον άνθρωπο και από την κυψέλη στην ανθρώπινη πόλη, να εγκαταλείψουμε το σύστημα που τόσο καλά μας εξυπηρέτησε και να αναζητήσουμε άλλο, καταφεύγοντας στη μεταφυσική». Και στο τέλος του αιώνα ο μεγάλος μαθηματικός Λαπλάς (Laplace) δήλωσε: «Δεδομένων των δυνάμεων που απαρτίζουν τη φύση και των καταστάσεων ύπαρξης των όντων, μια επαρκούς εύρους ανθρώπινη ευφυΐα θα είναι σε θέση να γνωρίζει το παρελθόν και το μέλλον όπως και το παρόν».

Αυτό είναι το μηχανιστικό σκεπτικό. Ό,τι έγινε έπρεπε να γίνει, ό,τι θα γίνει θα έρθει αναπόφευκτα δια της δυνάμεως ανεξαρτήτως τόπου, χρόνου ή έκτασης. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τί νόημα έχουν η ελευθερία, η βούληση, η υπευθυνότητα; Και σε τί θα χρησίμευαν η εκπαίδευση, η προπαγάνδα, η εξέγερση; Όσο κάποιος μπορεί να αλλάξει την πορεία των άστρων, τόσο μπορεί να παρέμβει στις προκαθορισμένες ανθρώπινες σχέσεις. Και τότε τί; Τί σχέση έχει η Aναρχία με όλα αυτά;

Το γραφείο μας έχει κατακλυστεί από χειρόγραφα καλών συντρόφων που προσπαθούν να αποδώσουν επιστημονική βάση στον αναρχισμό… τα γραπτά τους συνοδεύονται από απολογητικά σημειώματα, με τα οποία ζητάνε συγγνώμη που δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι καλύτερο επειδή… δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσουν! Γιατί λοιπόν να καταπιάνεται κάποιος με πράγματα που αγνοεί, αντί να κάνει σωστή προπαγάνδα βασισμένη στις ανθρώπινες ανάγκες και προσδοκίες;

Δε χρειάζεται σε καμιά περίπτωση να είναι κάποιος γιατρός για να είναι συνειδητοποιημένος αναρχικός. Όταν όμως πρόκειται για επιστημονικό ζήτημα, καλό θα ήταν να υπάρχει στοιχειώδης γνώση πάνω στο αντικείμενο! Ας μη μας κατηγορήσει κάποιος – όπως έκανε πρόσφατα ένας σύντροφος – ότι απαξιώνουμε την επιστήμη. Γνωρίζουμε πολύ καλά πόσο δυνατό, υπέροχο και χρήσιμο πράγμα είναι η επιστήμη. Πόσο βοηθάει στη χειραφέτηση της σκέψης και στον αγώνα του ανθρώπου εναντίον των εχθρικών δυνάμεων της φύσης και γι’ αυτό θέλουμε όλοι να έχουν μια γενική ιδέα της επιστήμης καθώς και τη δυνατότητα να εντρυφήσουν σε μια τουλάχιστον από τις αναρίθμητες εκφάνσεις της.

Στο πρόγραμμά μας, δε λέμε μόνο «ψωμί για όλους» αλλά και «επιστήμη για όλους». Νομίζω όμως ότι για να μπορέσουμε να κάνουμε εποικοδομητική συζήτηση πάνω στην επιστήμη, πρέπει πρώτα να έχουμε ξεκάθαρες απόψεις για το σκοπό και τη λειτουργία της. Η επιστήμη όπως και το ψωμί, δε δίνονται δωρεάν από τη φύση. Κερδίζεται με προσπάθεια και εμείς παλεύουμε να δημιουργήσουμε τις συνθήκες στις οποίες όλοι θα μπορούν να κάνουν αυτήν την προσπάθεια.

Στόχος της επιστημονικής έρευνας είναι να μελετήσει τη φύση, να ανακαλύψει τους «νόμους» που τη διέπουν, δηλαδή τις συνθήκες μέσα στις οποίες το γεγονός παράγεται και αναπαράγεται. Μια επιστήμη εδραιώνεται, όταν μπορεί να προαναγγείλει αυτό που θα συμβεί, άσχετα αν μπορεί ή όχι να εξηγήσει το γιατί. Αν η πρόβλεψη δεν υλοποιηθεί, σημαίνει ότι χρειάζεται να γίνει περαιτέρω και πιο ενδελεχής έρευνα. Η τύχη, η ελεύθερη βούληση, η εξαίρεση, είναι έννοιες άγνωστες στην επιστήμη που ψάχνει το προκαθορισμένο, αυτό που δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Αυτός ο προκαθορισμός, που συνδέει όλα τα φυσικά φαινόμενα στο χώρο και το χρόνο και πρέπει να διερευνηθεί και να αποκαλυφθεί από την επιστήμη, αναφέρεται σε ο,τιδήποτε συμβαίνει στο σύμπαν συμπεριλαμβανομένων και των ψυχολογικών και κοινωνικών φαινομένων; Οι μηχανιστές υποστηρίζουν πως ναι, και πως τα πάντα υπόκεινται στους ίδιους μηχανιστικούς νόμους, τα πάντα είναι προκαθορισμένα βάσει φυσικοχημικών αλληλεπιδράσεων. Αυτό ισχύει από την πορεία των άστρων μέχρι την άνθηση ενός λουλουδιού και από το χτυποκάρδι ενός ερωτευμένου μέχρι το ξεδίπλωμα της ανθρώπινης ιστορίας.

Μετά χαράς δηλώνω ότι το σύστημα αυτό φαίνεται μεγαλειώδες και αν μπορούσε να αποδειχτεί δε θα άφηνε αμφιβολία στον ανθρώπινο νου. Παρ’ όλες όμως τις ψευδολογικοφανείς προσπάθειες των ντετερμινιστών να συμφιλιώσουν το σύστημά τους με τη ζωή και το ηθικό συναίσθημα, δεν υπάρχει πολύ απλά καθόλου χώρος για την ανθρώπινη βούληση και την ελευθερία. Οι ζωές μας όπως και η ανθρώπινη κοινωνία θα ήταν προβλέψιμες και προδιαγεγραμμένες εκ των προτέρων και για πάντα, ενώ η ελεύθερη βούληση θα ήταν μόνο ψευδαίσθηση όπως η πέτρα για την οποία μίλησε ο Σπινόζα η οποία όταν πέφτει συνειδητοποιεί την πτώση και πιστεύει ότι πέφτει επειδή το θέλει.

Αν παραδεχτούμε αυτό που οι μηχανιστές δε γίνεται να αποδεχτούν χωρίς να αυτοαναιρεθούν, τότε είναι παράλογο το να θέλει κάποιος να ρυθμίσει ο ίδιος τη ζωή του, να θέλει να μορφωθεί, να αλλάξει την κοινωνία. Όλη η προσπάθεια και ο αγώνας για καλύτερο μέλλον δεν είναι άλλο παρά το αποκύημα μιας ψευδαίσθησης και άρα καταδικασμένο να σβήσει σαν τέτοιο. Και ξαναρωτάμε, τί θέση έχουν η θέληση και η ελευθερία στην ανθρώπινη ζωή και δράση ή στο μέλλον της ανθρωπότητας;

Για να έχουμε πίστη στις ικανότητές μας ή τουλάχιστον πιθανότητες επιτυχημένων ενεργειών, πρέπει να αποδεχτούμε την ύπαρξη μιας δημιουργικής δύναμης, ενός πρωταρχικού σκοπού, ανεξάρτητου από το φυσικό κόσμο και τους μηχανικούς νόμους. Η δύναμη αυτή ονομάζεται θέληση.

Η αποδοχή αυτής της δύναμης συνεπάγεται την άρνηση της γενικής αρχής της αιτιότητας, κάτι που μπορεί να μπερδέψει τη λογική μας. Αλλά αυτό δε συμβαίνει πάντα όταν προσπαθούμε να βρούμε την προέλευση των πραγμάτων; Δεν ξέρουμε τί είναι η θέληση. Ξέρουμε όμως τί είναι η ύλη ή η ενέργεια; Γνωρίζουμε τα γεγονότα όχι όμως το λόγο για τον οποίο συμβαίνουν. Και όσο και αν προσπαθούμε πάντα καταλήγουμε σε ένα αποτέλεσμα χωρίς αίτιο. Αν όμως θέλουμε να εξηγήσουμε τα γεγονότα, οι πρωταρχικοί σκοποί πρέπει να είναι πάντα παρόντες και ενεργοί και γι’ αυτό θα θεωρήσουμε την ύπαρξή τους ως απαραίτητη – ή τουλάχιστον βολική – υπόθεση.

Υπό αυτό το πρίσμα, η αποστολή της επιστήμης είναι να ανακαλύπτει τους φυσικούς νόμους και να προσδιορίσει τα όρια που τελειώνει το αναπόφευκτο και αρχίζει η ελευθερία. Η μεγαλύτερη χρησιμότητά της έγκειται στο να απαλλάξει τον άνθρωπο από την ψευδαίσθηση πως μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Όσο οι νόμοι της βαρύτητας ήταν άγνωστοι, ο άνθρωπος μπορεί να θεωρούσε πιθανό ότι γινόταν να πετάξει αν το ήθελε, αλλά παρέμενε στο έδαφος. Όταν η επιστήμη βρήκε τους τρόπους βάσει των οποίων μπορεί κάποιος να επιπλέει ή να κινείται στην ατμόσφαιρα, τότε ο άνθρωπος απέκτησε την ελευθερία να πετάει.

Συμπερασματικά, αυτό που πιστεύω είναι πως η ύπαρξη της θέλησης, ικανής να δημιουργήσει νέα αποτελέσματα ανεξάρτητα από τους μηχανιστικούς νόμους της φύσης, είναι μια αναγκαία προϋπόθεση για όσους πιστεύουν στην πιθανότητα της κοινωνικής αλλαγής.

Μετάφραση: Ο.

américa central / caribe / miscellaneous / opinião / análise Wednesday April 25, 2018 03:30 byBrunoL

A América Latina está diante de uma nova guinada à direita, em um período quando o mecanismo eleitoral, a frágil soberania popular parcialmente tolerada pela democracia indireta liberal-burguesa, se vê ameaçado. Até a ilusão de indicar um mandatário em formato quase plebiscitário está concorrendo contra sutis manipulações (através de algoritmos e fake news) culminando com fraudes escancaradas e grosseiras, como é o caso atual de Honduras.

Bruno Lima Rocha, 24 de abril de 2018
A América Latina está diante de uma nova guinada à direita, em um período quando o mecanismo eleitoral, a frágil soberania popular parcialmente tolerada pela democracia indireta liberal-burguesa, se vê ameaçado. Até a ilusão de indicar um mandatário em formato quase plebiscitário está concorrendo contra sutis manipulações (através de algoritmos e fake news) culminando com fraudes escancaradas e grosseiras, como é o caso atual de Honduras.
Em 26 de novembro de 2017 foram realizadas eleições gerais no país centro-americano que nos anos ’80 foi base territorial para a chamada “contra revolução” da América Central, com ênfase na presença imperialista contra o regime sandinista na Nicarágua. Durante a aplicação da “teoria do dominó” na Era Reagan acompanhada do emprego da guerra de extermínio de terra arrasada, Honduras foi o país que recebeu maior contingente de contras nicaraguenses e cujos oficiais de carreira nas forças armadas têm a maior proporção de pessoal militar treinado nos EUA.
A história das eleições de 2017 tem relação direta com o passado pró-imperialista dos anos ’80. O presidente Juan Orlando Hernández (JOH, eleito em janeiro de 2014, oligarca e pró-yankee do Partido Conservador) modificou a constituição do país garantindo o estatuto da reeleição. Vale lembrar que em junho de 2009, o então presidente José Manuel Zelaya Rosales (um oligarca remodelado do Partido Liberal), eleito em 2006, tentou modificar a carta magna do país (escrita por generais formados na Escola das Américas, liderados pelo ditador-general Policarpo Paz García, e decretada em janeiro de 1982) e a resposta da Suprema Corte de Justiça foi autorizar a intervenção militar e empossar a Ricardo Micheletti – cujo governo não foi reconhecido internacionalmente - até a eleição do conservador Porfírio Lobo (em um pleito onde foi proibido a Zelaya de concorrer) em 2010. Desde então a presença política do Partido Liberal - que em um típico giro latino e centro-americano se torna uma legenda progressista e de centro-esquerda – vem sendo tolhida pela força do aparelho de Estado e com a cumplicidade de órgãos internacionais. O próprio Zelaya Rosales retornou ao país após o golpe, ficando protegido dentro da Embaixada do Brasil em Tegucigalpa por mais de quatro meses, até partir para o exílio definitivo. Zelaya participou em 2017 da campanha vitoriosa e fraudada pelo Partido Conservador e hoje coordena a desobediência civil contra o golpe eleitoral.
Não bastasse mudar as regras do jogo com a partida em andamento, JOH concorreu contra Salvador Nasralla (Partido Liberal e indicado político de Zelaya Rosales), e estava perdendo na contagem de votos quando houve um mais que suspeito apagão elétrico no país (a contagem de votos é manual e as cédulas em papel), levando ao Tribunal Supremo Eleitoral de Honduras (TSE) a suspender o anúncio do vencedor. Passados 17 dias, a corte eleitoral dominada por partidários de JOH e apoiadores do golpe de 2009 reconhece a vitória da situação, convertendo Honduras em uma autêntica ditadura civil. O fato político, uma fraude eleitoral evidente através de um governo que alterna a Constituição – permitindo a auto reeleição e não é impedido pela Suprema Corte, o oposto do que ocorrera em 2009 – implica em um novo padrão na América Latina.
Honduras reproduziu na América Central uma vergonhosa fraude eleitoral como a ocorrida no pleito presidencial do México em 2006. Na ocasião Felipe Calderón (concorrendo pelo Partido da Ação Nacional, PAN, de corte neoliberal e que rompera com mais de 70 anos de domínio priista) ganhou a corrida fraudando as urnas contra Andrés Manuel López Obrador (do Partido da Revolução Democrática, PRD, então ex-governador do Distrito Federal de Cidade do México). Novamente a fraude se seu na contagem eleitoral levando o país tanto ao impasse como definindo a ilegitimidade do governo “eleito”. Os votos da cidadania mexicana começaram a ser contados em seis de julho e os resultados só foram confirmados em setembro de 2006. Em Honduras ocorreu algo muito semelhante, somado ao requinte de um suspeito acidente de helicóptero onde estava a irmã do presidente JOH e mais cinco pessoas, mas no momento exato em que o candidato eleito Nasralla estava em Washington pedindo o apoio - não concedido – do Departamento de Estado e da Organização dos Estados Americanos (OEA).
Para além da coalizão eleitoral que ganhou, mas não levou, se verifica diariamente em Honduras um contínuo estado de desobediência civil e indignação coletiva, iniciados em julho de 2009 quando do primeiro golpe civil com aval da Suprema Corte. Tal padrão se mantém e ganhou intensidade na virada do ano de 2017 e agora em 2018. Mais da metade da população sequer reconhece o governo reeleito através da fraude e o Poder Executivo “governa” através do frágil apoio das forças armadas do país e com o aval da Casa Branca.
Como o governo ilegítimo de Juan Orlando Hernandez atua de forma discricionária e assina uma série de parcerias público-privadas, sistemas de concessões e privatizações de quase toda a frágil infraestrutura existente no país, já se afirma que o Partido Conservador em consonância com os EUA instalaram um regime. Este teria como base um poder autoritário civil, eleições fraudadas, frágil legitimidade e, ao mesmo tempo, um consenso de elite local de desmonte das condições básicas do país aderir ao Sistema de Integração Centro-Americano (SICA) e o Mercado Comum do istmo, mas de forma livre e independente, sem abrir para a presença do capital transnacional de forma absurda, sem controle algum e com ausência de soberania. A grande possibilidade do povo hondurenho, do país e dos países vizinhos de alcançar um desenvolvimento baseado em suas próprias necessidades e demandas, seria justamente o oposto, promovendo uma integração horizontal entre os países centroamericanos e sempre defendendo os recursos naturais e a infraestrutura já existentes.
Trata-se de um país com quase dez milhões de habitantes, convivendo com um altíssimo índice de extrema pobreza. O presidente ilegítimo JOH aplica de forma integral o novo modelo de dominação latino-americana: judicialização da política e fraudes dentro do frágil sistema de consulta eleitoral. No centro decisório, as metas estratégicas de desmonte das capacidades nacionais e privatização de áreas estratégicas como setor elétrico, vias públicas, águas. O regime executa mais de 500 projetos privatizantes após a fraude eleitoral.
Honduras se apresenta como o laboratório da distopia neoliberal latino-americana, com o aumento do custo de vida e da pobreza, assim como da rebelião permanente.
Bruno Lima Rocha é cientista político, professor de relações internacionais e de jornalismo
(www.estrategiaeanalise.com.br / www.estrategiaeanaliseblog.com / blimarocha@gmail.com / Canal no Telegram t.me/estrategiaeanalise)

aotearoa / pacific islands / miscellaneous / opinion / analysis Tuesday April 24, 2018 08:06 byPink Panther

The new Labour lead coalition government in Aotearoa/New Zealand has made a number of announcements regarding housing. The reality falls short of these announcements of progress.

With much fanfare the Labour-led government announced in its first budget major changes to supposedly assist beneficiaries who are struggling with housing costs. On April 1st, 2018, the changes, especially to the Accommodation Supplement, took effect but it quickly became apparent the government had given with one hand and taken away with the other.

While the maximum payments in the various Accommodation Supplement zones increased by an average of $15 a week (more in some areas as they were moved to other Accommodation Supplement zones) the majority of those people who had an Accommodation Supplement increase lost their Temporary Additionary Supplement. In effect their payments only increased by the annual cost of living adjustment. For many people that meant less than $5 a week extra in the hand. $5 a week is hardly the major increase in assistance that the government hinted at. Indeed, the actions of the Labour-led government to address the problem of housing have been less than stellar.

When TVNZ revealed on April 12th, 2018, that the Department of Work and Income had issued Advances of Benefit for tents for twenty families the Housing Minister Phil Twyford stated, “It’s not ok for the government to be supplying tents. It might have been acceptable under the past government it’s not under ours … We’re pulling out all the stops with emergency and transitional housing, building thousands of extra state houses, and if people are homeless and don’t have anywhere to live we will do our absolute best to find somewhere for them.” That was a response that was full of the sort of bombastic nonsense and rhetoric that would’ve made U.S President Donald Trump proud.

While the government has announced lofty plans to address the housing shortage, including the announcement that 53 new state houses are planned for the Castor Crescent area in Porirua (Stuff website, March 6th, 2018), nothing has been built up to now.
Housing shortages in most parts of New Zealand have become critical. The NZ Herald stated in an article on November 3rd, 2017, that there was a nationwide shortage of 71,194 houses (44,738 in Auckland alone) according to the Ministry of Business, Innovation and Employment. That’s disgusting in a country that once prided itself on its virtual lack of homelessness.

What is even more disgraceful is that it’s the most vulnerable groups in our society who have found themselves unable to put a roof over their heads. Maori. Pacific Islanders, youth and the mentally ill have been the most heavily impacted by the lack of housing.
With the median rent in Auckland and Wellington being $550 a week and $385 a week nationwide (excluding Auckland) according to Nigel Jeffries, the head of Trade Me Property (NZ Herald, February 26th, 2018), it’s obvious why homelessness has become such a major problem. Even if rental properties were available the rents are simply unaffordable.

The problem regarding housing isn’t just because of the law of supply and demand. Successive governments and local councils have been selling houses either to speculators or to so-called “social housing providers” since the 1980s. This has created a critical shortage of council and state housing to meet the growing need for housing nationwide. Even though the current government has committed itself to building 10,000 state houses a year to meet growing demand there has been no indication that any state houses have been built or that the sale of existing state or council housing has been stopped. Instead, all we are hearing are plans for new state housing developments.

The area of housing is one where we see the ugly face of the ruling elite, the state and Capital. While the state pays lip service to helping those in need of a roof over their head little is done about it. The private sector assures everyone it can provide affordable housing but there is no incentive to build such housing and private landlords openly state they will not rent to people they view as lazy, drug addicted boozers on welfare – if comments on Facebook and Newstalk ZB are any indicator. The property-owning classes oppose any attempts to construct housing intended for working class or low income people if there is any likelihood it would lower their property values. This situation is highlighted by for example, the opposition to a proposed low cost housing project in Awatea Ave in Paraparaumu in which property owners opposed a proposal to build affordable housing because it would create a “ghetto” though no explanation was offered as to how this would be the case. (Paraparaumu ‘ghetto’ plan opposed, Kapiti Observer, November 20th, 2014)

Having a place to live is not, and must not, be a luxury reserved for those deemed to be ‘deserving’. It is a fundamental human right. By “housing”, that doesn’t mean an overcrowded converted garage or a tent in a camping ground.

Anarchist architect and town planner Colin Ward once stated in his book The Hidden History of Housing (London: History and Policy, September 2004), “In the post-war decades popular mythology held that every acre of Britain was precious in the interests of agriculture. Farmers were free to destroy woodlands and hedges, drain wetlands and pollute rivers and water supplies in the interests of increased production. Now that the bubble of over-production has burst, the same people are subsidised for not growing and for returning habitats to what is seen as nature. This results in golf courses and publicly-financed set-aside.

“Unofficial settlements are seen as a threat to wildlife, which is sacrosanct. The planning system is the vehicle that supports four-wheel-drive Range Rovers, but not the local economy, and certainly not those travellers and settlers seeking their own modest place in the sun. These people have bypassed the sacred rights of tenure, but still find their modest aspirations frustrated by the operations of planning legislation. Nobody actually planned such a situation. No professional planner would claim that his or her task was to grind unofficial housing out of existence, and nor would any of the local enforcers of the Building Regulations.

“But all these unhappy confrontations are the direct result of public policy. Something has to be done to change it, and the hidden history of twentieth-century housing offers some currently unconventional models.”

The housing models that have got Aotearoa to this dire point need to be abandoned. It is time to start introducing some of those unconventional models of which Colin Ward spoke, including squatting and collective ownership, into this country. If the homeless wait for private charity or the government of the day to house them they will be waiting a very long time. As of the December 2017 quarter there were 7725 people on the Housing New Zealand waiting list – and they were just the most urgent cases. (Stuff website, February 1st, 2018.) Rather than waiting patiently for the government or the private sector to provide the most basic of human needs, the homeless, those in sub-standard housing and their allies in the community can co-operate together and undertake direct action to achieve their modest goals.

région sud de l'afrique / divers / opinion / analyse Monday April 16, 2018 17:56 byLeroy Maisiri

Cela fait environ cent jours depuis la naissance du "nouveau" Zimbabwe. Cent jour qu'il en est enfin fini des 37 ans de règne autoritaire par Robert Mugabe, chef d'état depuis 1980. Le Zimbabwe a un nouveau président, Emmerson Mnangagwa, qui a accédé au pouvoir grâce à un coup d'état militaire "soft" contre Robert Mugabe et son successeur choisi, Grace Mugabe. Récemment le Zimbabwe a également pleuré la mort de Morgan Tsvangirai, un leader de l'opposition, issu du syndicalisme, qui a passé la plus grande partie de sa vie à se battre contre Mugabe.


Cela fait environ cent jours depuis la naissance du "nouveau" Zimbabwe. Cent jour qu'il en est enfin fini des 37 ans de règne autoritaire par Robert Mugabe, chef d'état depuis 1980. Le Zimbabwe a un nouveau président, Emmerson Mnangagwa, qui a accédé au pouvoir grâce à un coup d'état militaire "soft" contre Robert Mugabe et son successeur choisi, Grace Mugabe. Récemment le Zimbabwe a également pleuré la mort de Morgan Tsvangirai, un leader de l'opposition, issu du syndicalisme, qui a passé la plus grande partie de sa vie à se battre contre Mugabe.

Mais qu'est ce qui a changé? Et que pouvons nous attendre désormais? Cet article s'oppose à la notion selon laquelle "des changements profonds ont lieu". La légère libéralisation de la vie politique (illustrée par l'hommage de Mnangagwa à Tsvangirai par exemple) et certaines promesses de réformes économiques (bonnes et mauvaises) sont certes importantes. Mais les changements à la "Maison Blanche du Zimbabwe" se centrent sur la suppression d'un d'état vicieux type capitalisme gestionnaire pour faire place à un autre, et n'apporteront pas la libération des masses populaires.

Ce remplacement n'aborde pas les problèmes auxquels le Zimbabwe est confronté : une classe dirigeante impitoyable, un état prédateur, un capitalisme en crise et le pouvoir de l'impérialisme. Le problème n'est pas les individus : le système est le problème. Cet article est anti-Mugabe et anti-Mnangagwa, mais il est aussi anti-étatique, contre cette forme d'organisation sociale qu'est l'état. Tous les états oppriment les prolétaires, les paysans et les pauvres, et l'état zimbabwéen en est juste un exemple extrême. Cet article tient l'état du Zimbabwe comme coupable du plus haut degré de restriction individuelle de liberté et de choix économiques, coupable d'interdiction d'une vie digne pour tous les citoyens et coupable de promouvoir les intérêts des élites économiques et politiques (la classe dirigeante) au détriment des citoyens. Cet article rejette l'idée que Mugabe était le champion des pauvres et des sans-terre ainsi que l'affirmation que son éviction était une défaite pour les forces progressistes. Mais il n'y a aucune illusion en ce qui concerne Mnangagwa.

Pourquoi une perspective anarchiste aide-t-elle?

La théorie anarchiste nous aide pour comprendre ce qu'il se passe. Elle fournit une conceptualisation holistique de l'état et de sa classe. L'approche anarchiste explique comment l'état lui-même n'est pas un instrument de démocratie mais un pilier du système de classes : il centralise le pouvoir et la richesse, créant et laissant place à la domination par une minorité et travaillant avec des alliés capitalistes privés. Les changements dans le personnel peuvent affecter la politique et le style, mais pas le système.

C'est exactement ce qui est arrivé au Zimbabwe : la dynastie Mugabe a été évincée, mais le pouvoir de la classe dirigeante n'a pas été supprimé. En fait, il n'y a même pas eu de changement dans le parti politique au pouvoir. Mnangagwa et Mugabe sont du même parti, l'Union Nationale Africaine du Zimbabwe - Front Patriotique (ZANU-PF), qui dirige le pays depuis 1980. La prise de pouvoir est le résultat des scissions du groupe dirigeant du ZANU-PF, qui s'est déchiré en son centre pour savoir qui remplacerait Robert Mugabe. Cela a entraîné un changement de dynamique de pouvoir. Le changement ne venait pas d'en bas, mais à travers Mnangagwa utilisant son pouvoir dans l'armée contre le pouvoir de Mugabe dans la bureaucratie et la police.

La culture politique autodestructrice.

Robert Mugabe est arrivé au pouvoir en 1980, lorsque l'Union nationale africaine du Zimbabwe (ZANU) a remporté les premières élections libres. Mugabe a repris la partie quelques années auparavant, et la partie a maintenu une prise d'étranglement sur le pays depuis. Les années 1980 ont vu les syndicats réprimés et les partis rivaux attaqués : les massacres perpétrés par l'armée contrôlée par la ZANU dans le Matabeleland entre 1983 et 1987 ont tué 20 000 personnes et ont écrasé l'Union populaire du Zimbabwe (ZAPU). ZAPU a été forcé de fusionner en ZANU, maintenant rebaptisé ZANU-PF. Au début des années 1990, la ZANU-PF dirigeait un empire commercial, imposait des politiques néolibérales et se livrait à une corruption généralisée.

Le Zimbabwe a connu une agitation politique massive à la fin des années 1990. Cela a été en grande partie motivé par les syndicats, les groupes d'opposition et les étudiants qui luttaient contre la répression de la ZANU-PF et le néolibéralisme. Les ex-soldats, frustrés par la corruption dans le système des retraites et la lente réforme agraire, étaient actifs. C'est à cette époque que Tsvangirai a fondé le Mouvement pour le changement démocratique (MDC).

Cependant, la combinaison de la répression systématique, de la faiblesse de l'opposition (le MDC a toujours été devancé et manipulé par le ZANU-PF), de la propagande étatique, des élections truquées, du favoritisme et d'un programme de réforme agraire controversé ont permis au ZANU-PF de garder le pouvoir. Des occupations de terres spontanées avaient lieu depuis des années : le ZANU-PF désespéré, faisant face au MDC, détournait les occupations, distribuait les meilleures terres à ses dirigeants et alliés et plaçait le reste sous contrôle de l'État, pour extraire les impôts et les loyers des petits agriculteurs pour ainsi piéger dans des relations de patronage dirigées par le parti. La réforme agraire a également presque détruit la section de la classe dirigeante la plus opposée à la ZANU-PF, les fermiers capitalistes blancs, qui avaient remplacé leur soutien antérieur à Mugabe par un soutien à Tsvangirai.

Le Zimbabwe est passé par un processus de réécriture de son histoire, toute l'histoire devenant une histoire patriotique de Robert Mugabe, un culte de la personnalité où tous ceux qui s'opposaient au régime - ouvriers, étudiants, paysans, pauvres, MDC - étaient considérés comme traîtres et opposants impérialistes. Alors que le financement des anciens alliés de Mugabe - le gouvernement impérialiste britannique - s'éteignait sur les réformes agraires, Mugabe trouva de nouveaux alliés, avides de ressources africaines - le gouvernement chinois, se lançant maintenant dans une grande poussée impérialiste en Afrique. Cela a nécessité l'octroi de concessions chinoises et l'ouverture des frontières pour les importations chinoises bon marché.

Dans cette situation, il y a eu un déclin économique majeur, avec une baisse de l'agriculture et la fermeture de l'industrie locale. Plutôt que de mettre un terme à la dépendance impérialiste, le ZANU-PF n'a fait que négocier avec les impérialistes. Les réformes sociales et éducatives très positives des les années 1980 ont été ébranlées par le néolibéralisme, puis étranglées par la corruption et la crise économique, et le chômage massif - plus de 80% - a contraint une grande partie de la classe ouvrière à entrer dans l'économie informelle. Le syndicat le plus important des années 1990 était le syndicat des travailleurs agricoles ; aujourd'hui c'est fini, et le plus grand syndicat est celui des marchands de rue.

L'état prédateur et ses problèmes.

Le Zimbabwe est devenu un exemple classique d'état prédateur, où le contrôle de l'appareil d'État par une petite élite est essentiel à l'accumulation par cette élite, où cette accumulation repose sur l'extraction des ressources de la société par les impôts, la nationalisation et les pots-de-vin et ou même le capitaliste privé ne peut faire des affaires que s'il remplit des offres publiques. La grande armée joue un rôle clé dans ce système, permettant au processus de s'étendre dans les pays voisins, comme la République démocratique du Congo, où le Zimbabwe a rejoint la guerre.

La survie de la section de la décision basée sur l'état est directement liée à l'exploitation massive et à la répression de la classe ouvrière, des paysans et des pauvres, qui ont été martelés au cours des dernières décennies, constamment économiquement, socialement et politiquement battus.

Ce que cela signifie, c'est que l'état est un site central pour l'accumulation, et cela signifie que les combats pour les bureaux clés et les sections de l'état sont des affaires sérieuses. Au Zimbabwe, la classe dirigeante est maintenant principalement basée sur une élite de l'état en grande partie Noire, qui a fini par compter sur l'accumulation de capital par le biais du pouvoir de l'état. Perdre son poste signifie perdre l'accès à la richesse et au pouvoir.

Le coup d'État a été célébré comme étant sans effusion de sang et il a été accueilli avec joie par les masses, qui sont sorties nombreuses. Mais le déclencheur n'était pas les masses, mais un combat entre deux factions de la ZANU-PF. Les forces utilisées dans le coup d'Etat n'étaient pas le pouvoir du peuple, mais les moyens de coercition contrôlés par l'Etat - plus précisément, par un groupe puissant du ZANU-PF, les généraux autour de Mnangagwa. C'est après tout l'armée qui a placé Mugabe en résidence surveillée, qui a été le premier à occuper les rues, qui a pris en charge toute la radiodiffusion nationale et un général (Mnangagwa) a publié la nouvelle vision du Zimbabwe. Et c'est par le même moyen de coercition que les citoyens ordinaires ont été privés de la possibilité de diriger et de reconstruire un Zimbabwe qui reflète leur lutte. Une fois que l'armée a été utilisée pour régler la question de savoir qui succéderait à Mugabe, les citoyens ordinaires ont été de nouveau déplacés, on leur a dit de retourner chez eux et d'attendre que leur avenir soit à nouveau entre les mains de l'élite étatique. Et la nouvelle direction du ZANU-PF n'était pas si nouvelle : Mnangagwa était un leader de longue date de la ZANU-PF, qui a joué un rôle central dans les massacres du Matabeleland.

La ZANU-PF avait, dès le début, utilisé son contrôle des moyens de coercition - l'armée et la police - pour consolider le pouvoir de ses dirigeants - qui contrôlent complètement l'appareil du parti - afin de détenir le pouvoir de l'état, tout en utilisant les moyens d'administration - la bureaucratie d'état, y compris son contrôle sur la terre, les licences, l'éducation, les médias, etc., pour reconstruire le Zimbabwe en propriété privée de la ZANU-PF. Il ne s'agit pas que de Mugabe. Ce n'est pas aussi simple : il y a eu de durs combats pour empêcher le ZANU-PF de perdre le contrôle et beaucoup de mesures qui aident l'élite de l'état-parti ZANU-PF à accumuler des richesses (comme la corruption et le contrôle des terres) peuvent causer de graves problèmes économiques. De manière générale, les classes dirigeantes sont basées sur des élites économiques (normalement aujourd'hui des capitalistes privés) et des élites politiques (dans l'état), et ces deux secteurs trouvent généralement un terrain d'entente : au Zimbabwe, la crise de la fin des années 1990 ont vu l'élite politique (Noire) écraser l'élite économique (principalement Blanche); mais les masses ont toujours été laissées de côté.

De quoi a besoin le nouveau Zimbabwe?

C'est le cycle de la politique officielle : occuper et prendre en charge l'appareil d'État pour générer un changement transformateur, plutôt que de mettre le pouvoir et la richesse entre les mains des masses.

L'élite dirigeante - dans l'ancienne Rhodésie puis au Zimbabwe - a toujours été incapable de répondre aux besoins populaires. Les décisions ont été basées sur les avantages pour la classe dirigeante. La combinaison d'un règne autoritaire, d'abord sous Ian Smith, puis sous Robert Mugabe, le pouvoir de la classe dirigeante, le manque d'analyse de classe cohérente de la gauche au Zimbabwe (qui considérait l'État comme un outil de changement révolutionnaire) et les faiblesses des syndicats ont permis au Zimbabwe d'être le tabouret de la ZANU-PF.

La vraie et réelle liberté ne passera jamais par le parlement, elle ne viendra pas par des prises de contrôle militaires, ni par des vieillards qui se relayeront pour lancer une rhétorique néo-libérale ou ultra-nationaliste, alors que leurs mains sont couvertes de sang. La vraie liberté pour le Zimbabwe repose sur l'action de masse, qui est le moteur de la transformation pour construire un véritable socialisme démocratique sans état, basé sur l'autogestion, la liberté politique, la tolérance et la propriété commune : l'anarchisme. Tant qu'il y aura ne serait-ce qu'un seul zimbabwéen qui se retrouve sans nourriture, qui n'a pas les moyens de s'éduquer, qui n'a pas accès au logement, à l'emploi, à la dignité, notre combat n'est pas terminé. Ce qu'il faut, c'est sortir de l'illusion Mnangagwa et commencer à s'organiser concrètement parmi les masses, pour la liberté et la justice, et comprendre clairement que l'état est une structure hiérarchique et bureaucratique qui aide à créer la minuscule classe dirigeante qui nous opprime tous.

On peut y résister mais on ne peut pas l'utiliser. »

This page has not been translated into 한국어 yet.

This page can be viewed in
English Italiano Català Ελληνικά Deutsch



Rojava: Mensaje urgente de un compañero anarquista en Afrin

Rojava: Mensaje urgente de un compañero anarquista en Afrin

Miscellaneous

Sun 27 May, 06:22

browse text browse image

no5.jpg imageΣκαντζόχοιρος #5 May 09 21:53 by εκδ. Σκαντζόχοιρου 0 comments

2_1.jpg imageΑναρχισμός και ε`... Apr 29 22:31 by Ερρίκο Μαλατέστα 0 comments

fraude_honduras.jpg imageHonduras: governo ilegítimo e regime autoritário civil Apr 25 03:30 by BrunoL 0 comments

house.jpg imageHousing in NZ: Rhetoric .v. Action Apr 24 08:06 by Pink Panther 0 comments

zimbabwepolitics_1.jpg imageOù en est-on désormais au Zimbabwe? Une perspective anarchiste et syndicaliste après l'acc... Apr 16 17:56 by Leroy Maisiri 0 comments

screen_shot_20180415_at_5.53.png imageCarta Opinión FAU - Marzo Apr 16 00:55 by Federación Anarquista Uruguaya 0 comments

comunicatcntcat_1.jpg imagePosicionament de la CNT Catalano-Balear Davant L’actual Situació Política a Catalunya Apr 13 03:31 by Secretariat Permanent del Comitè Regional 0 comments

comunicatcntcat.jpg imagePosicionamiento de la CNT catalano-balear ante la situación política en Cataluña. Programa... Apr 13 03:28 by Secretariado Permanente del Comité Regional 0 comments

29432501_2022534487962431_4358274405273436160_o.jpg imageThe fire of Kawa's will burn, the struggle against Dehaqs will keep on Mar 23 20:34 by DAF 0 comments

textElections in Russia, 2018: Managed Democracy? Mar 23 00:08 by David Mandel 0 comments

cosatu__educate_consolidate_advance_colour.jpg imageAlternatives from the Ground Up Mar 17 21:59 by Lucien van der Walt 0 comments

p_05_02_2018.jpeg imageThe dangers of focusing all our attention on Donald Trump Mar 11 22:55 by Jerome Roos 1 comments

zimbabwepolitics.jpg imageWhere to now Zimbabwe? An anarchist / syndicalist perspective after the dust has settled Mar 08 05:57 by Leroy Maisiri 0 comments

ramaphosa.jpg imageOut with the old, in with the not so new Feb 19 14:58 by Shawn Hattingh 0 comments

cgt.png image"Los trabajadores recordamos perfectamente los recortes del gobierno de Artur Mas en Catal... Jan 15 13:31 by Mario Hernández 1 comments

56748b89160000d400eb9479.jpeg imageSans nationalités ni frontières, s’éveille un Kurdistan libertaire Jan 04 09:11 by Pierre Bance 0 comments

no_indulto.png imageAlgunas ideas para entender al fujimorismo Dec 29 23:55 by Cusco Libertario 0 comments

p_27_10_2017.jpeg imageEntrevista con Embat: "Nuestra responsabilidad de anarquistas es convertir lo que se esté ... Dec 28 17:52 by José Antonio Gutiérrez D. 0 comments

1o_referendum_1_de_octubrecatalunadeclaracion_unilateral_de_independenciaespana_250986131_48825056_1024x576_1.jpg image[Catalunya] Continuismo o ruptura. Sobre las elecciones del 21D, Dec 27 20:44 by Embat 0 comments

1o_referendum_1_de_octubrecatalunadeclaracion_unilateral_de_independenciaespana_250986131_48825056_1024x576.jpg image[Catalunya] Continuisme o ruptura. Sobre les eleccions del 21D Dec 25 18:29 by Embat 0 comments

00_protesta_25749.jpg image“¡Que Se Vayan Todos!” – A New Rebellion in Argentina? Dec 23 14:31 by Acción Socialista Libertaria 0 comments

jeursalim_280915.png imageReconnaissance par Trump de Jérusalem comme capitale d'Israël : de l'huile sur le feu qui ... Dec 20 02:54 by Commission Internationale 0 comments

textCarta Opinión Noviembre Dec 05 17:11 by Federación Anarquista Uruguaya 0 comments

23621210_1554466087979679_7958404320359471288_n.jpg imageΠολιτική Φύση τη`... Nov 27 18:38 by Eλευθεριακή κοινότητα 0 comments

ap_17274270518815353x221.jpg imageΗ ανεξαρτησία τω_... Nov 22 18:39 by Σαλβαδόρ* 0 comments

azadi.jpg image[Catalunya] Propuesta de organización para los Comités de Defensa de la República inspirad... Nov 20 00:54 by Azadi 0 comments

textFace à la situation en Catalogne Nov 08 01:13 by Several Organizations 0 comments

anarchistbanneratantiprivatisationforummarchjohannesburgca2007.jpg imageThe Way Forward for South Africa Nov 07 23:19 by Nkululeko Khubisa 0 comments

fe2c81936cc3d6fe91420254b7e4543f.jpg imageΑνακοίνωση CGT, CNT, Solidaridad Obrera Nov 04 17:25 by CGT, CNT, Solidaridad Obrera 0 comments

cnt_3.jpg imageCatalonia: “It is Not Just a Question of Redrawing a Border” Nov 02 23:50 by José Antonio Gutiérrez D. 0 comments

more >>
© 2005-2018 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]