user preferences

Το παρόν αποτελεί μέρος της μπροσούρας με τα κείμενα του Ομάρ Αζίζ (Συρία, 2011-2012). Πρόκειται για μερικές σκέψεις του εκδοτικού εγχειρήματος Hourriya. Αφήσαμε, επίτηδες, τον αναγνώστη αυτού του ντοκουμέντου να διαμορφώσει άποψη, απορίες, προβληματισμούς, χωρίς να προηγείται (όπως συνηθίζεται) η γνώμη των «εκδοτών», μεταφραστών ή μεγαλοσχημόνων πανεπιστημιακών.

Τα κείμενα αυτά, είναι αλήθεια, δεν πολυκυκλοφορούν, δεν συζητιούνται, δεν είναι της «μόδας», γιατί ακριβώς ξεφεύγουν από τη γνωστή πεπατημένη οδό: Nα παίρνουν θέση είτε με τους «καλούς» είτε με τους «κακούς» ιμπεριαλιστές, είτε με τον Άσαντ, είτε ειτε με το ευρύτερο ένοπλο κίνημα με τις διάφορες ποικιλίες του. Πρώτα απ’ όλα «ανακαλύφθηκαν» λίγο αργά, από σύρους αλληλέγγυους που ζουν στην Ευρώπη. Έπειτα δεν είναι αρκετά σε όλους: υπενθυμίζουμε ότι ένα μέρος της αναρχίας και της ακρο-αριστεράς στην Ευρώπη υποστηρίζει ανοιχτά ή συγκαλυμμένα τον Άσαντ (και τους συμμάχους του Ιρανούς, Ρώσους και Λιβανέζους της Χεζμπολάχ). Τέλος, ό,τι συνέβη στη μαχόμενη κοινωνία της Συρίας, στην αρχή τουλάχιστον του ξεσηκωμού (2011- 2012), δεν έτυχε, προφανώς, της προβολής από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, ούτε οι εξεγερμένοι είχαν εκείνες τις δομές επικοινωνίας που θα μπορούσαν να προβάλλουν, πέρα από τις μάχες, τις προσπάθειες αυτοοργάνωσής τους έξω και ενάντια στο κράτος της Συρίας, όπως έγινε π.χ. με την περίπτωση της Ροζάβα στη Βόρεια Συρία-Κουρδιστάν.

Τα κείμενα αυτά πρωτοτυπώθηκαν το 2013 στη Γαλλία. Εμείς αργήσαμε κατά... τέσσερα χρόνια. Τώρα τα γνωρίσαμε. Μεγάλη η πολιτική ευθύνη (ή η ανευθυνότητα). Ας είμαστε όμως ειλικρινείς: δυστυχώς, μάλλον πρόκειται για «επικήδειο», διότι η στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης στη Συρία τείνει ή έχει πετύχει (σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπάρχουν) να καταστρέψει σχεδόν τις περισσότερες επιτυχίες και προσπάθειες κοινωνικής οργάνωσης «από τα κάτω» (έτσι, τουλάχιστον όπως άρχισαν το 2011 και περιγράφονται στις προτάσεις του Ομάρ Αζίζ) και να περιορίσει τον ρόλο τους στην παροχή υπηρεσίων. Κι είναι πράγματι κρίμα που αρχίζουμε με έναν απολογισμό της εξέγερσης/επανάστασης στη Συρία, χωρίς να έχουμε ζήσει (έστω κι από μακριά) τα γεννητούρια, τα πρώτα βήματά της και την μετέπειτα εξέλιξή της. Κι ήμασταν, κι είμαστε τόσο κοντά.... Μερικά τσιγάρα δρόμος.

Τα κείμενα αυτά, λοιπόν, γράφτηκαν σε ενεστώτα χρόνο, δηλαδή στη διάρκεια και στην εξέλιξη της εξέγερσης/επανάστασης. Δεν είχαν την πολυτέλεια της ιστορικής ανάγνωσης, δηλαδή να γραφτούν αφού τα γεγονότα, με αρνητικό ή θετικό πρόσημο, θα είχαν καταλαγιάσει και θα ήταν πλέον παρελθόν, δηλαδή ιστορία. Είναι γραμμένα μέσα στη δίνη των κοινωνικών, πολιτικών και στρατιωτικών συγκρούσεων. Και είναι πάντα δύσκολο στη διάρκεια μιας εξέγερσης/επανάστασης, όπου οι παράγοντες που την επηρεάζουν μπορεί να μεταβάλλονται από μέρα σε μέρα ή ακόμα κι από ώρα σε ώρα, να επιχειρεί κάποιος να θέσει κάποιες «σταθερές» σχετικά με την εξέλιξη των γεγονότων. Γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς είναι αξιοσημείωτη η πρόβλεψη- προφητεία του Ομάρ Αζίζ σχετικά με τον κίνδυνο της στρατιωτικοποίησης: Να ξεφύγει, δηλαδή ο έλεγχος της κατάστασης από τη μαχόμενη κοινωνία και τα «τοπικά συμβούλια συντονισμού» και να μιλήσουν, όπως τελικά έγινε, μόνο τα τουφέκια...

Τα κείμενα του Ομάρ είναι μία προσπάθεια σκιαγράφησης ενός προσωρινού (συγκυριακού) σχεδίου κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης σε συνθήκες εξέγερσης/επανάστασης. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν μπορεί να είναι μακροπρόθεσμο, σκιαγραφώντας μία μελλοντική κατάσταση κοινωνικής οργάνωσης. Ήταν (και είναι) τόσα πολλά τα προβλήματα που ζητάνε επίμονα άμεσες λύσεις, όπως η ιατρική περίθαλψη, η αναζήτηση και υποστήριξη κρατούμενων, η εύρεση ασφαλούς κατοικίας, η διανομή τροφίμων κ.ά., που είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρχει μυαλό για πολιτικο-ιδεολογικές αναζητήσεις μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης, εν μέσω εξέγερσης/επανάστασης. Επιπρόσθετα, οι καταστάσεις είναι (και ήταν) τόσο ρευστές που είναι ανά πάσα στιγμή πιθανό να συμβούν αναπάντεχες ανατροπές, ιδιαίτερα μετά τη διεθνοποίηση της σύγκρουσης και την ανάμιξη παραγόντων της διεθνούς σκηνής.

Το βασικότερο, και ίσως το σημαντικότερο μήνυμα των γραπτών του Ομάρ Αζίζ, είναι ότι «ο χρόνος (η εποχή) της επανάστασης πρέπει να συνυπάρχει με τον χρόνο (την εποχή) της καθημερινής ζωής». Είναι ίσως μία δια-ιστορική διαπίστωση (και πρόταγμα συνάμα) που ισχύει είτε σε καιρούς εξεγερσιακούς/ επαναστατικούς, είτε σε καιρούς σχετικής κοινωνικής ηρεμίας που ζούμε σήμερα, κάθε φορά βέβαια σε διαφορετικό βαθμό. Στην πρώτη περίπτωση (που είναι αυτή της Συρίας), η επιστροφή στο σπίτι μετά από μια διαδήλωση, μια επιθετική ενέργεια ή μια ενέργεια υποστήριξης, και η ενασχόληση με τα οικογενειακά/κοινωνικά προβλήματα με την προσπάθεια να λυθούν μέσα στον πυρήνα της οικογένειας, σημαίνει, όπως λέει ο Ομάρ, ότι στην ιδιωτική σφαίρα ζεις τη ζωή του συστήματος, το οποίο λίγες ώρες πριν πολεμούσες.

Εφαρμόζοντας αναλογικά το πρόταγμα του Ομάρ Αζίζ στον δυτικό τρόπο ζωής, η πολιτική δράση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στις «πολιτικές δραστηριότητες», αλλά αντιθέτως να εκτείνεται σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, από τις δημόσιες έως και τις πιο ιδιωτικές.

Στη Συρία το σπάσιμο αυτού του διαχωρισμού μεταξύ εξέγερσης/επανάστασης και καθημερινής ζωής επιχειρήθηκε να γίνει μέσα από τη δημιουργία χώρων, όπου τα καθημερινά προβλήματα, οι έγνοιες και οι ανάγκες να τίθενται για επίλυση σε δημόσιο χώρο, μαζί με τους γείτονες και τους κατοίκους ολόκληρης της περιοχής με γνώμονα την αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια. Παράλληλα, αυτοί οι χώροι ήταν/είναι και χώροι κοινωνικής και πολιτικής ανατροπής, όπου όλα τα ζητήματα που απασχολούν την εξέγερση/επανάσταση θα κατατίθενται, θα συζητιούνται και θα επιλύονται, είτε αφορούν την ένοπλη υπεράσπιση της γειτονιάς/πόλης, είτε την αποστολή τροφίμων, ιατρικών ειδών, πολεμοφοδίων σε άλλες περιοχές κλπ.

Το μήνυμα με δυο λόγια είναι: «να ζούμε τη ζωή της επανάστασης μέσα στην καθημερινότητα και τη ζωή της καθημερινότητας μέσα στην επανάσταση». Μια ζωή αξεχώριστη, μια ζωή κοινή, χωρίς διαχωρισμούς ώρας, μέρας...

Θα τολμήσουμε τέλος, να καταθέσουμε μερικούς προβληματισμούς, όχι βέβαια με το δάκτυλο προτεταμένο (και τελικά ποιοι/ες είμαστε εμείς οι «δυτικοί» με τις όποιες ανέσεις, μισθούς, διαβατήρια, διακοπές, πάρτυ, ταβέρνες και μπαράκια για να το κάνουμε), σε αυτούς/ες που ρίσκαραν/ρισκάρουν τις ζωές τους κάθε μέρα, αλλά με τη διάθεση να «ρωτήσουμε» για να μάθουμε και να προχωρήσουμε από δω και πέρα μαζί.

Στα γραπτά του Ομάρ δεν υπάρχει αναφορά σε ζητήματα οργάνωσης παραγωγής προϊόντων, ιδιαίτερα τροφίμων. Υπήρχε κάποιο πρωτόλειο σχέδιο κοινωνικής οργάνωσης παραγωγής τροφίμων, δεδομένου ότι η Συρία ιστορικά ήταν και είναι βασικά αγροτική χώρα; Επειδή η πληροφόρηση είναι ελάχιστη το ερώτημα παραμένει και απάντηση, απ’ ότι τουλάχιστον ξέρουμε, δεν υπάρχει. Ή συμβαίνει ίσως το εξής: Το διατροφικό είχε/έχει αφεθεί αφενός στα χέρια της διεθνούς ανθρωπιστικής βοήθειας, με αποτέλεσμα τα «τοπικά συμβούλια συντονισμού» να ασχολούνται με τη διανομή της, και αφετέρου στα χέρια των ντόπιων μαυραγοριτών;

Παράλληλα, ως ερώτημα τίθεται και το ζήτημα της ιδιοκτησίας της γης. Πέρασαν κάποια κομμάτια δημόσιας ή ιδιωτικής γης σε κοινοτική χρήση για την κάλυψη άμεσων αναγκών; (όπως π.χ. το κάνουν εδώ και αιώνες οι ιθαγενείς του Μεξικό με τα «εχίδος»*).
Επίσης δεν υπάρχουν αναφορές σε όποιες παραγωγικές δραστηριότητες τύπου βιοτεχνίας ή βιομηχανίας και για τον τρόπο που διαμορφώνονται οι «νέες» σχέσεις μεταξύ «εχόντων» και «μη εχόντων», ώστε να συνδυάζεται, όπως σωστά το επισημαίνει διαρκώς ο Ομάρ Αζίζ, «ο χρόνος της επανάστασης» με τον «χρόνο της καθημερινής ζωής». Υπήρξαν προσπάθειες συνεταιριστικής οργάνωσης παραγωγών ή ανέργων που επέστρεφαν από τις μεγάλες πόλεις λόγω ανεργίας; Υπήρξαν καταλήψεις χώρων παραγωγής ή χώρων παραγωγής εγκαταλελειμμένων από τα αφεντικά τους;

Σχετικά με τους εμπόρους και το εμπόριο, που είναι μία από τις βασικές ραχοκοκαλιές της οικονομίας της Συρίας, ποιες ήταν/είναι οι σχέσεις τους με τα «τοπικά συμβούλια συντονισμού», σχετικά με την προσφορά, διανομή προϊόντων π.χ. στους μη έχοντες στους/στις μετακινούμενους/ες από περιοχή σε περιοχή; Υπήρξε δηλαδή κοινωνική εμπλοκή τους;

Το κεφάλαιο που αναφέρεται στη συνεργασία με τον FSA (Ελεύθερο Συριακό Στρατό) προφανώς αναφέρεται στην «πρώιμη» κατάσταση του FSA (2-11-2012), όταν αυτός αποτελείτο από λιποτάκτες και αυτομολήσαντες στρατιώτες και αξιωματικούς του Αραβικού Στρατού της Συρίας του Άσαντ, κι όχι στη μετεξέλιξή του σε μία ομπρέλα- πανσπερμία ένοπλων ομάδων, διαφορετικής πολιτικής, θρησκευτικής ή φυλετικής προέλευσης και συμφερόντων, που περνούν ανάλογα με τις καταστάσεις από τη μία πλευρά στην άλλη, με διάφορες ευκαιριακές συμμαχίες αλλά και συμπλοκές μεταξύ τους.

Προφανώς η εξέλιξη αυτή δεν είχε προβλεφθεί από τον Ομάρ Αζίζ. Δείχνει όμως πόσο ρευστή ήταν/είναι η κατάσταση στη Συρία, όπου τα τοπικά, περιφερειακά κι εθνικά συμφέροντα των αντιμαχόμενων εμπλέκονται με τις διεθνείς δυνάμεις που παρεμβαίνουν για να κατακτήσουν σφαίρες επιρροής. Ίσως ο καθαρός διαχωρισμός της μαχόμενης κοινωνίας από τους ένοπλους σχηματισμούς ήταν/είναι η «αχίλλειος πτέρνα» της εξέγερσης/επανάστασης στη Συρία.

Το ερώτημα είναι γιατί δεν μπόρεσαν να υπάρξουν σχέσεις μεταξύ της εξεγερμένης κοινωνίας και των ένοπλων ομάδων ώστε να αποτρέψουν την «αυτονόμηση» του ένοπλου.

Συγκρίνοντας την πορεία των Ζαπατίστας με τη Συρία (αν και σε διαφορετικές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες), μπορούμε να οδηγηθούμε στη διαπίστωση ότι ο μόνος τρόπος για να μην καπελωθεί η μαχόμενη κοινωνία είναι να «υποτάσσεται» το «ένοπλο» στο «κοινωνικό» (αν και αυτό βέβαια, ακόμα και στους Ζαπατίστας δεν έγινε από την αρχή της εξέγερσης το 1994, αλλά έπρεπε να περάσουν δέκα περίπου χρόνια μέχρις ότου ο EZLN «παραχώρησει» την πρωτοκαθεδρία-εξουσία του στις κοινότητες και στα «συμβούλια καλής διακυβέρνησης»).

Ένα άλλο ζήτημα που ταλανίζει τη Συρία, αλλά στην περίπτωσή μας και τους αλληλέγγυους/ες, είναι η χρήση της τρίστερης σημαίας στη Συρία από σχεδόν όλους τους αντικαθεστωτικούς. Η ανυπαρξία ενός νέου συμβόλου που θα μπορούσε να «εκπροσωπεί» τους εξεγερμένους μακριά από εθνικές ή θρησκευτικές αναφορές, θα αποτελούσε ίσως ένα πολιτικό και ιδεολογικό φίλτρο ξεκαθαρίσματος μέσα κι έξω από τη Συρία.

Τέλος, σχετική έκπληξη προκαλεί η εμπιστοσύνη στο Εθνικό Συμβούλιο (που αποτελείτο την περίοδο 2011-2012 από αγωνιστές μέχρι εκπροσώπους κομμάτων, όπως γράφει ο Ομάρ Αζίζ), είτε σχετικά με τη διαχείριση χρημάτων, είτε σχετικά με τη «νομιμοποίηση» του αγώνα των εξεγερμένων σε διεθνές επίπεδο. Η ερώτηση-απορία είναι γιατί τα τοπικά συμβούλια, οι διάφορες ομάδες, οι συνελεύσεις πόλεων, υπαίθρου, και γενικότερα οι κοινωνικοί σχηματισμοί δεν πήραν την πρωτοβουλία να φτιάξουν ένα αντιπροσωπευτικό συντονιστικό «από τα κάτω» (χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα μία σίγουρη δικλείδα ασφαλείας), όπως το έχουν κάνει οι ιθαγενείς στο Μεξικό μέσω του «Εθνικού Ιθαγενικού Κογκρέσου»;

Ας σημειωθεί ότι το Εθνικό Συμβούλιο κατέληξε να καπελώνεται από την Μουσουλμανική Αδερφότητα και να γίνει το φερέφωνο των δυτικών, χάνοντας τη σύνδεσή του με τους «από κάτω».

Αυτά τα δύο τελευταία σημεία (FSA, Εθνικό Συμβούλιο) είναι ίσως τα δύο σημεία που δεν μπόρεσε να «μαντέψει-προβλέψει» το κείμενο του Ομάρ Αζίζ. Δεν πρόκειται προφανώς από την πλευρά μας για επίκριση αλλά για ιστορική διαπίστωση. Βέβαια εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς.

Προφανώς ο Ομάρ Αζίζ δεν μπορεί να απαντήσει στους παραπάνω προβληματισμούς. Και θα ήταν ευχής έργο αν ζούσε, να μπορέσει να κάνει κι εκείνος τον απολογισμό του και να μας απαντήσει σε όσα καταθέτουμε. Ίσως όμως οι σύντροφοι/ισσες του, οι συναγωνιστές/ριες του, αν φτάσουν βέβαια κάποτε αυτές οι γραμμές στα χέρια τους (που θα προσπαθήσουμε να μεταφραστούν και να διαχυθούν στον «αραβικό κόσμο»), να μπορέσουν να απαντήσουν για να αρχίσει έστω και αργά ένας διάλογος, ελπίζοντας ότι τις επόμενες φορές, όπου κι αν ξεσπάσει η εξέγερση/επανάσταση, θα είμαστε από την αρχή μαζί και «συνένοχοι» κι όχι μόνο «αλληλέγγυοι».

*εχίδος: μορφή κοινοτικής ιδιοκτησίας της γης που ήταν απαράγραπτη και αναπαλλοτρίωτη. Τα εχίδος είναι χώροι συλλογικής ιδιοκτησίας που ελέγχονται άμεσα από τους ιθαγενείς μέσω συνελεύσεων αυτών που καλλιεργούν τη γη ατομικά ή συλλογικά. Τα εχίδος καταργήθηκαν με την αλλαγή του άρθρου 27 του συντάγματος το 1992 από τον τότε πρόεδρο του Μεξικό, Σαλίνας. Ωστόσο, οι ιθαγενικές κοινότητες τα διατηρούν, «νομιμοποιώντας» τα με τη θέληση και την πρακτική τους.

international / anarchist movement / review Sunday May 13, 2018 14:41 byWayne Price

Reviewing Lundstrom's "Anarchist Critique of Radical Democracy" leads to a discussion of what "radical democracy" could mean and whether anarchists should support it. Some anarchists oppose "democracy" of any sort because they regard "majority rule" as inherently oppressive and un-anarchist. This view is criticized and rejected in favor of a view of anarchism as democracy without a state.

While it is conventional to regard “democracy” as supremely good, there is a great deal of unclarity over what it actually means, in theory and in practice. This little book by Markus Lundstrom addresses that topic. it begins with a discussion of “radical democracy.” It ends with a review of “democracy” from the viewpoint of various anarchists. In between it applies radical democratic theory to a 2013 rebellion (“riot”) in a multi-national town in Sweden.

I will call the existing state form in the U.S. and Europe “bourgeois democracy.” (It is also called “representative democracy,” “liberal democracy,” “parliamentary democracy,” and so on.) It functions together with a capitalist, market-based, and completely undemocratic, economy. (The ideological rationalization of the capitalist economy is not a claim to “democracy” but to “freedom.”) Anarchists are in revolutionary opposition to capitalism and to all versions of its state, including bourgeois democracy. The question is what should be raised as an alternative.

Radical Democracy

“Radical democracy” is used by some reformists to mean “extending democracy” in bourgeois democracy. “Democratic socialists” (reformist state socialists) wish to create a more representative and democratic form of the existing semi-democratic state. And they wish to expand “democracy” economically by using this improved state. They suggest nationalizing some industries, regulating others better, promoting worker representation on corporate boards, promoting cooperatives, etc. Lundstrom quotes Chantal Mouffe advocating “a profound transformation, not a desertion, of existing institutions.” (80) Whatever the value of such reforms (and whatever the likelihood of achieving them), such a program does not break radically with bourgeois democracy.

Others use “radical democracy” to indicate a vision of an alternate society. This includes workplace councils in socialized industries, popular assemblies in neighborhoods, and self-managed voluntary associations. Everyone participates. Decisions are made through face-to-face direct democracy. Councils and assemblies are associated through networks and federations. It is claimed that modern technology has the potentiality to fit such a council system. In the opinion of myself and others, this conception of radical democracy is entirely consistent with the mainstream of anarchist tradition—and with a view of anarchism as being extreme democracy without a state.

However, Lundstrom bases his conception of radical democracy on his interpretation of Jacques Ranciere (2014). “Radical democratic theory typically acknowledges the contentious, conflictual nature of democracy….Democratic life, people’s political activity outside the state arena, is recurrently targeted by the democratic state: the police-accompanied decision-makers of municipalities or nation-states…. [This is] democratic conflict—the antagonism between governors and governed….” (Lundstrom 2018; 14) “Democratic life” is the striving of people to mobilize and organize themselves to satisfy their needs and desires—to live their lives as they want. But such self-activity clashes with the “democratic state.” Really a form of “oligarchic government,” this state uses representative democratic forms to co-opt and/or repress the population into passivity and acceptance of its rule.

Lunstrom’s and Raniere’s approach can be a useful way of looking at “democratic” conflicts. I would describe it as “democracy-from-below” versus “democracy-from-above.” It does not necessarily contradict the vision of councilist direct democracy. That could be postulated as a possible outcome if “democratic life” eventually wins out over the “democratic state.”

However, as an analysis it has a weakness. Although well aware of economic influences on the governing democratic state, neither Lundstrom nor Ranciere appear to accept a class analysis of the state. A version of a class analysis of the state was developed by Marx, but anarchists also have their version. Peter Kropotkin wrote, “The State is an institution which was developed for the very purpose of establishing monopolies in favor of the slave and serf owners, the landed proprietors,…the merchant guilds and the moneylenders,…the ‘noble men,’ and finally, in the nineteenth century, the industrial capitalists….The State organization [has] been the force to which the minorities resorted for establishing and organizing their power over the masses….” (2014; 187-9)

To be clear: a class theory of the state does not deny that, as an institution, the state, with its personnel, has its own interests. It does not deny that there are other pressures than those of the capitalists which influence state policies. It does not imply that the state simply takes direct orders from businesspeople. A class theory of the state says that, overall, the state serves the interests of the capitalist class and the capitalist system—essentially the drive to accumulate capital by exploiting the working class. The capitalist class needs the surplus value squeezed out of the workers. Without that extra amount of wealth, the capitalist class cannot survive, nor can its institutions, including the state.

The conflict is not only “between governors and governed,” in Lundstrom’s terms, but it is also between exploiters and exploited. Therefore it is not enough to attack society’s political decision-making methods. It is also necessary to end the wage system, the market, and private property in production. It is necessary to expropriate the capitalists and abolish capitalism, along with all supporting forms of oppression (racism, patriarchy, imperialism, etc.), as well as the state. To anarchists (unlike Marxists), the implication is that the state (neither the existing one nor a new one) cannot be used for such fundamental change. The implication is that a new society must be prefigured by a movement of the working class and all oppressed—a movement which is as radically democratic as possible.

Anarchist Views of Democracy

To repeat, all revolutionary anarchists oppose even the most representative and libertarian of bourgeois democratic states. It is true that there is a difference between bourgeois democracies and fascist or Stalinist totalitarianism. It is easier to live and be political in a representative capitalist democracy. Anarchists have fought against fascism and defended the limited legal rights afforded by democratic capitalism. But they continue to be revolutionary opponents of bourgeois democracy, aiming to replace it with socialist anarchism. That is not the issue.

Among anarchists, there has been a wide range of views about democracy, as Lundstrom recognizes. “The relation between democracy and anarchy is notably diverse and discontinuous….[There is a] variety of ideological strands that compose multifaceted understandings of democracy and anarchy.” (2018; 28-9) There is no one, orthodox, anarchist opinion of democracy. (I do not know how an “orthodox anarchism” would be defined, and doubt that I would fit the definition.)

Lundstrom divides anarchist history into “classical anarchism (1840—1939) and post-classical anarchism (1940—2017).” (2018; 29) The first period, he claims, developed “an anarchist critique of democracy,” which was mainly negative toward democracy, while the second worked out “an anarchist reclamation; notions of direct, participatory democracy became equivalent to, or perceived as a step toward, anarchy.” (27)

Whether this historical distinction is true (and I think that it is very rough), there have been, and are, many anarchists who have supported direct, participatory, democracy, and many others who have rejected even the most decentralized and assembly-based democracy. Of U.S. anarchists in the 20th-21st centuries, advocates of libertarian-socialist democracy include Paul Goodman, Murray Bookchin, David Graeber, Kevin Carson, Cindy Milstein, and Noam Chomsky, despite other differences. (Lundstrom briefly mentions me. See Price 2009; 2016; undated) Since Lundstrom does not really explain why some anarchists support radical democracy, I will present some reasons.

Collective decisions have to be made. If not by democratic procedures, then how? Collective decision-making by free and equal people is what democracy is.

Individualist anarchists sometimes write as if making group decisions was a choice. It is not. People live in groups, in a social matrix, and interact. Social anarchists believe that we are social individuals. Our language, our personalities, our interests, and so much more are created in the productive interaction with others and with non-human nature. Our technology—no matter how decentralized and reorganized it will become—requires cooperation, locally and on an international scale.

The individualist-egotist conception (developed by classical liberalism) portrayed people as atomic, ahistorical, asocial, selfish, essentially prior to interaction with others, and naturally opposed to society.  Such individuals primarily pursue private matters in competition with everyone else.  In this conception, common interests are few and fragile. This is an elaboration of the capitalist world-view, in which everything and everyone is reduced to exchangeable commodities.  This includes people’s ability to work (labor-power) and their capital which can hire other people to work.  While recognizing certain insights of the individualist anarchist school (such as its rejection of moralism), social anarchists reject this whole line of thought.

Michael Bakunin wrote, “Man [including women—WP] completely realizes his individual freedom as well as his personality only through the individuals who surround him, and thanks only to the labor and the collective power of society….To be free…means to be acknowledged and treated as such by all his fellowmen….I am truly free only when all human beings, men and women, are equally free.  The freedom of other men, far from negating or limiting my freedom, is, on the contrary, its necessary premise….” (Bakunin 1980; 236—7)  Bakunin called this “the materialist conception of freedom.” (238)  Bottici argues that Bakunin’s idea of freedom in not so much an aspect of individuals as a relation within a discursive community.  “According to Bakunin, because human beings are so dependent on one another, you cannot be free in isolation, but only through the web of reciprocal interdependence.”  (Bottici 2014; 184)

From the perspective of social transaction, to counterpose democracy and individual freedom is meaningless.   Since collective decisions have to be made all the time, people’s participation in the decision-making is an essential part of their freedom.   

Communes and collective townships must decide on whether to have roads, sewers, bridges, and other infrastructure, and where to put them. Shoemakers’ workshops must decide what footwear to produce, how much, and in what way. Book clubs must decide what they will read. These decisions must be made, one way or another. Dissenting individuals and small groups could decide to leave a particular town, workshop, or club. But other towns will also have to decide about infrastructure, other workshops will have to plan production, other clubs will have to decide their activities. Again I ask: if not by democratic procedures, then how?

However, there are many activities which should not be decided by the whole collectivity, that should be the concern only of individuals or small groups. It is not for the majority, nor a powerful orthodox minority, to tell people what religious views to have, what sexual practices to engage in, or what artistic tastes to cultivate. Anarchists agree with civil libertarians that neither majority nor minority rule applies to such activities. But even with this exception, there remains a great many areas of cooperative decision-making which must be carried out, one way or another.

Social anarchism does not aim at the complete lack of coordination, cooperation, group decision-making, and dispute-settling. What it aims at is the complete abolition of the state—along with capitalism and all other forms of oppression. What is the state? It is a bureaucratic-military socially alienated organization, composed of specialized armed forces, officials, politicians, and agents of the ruling class, who stand over and above the rest of society.

Radical democracy means that the state is replaced by the self-organization of the people. When everyone “governs,” there is no “government.” In the opinion of Brian Morris, “Such notions as…the ‘democratic state’ are thus, for Bakunin, contradictions in terms.  If the term ‘democracy’ denoted government of the people, by the people, for the people, then this would imply no state, and Bakunin could therefore happily call himself a ‘democrat’.” (1993; 99)  He quotes Bakunin, “Where all rule…there is no state.” (99)

Anarchist Opposition to Majority Rule

Yet many anarchists reject any concept of democracy, no matter how libertarian. (Actually such anarchists often advocate what others would call radical democracy, but call it by other names than “democracy”, such as “self-management,” “autogestion,” “self-organization,” etc.) Their major argument for rejecting even direct democracy is opposition to “majority rule.” This is rooted in an essentially individualist-egotist aspect of many people’s anarchism. Lundstrom writes, “The individualist strand of anarchist thought…comprises…an essential component in the anarchist critique of democracy: the opposition to majority rule.” (46) He cites Errico Malatesta and Emma Goldman.

The basic argument is that, while it is wrong for a minority to rule over the majority, it is also wrong for the majority to rule over a minority. Nor is there any reason to think that the majority is more likely to be right on any question than the minority. Often it is wrong. If no one has the right to rule over others, to dominate others—as anarchists believe—then it is as wrong for the majority as for the minority. Democracy through majority rule is nothing but the “tyranny of the majority.” “Anarchy” means “no rule”; by definition it is inconsistent with “democracy,” the “rule of the people (demos).” So it is argued.

As an aside, let me say that the problem with bourgeois democracy is not majority rule. Bourgeois democracy is a form of minority rule, the domination of a minority class of capitalists and their agents. The ruling minority fools the majority into supporting them. The boss class uses various mechanisms, such as distorted elections, domination of the media, and keeping the working class from hearing the views of anarchists and other radicals. If the majority has not heard the views of dissenting minorities before making up their minds, they are a fraudulent majority.

Some seek to avoid majority rule by using “consensus.” A community should always seek for as much agreement as possible. But often everyone cannot agree—there are majority and minority opinions on what to do. What then? If the minority is allowed to “block consensus,” to veto the majority’s desire, then this is minority rule. If the minority agrees to “stand aside” and not block consensus, then we are back at majority rule. A radical democratic collective may chose to use consensus, but it really does not resolve the issue.

The basic fallacy of opposition to majority rule is its treatment of the “majority” and the “minority” as fixed, stable, groupings. It is if they were talking about the African-American minority oppressed by a white majority under white supremacy. Instead, radical democracy is an encounter among people with varying opinions and interests. The resolution of conflict requires deliberation and persuasion.  Reconciliation of differences is aimed for, but what is important is not a unanimous consensus but an on-going discourse, with no one left out. In direct democracy, “majority rule” is a technical way to make decisions, not overall rule by a majority.

Sometimes individuals are in the majority and sometimes in the minority. Those in a minority on one issue are not being oppressed. It is childish to imagine that people are coerced and oppressed if they do not always get the group decisions they want.  Even in mostly private matters, a person cannot always get what she or he wants; that in itself does not mean that the individual is not free.  The only adults who always get what they want, and who cannot be denied anything by others, are dictators—who are not models of free individuals.

The radical-liberal theorist of participatory democracy, John Dewey, wrote that democratic forms “involve a consultation and discussion which uncover social needs and troubles….Counting of heads compels prior recourse to methods of discussion, consultation, and persuasion….Majority rule, just as majority rule, is as foolish as its critics charge it with being.  But it never is merely majority rule….’The means by which a majority comes to be a majority is the more important thing’:  antecedent debates, modification of views to meet the opinions of minorities, the relative satisfaction given the latter by the fact that it has had a chance and that next time it may be successful in becoming a majority….It is true that all valuable…ideas begin with minorities, perhaps a minority of one.  The important consideration is that opportunity be given that idea to spread and to become the possession of the multitude.” (Dewey 1954; 206—8)  For Dewey, as for anarchists, this requires decentralized communities and workplaces:  “In its deepest and richest sense, a community must always remain a matter of face-to-face intercourse ….Democracy must begin at home, and its home is the neighborly community.” (211 & 213; see Price 2014)  

Lundstrom has a positive coverage of the opposition to democracy of many anarchists. “Anarchist thought also deliberately concedes to accusations of being anti-democratic.” This is rooted, he writes, in “an individualist critique of majority rule.” (81) He seems to agree with this view, at least in part.

He even adds some extraneous arguments. Basing himself on animal liberation theory (which he confuses with anarcho-primitivism), he claims that human oppression and abuse of non-human animals forecloses democracy. I do not see why this would be the case. Surely better relations between humans and the rest of nature is consistent with thorough-going human democracy. Similarly, he raises the issue of the Platform of Makhno and Arshinov, which called for the self-organization of revolutionary class-struggle socialist-anarchists. I am for this and he is against it, but I do not see its connection to whether there should be radical democracy for society.

But then Lundstrom expresses agreement with anarchists who hold to radical democracy. It is not entirely clear (to me, anyway) why he comes to hold this view. “By recognizing the pluralist and participatory dimensions of democracy…anarchism clearly aligns with open-ended explorations into radical democracy…Anarchist thought also produces an understanding of democracy as a step, however tiny, toward anarchy.” (81) This last phrase implies that some hold anarchy as an ideal of a totally free, uncoerced, society, which cannot be immediately (if ever) completely achieved. Therefore radical democracy is supported as moving in the direction of this ideal goal, whether or not it ever reaches it. In practice this view is essentially the same as that which holds that radical democracy is anarchy, but that it must continually increase its libertarian and self-governing aspects. The aim is to make it impossible for anyone to dominate and exploit the rest of society—a goal which Lundstrom calls “the impossible argument.” In any case, I am glad that we finally agree.

Revolutionary Democracy

Lundstrom does not discuss how anarchism/direct democracy might be achieved. In his summary of the “Husby riots” in Sweden, he does not mention the conclusions participants drew as to future struggles, nor does he make any suggestions. He makes comments which seem to support a non-revolutionary, gradualist, and reformist approach (which would be consistent with individualist anarchism). In this view, held by many anarchists, such as David Graeber and Colin Ward, alternate institutions should be gradually constructed to replace capitalism and its state, with a minimum of actual confrontation with the ruling class. This ignores the ruling class’ powers of repression and co-optation.

In this view, there may never be a final achievement of anarchy—it is a never-ending effort. “Abolition of government is a permanent struggle, a continuous impeding of authority growing anew.” (75) He refers to the views of Gustav Landauer and Richard Day that “the state—and capitalism—[are] not primarily…structures but…sets of relations.” (74) That is, the state is not a structure to be overthrown but relationships to be gradually changed. As if social structures were anything but repeating patterns of social relationships! This view denies the existence of a minority with an interest in maintaining these oppressive “sets of relations,” a minority which must be confronted and replaced. He refers favorably to the anarcho-pacifism of Bart de Ligt and Leo Tolstoy, which implies that the police and military forces of the state do not have to be overcome. He misrepresents Errico Malatesta as a reformist, when actually Malatesta was a revolutionary who believed that “gradualism” would be appropriate only after a revolution, not before.

Over centuries, radically democratic forms have repeatedly emerged during popular revolutions. Murray Bookchin summarizes, “From the largely medieval peasant wars of the sixteenth-century Reformation to the modern uprisings of industrial workers and peasants, oppressed peoples have created their own popular forms of community association—potentially, the popular infrastructure of a new society—to replace the repressive states that ruled over them….During the course of the revolutions, these associations took the institutional  form of local assemblies, much like town meetings, or representative councils of mandated recallable deputies [based in]…committee networks and assemblies….” (Bookchin 1996; 4-5)

Reviewing the rebellions of France (1968), Chile (1972-3), Portugal (1974-5), Iran (1979), and Poland (1980-1), Colin Barker concludes, “The democratic workplace strike committee has provided the basic element in every significant working class revolutionary movement of the 20th century….The development of factory committees and inter-enterprise councils conditions the parallel development of all manner of other popular bodies: tenants’ committees, street committees, student organizations, peasant unions, soldiers’ committees, and so on.” (2002; 228, 230)

While limited, Lundstrom’s short book provides a useful basis for beginning to discuss the relationship between anarchism, democracy, and radical democracy. But from my anarchist-socialist perspective, it is not enough for democracy to be radical; it must be revolutionary. In the course of uprisings, riots, rebellions, and revolutions working people, the oppressed and exploited, have created radical democratic structures—and will create them in the future. Only through mass struggle and rebellion can, in Bookchin’s terms, “the popular infrastructure of an new society” be created and solidified. This is, in practice, the revolutionary anarchist view of revolutionary democracy.

References

Bakunin, Michael (1980).  Bakunin on anarchism. (ed.: S. Dolgoff).   Montreal:  Black Rose Books.

Barker, Colin (2002) (ed.). Revolutionary rehearsals. London/Chicago: Haymarket Books.

Bookchin, Murray (1996).  The third revolution: Popular movements in the revolutionary era.  Vol. 1.  London/NY:  Cassell.

Bottici, Chiara (2014).  Imaginal politics; Images beyond imagination and the imaginary.  NY:  Columbia University Press.

Dewey, John (1954).  The public and its problems.  Athens:  Swallow Press/Ohio University Press.

Kropotkin, Peter (2014). Direct struggle against capital; A Peter Kropotkin anthology. (ed.: Iain McKay). Edinbourgh/Oakland: AK Press.

Lundstrom, Markus (2018). Anarchist critique of radical democracy; The impossible argument. Cham, Switzerland: Palgrave Macmillan/Springer.

Morris, Brian (1993).  Bakunin:  The philosophy of freedom.  Montreal/NY: Black Rose Books.

Price, Wayne (undated). “Radical Democracy—An Anarchist Perspective.” Submitted to Theory In Action.

Price, Wayne (2016). “Are Anarchism and Democracy Opposed? A Response to Crimethinc.”  Anarkismo.  
https://theanarchistlibrary.org/library/wayne-price-are...posed 

Price, Wayne (2014). “Anarchism and the Philosophy of Pragmatism.”  The Utopian.
https://theanarchistlibrary.org/library/wayne-price-ana...atism

Price, Wayne (2009). “Anarchism as Extreme Democracy.” The Utopian.
http://www.utopianmag.com/files/in/1000000006/anarchism...e.pdf

Ranciere, Jacques (2014). Hatred of democracy. (trans. Steve Corcoran). London/Brooklyn: Verso.

*written for www.Anarkismo.net

southern africa / workplace struggles / opinion / analysis Saturday May 12, 2018 19:31 byBongani Maponyane

There has been a lot of talk about the promise of a National Minimum Wage (NMW) in South Africa. This means wages cannot go below a certain level. But capitalists and politicians continue to eat the food of the workers, the poor and unfortunate. Why? In some cases, the NMW is an improvement – but generally, the NMW is not a “living wage,” meaning a wage on which you can live a decent life. Prices keep going up. This society is based on the maximization of profit, this is its logic, and this means wages are not linked to what the workers and poor need, but to what bosses and politicians need. Wages are a system of exploitation. We live a capitalist society of stress and fear and jealousy, rooted in a system of cheap black labour, and power and profits for the bosses and politicians. We need to fight for something more, take back our unions, and lay the groundwork for an anarchists society, with equality based on workers and community councils.

There has been a lot of talk about the promise of a National Minimum Wage (NMW) in South Africa. This means wages cannot go below a certain level. But capitalists and politicians continue to eat the food of the workers, the poor and unfortunate. Why? In some cases, the NMW is an improvement – but generally, the NMW is not a “living wage,” meaning a wage on which you can live a decent life. Prices keep going up. This society is based on the maximization of profit, this is its logic, and this means wages are not linked to what the workers and poor need, but to what bosses and politicians need. Wages are a system of exploitation. We live a capitalist society of stress and fear and jealousy, rooted in a system of cheap black labour, and power and profits for the bosses and politicians. We need to fight for something more, take back our unions, and lay the groundwork for an anarchists society, with equality based on workers and community councils.

STRESS AND FEAR

The workplace we have is not based on mutual aid (ubuntu), with people working together in harmony with each other to survive. It is based on feuds, due to people not being satisfied with what they earn, struggling under heavy workloads and overtime, and being squeezed by taxes like VAT (sales tax). This situation is squeezing workers dry, causing stress and conflict among workers, with finger pointing: who is working a better position and getting more pay? Is this because he or she has a good relation with the manager or supervisor? Meanwhile, management engages in massive retrenchments. The remaining workers end up working twice as hard for the same old wages. Wages are always lower than the value of work done under capitalism: this is exploitation. A NMW does not change that.

JOB LOSSES AS WEAPONS

At the end of 2017, there were massive job losses at Anglo-Ashanti Mine at Carletonville, on the West Rand, with the closure of two of the biggest shafts. This was an unfortunate turn of events for the miners: some were retrenched and others were pushed to take up a Voluntary Service Package (VSP). This is something very common in the mining sector: it downsizes workers and ruins their lives, and brutalizes their families, to make extra profit for the individuals who own and run the business. This devastates local mining-based black working class communities like Khutsong township.

THE MINING CRISIS

At Marikana, in Rustenburg, the 2012 massacre did not stop mine workers in the platinum mines. There was a massive strike some months later. Workers won a wage raise, but when all was done and dusted, thousands of jobs were lost afterwards.

This was to punish workers and ensure profits. So, people lost jobs after the successful negotiations for higher wages, which were led by the breakaway union, Association of Mineworkers and Construction Union (AMCU). Capitalists and economists and politicians saw the workforce as a problem, hampering capital and profit. They were right: higher wages do cut into profits. But that shows the system is unfair, because it makes profits by paying people indecently, and by always paying less than the value of work done.

CHEAP BLACK LABOUR

Mines, like other sectors, were built on the backs of cheap black labour, a racist wage structure. Workplace structures were racist as well, with authoritarian management systems that controlled “general” workers in so-called unskilled jobs. This involved long hours at work for low pay, sometimes some of it kept back through various fines, deductions and cheating. More often than not, the worker was scared to claim the missing money.

The bosses want to keep this, post-apartheid, but in new ways: job losses, casualisation, police atttacks, and crippling the unions. In the mining sector, which the lifeblood of places like Carletonville, word is going around that jobs are becoming scarce. Unemployment is massive. People will take any job they can get, even bribing to get it, no matter the wage.

The leadership of the former vanguard trade union, National Union of Mineworkers (NUM) was corrupted by mine management and by the post-apartheid (the ruling African National Congress, ANC, has built a specially close link to the NUM leaders). At Carletonville, which is based on gold, NUM is still the main union.

But NUM numbers have been withering away. The biggest crisis for NUM is in platinum. Here AMCU, starting as a NUM breakway, has become a powerful challenge to NUM. It rode the 2012-2013 strike wave. But it has serious internal issues: lack of democracy and very high salaries for top union leaders, this is exactly what workers complained about in NUM.

A NATIONAL CRISIS

Parliament talks about the corruption issues at leadership level, but the issue of massive job losses and the criminal nature of society based on exploitation and suffering is not addressed. There is not even a solution for people that lose their jobs. There is no welfare grant for the unemployed: only for children, pensioners and disabled.

Political parties talk “job creation” at elections but deliver nothing. Political parties like the Economic Freedom Fighters (EFF) have revived the NUM idea about employee share-ownership schemes (ESOPs) that would give some access to dividends and annual bonuses. But the money from shares comes from exploiting workers through the wage system, and falls when wages up. So ESOPs will actually punish workers for pushing wages up. They don’t ever involve enough shares to give real control, and don’t change the capitalism of the companies.

OCCUPY-RESIST-PRODUCE

What we anarchists/ syndicalists want is workers and their communities to take complete and direct control of the firms, mines and workshops. Then they can control the real wealth for the country, and use it to benefit the masses – not the agencies like the International Monetary Fund (IMF) and World Bank or big firms like Lonmin or Anglo-American, or the politicians, no matter the party.

Workers must be united and not divided, this will make them a formidable force within the workplace. With this will be born a new revolutionary workers movement. We need to take back the unions, fight harder and stop hoping politicians will save us. We need to fight for a living wage, at a level set by the working class through campaigns and open discussion, and then win it by mobilising. The NMW level was set from above, without our say, but as a deal between elites, and that is why it is not a living wage.

To take back the unions, we need to form a rank-and-file reform movement in the unions, all the unions, to rebuild real workers’ control, independence from parties, and a fighting agenda for deep change. This means fighting by using daily struggles and education, and organising to build for a new anarchist/ syndicalist society of equality, workers and community councils – not more of the criminal system we have today. Politicians and parties are part of the problem, hand in glove with the bosses and capitalism and the state.

We need a movement of the working and poor masses.

Κριτική βιβλίου για τον ονομαστό αναρχικό Γάλλο σκηνοθέτη Jean Vigo.
Jean Vigo by P.E. Salles Gomes (London: Faber & Faber, 1988), pp. 266, ISBN: 0-571-19610-1

Μέχρι την ηλικία των 27 ετών δίδασκα ήδη για 6 χρόνια και αισθανόμουν κάπως αμφιλεγόμενα γι’ αυτό. Μου άρεσε η ανταλλαγή πληροφοριών και η βοήθεια σε άτομα με αναπηρίες αλλά μισούσα τις γραφειοκρατικές δομές των σχολικών συστημάτων. Επέστρεψα σπίτι μια μέρα και αισθανόμουν απογοητευμένος. Έβαλα να δω μια ταινία που μόλις είχα αγοράσει. Ονομαζόταν “Zero de Conduite” (στμ. στα ελληνικά “Zero for Conduct” - Μηδέν Συμπεριφορά ή Μηδέν για τη Συμπεριφορά), παραγωγής του 1933, και ήταν ακριβώς η κατάλληλη κίνηση στην κατάλληλη στιγμή. Ήμουν ήδη μπροστά σε μια από αυτές τις σπάνιες “πριν και μετά” εμπειρίες.

Περί τίνος επρόκειτο λοιπόν; Η ταινία ανοίγει σε ένα βαγόνι αμαξοστοιχίας και βλέπουμε αγόρια να παίζουν. Επιστρέφουν στο οικοτροφείο τους. Εισαγόμαστε στην εικόνα και την κατάσταση του εν λόγω μέρους. Ένα ίδρυμα όπου δεξάγονται νυχτερινές επιθεωρήσεις από τον αναπληρωτή διευθυντή. Όποιος δεν τηρεί τα προσδοκόμενα από τον κανονισμό λαμβάνει το "Zero for Conduct" ως τίτλο ή τιμωρία. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, η παιδική χαρά παρέχεται δωρεάν. Ανακαλύπτουμε μια τρόικα μαθητών που σχεδιάζουν μια εξέγερση. Υπάρχουν σκηνές της αντιφατικής συμπεριφοράς ενός νέου φιλελεύθερου δασκάλου, ενός μαθήματος που δίνεται από έναν ανατριχιαστικό κορυφαίο επιστήμονα καθώς και το πομπώδες και υστερικό κυνήγι εκ μέρους του διευθυντή. Η εξέγερση πραγματοποιείται την ημέρα της επίσκεψης υψηλών προσώπων και επισήμων, με τους αξιωματούχους να γκρεμίζονται από την οροφή και άλλα αγόρια να κυματίζουν μια πειρατική σημαία. Η εξέγερση τερματίζεται με τους αρχηγούς της να αναρριχώνται στην οροφή, με τα χέρια υψωμένα σε ένδειξη θλίψης.

Η ταινία εκτυλίσσεται από την οπτική γωνία των αγοριών, με έναν πραγματικό σεβασμό στη δημιουργικότητα της νεολαίας. Χρησιμοποιεί μια ποικιλία τεχνικών, συμπεριλαμβανομένης της κινούμενης εικόνας, ανατροφοδοτώντας το θέμα του σουρρεαλισμού και της λυρικής ομορφιάς. Το όλο πακέτο με ενθουσίασε. Ανακάλυψα ότι ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Jean Vigo, ήταν γιος αναρχικών αγωνιστών. Η ταινία έγινε (και στη συνέχεια η δημόσια προβολή της απαγορεύτηκε για 15 χρόνια) όταν ήταν 27 ετών και ο Vigo πέθανε σε ηλικία μόλις 29 ετών. Λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και την κατάστασή μου, έπρεπε να μάθω περισσότερα με αποτελέσμα να ανακαλύψω τη βιογραφία του Vigo γραμμένη από τον P.E. Salles Gomes.

Είναι φυσικό μια βιογραφία να ξεκινά με την περιγραφή της οικογένειας του βιογραφούμενου. Ολόκληρο το αρχικό κεφάλαιο εστιάζεται στη ζωή και δράση του πατέρα του Vigo. Ήταν αναρχικός που ασχολείτο κυρίως με την αντιμιλιταριστική δράση και δημοσιογράφος, με αποτέλεσμα τη φυλάκιση και τον θάνατό του ενόσω ήταν υπό τη ‘φροντίδα” του κράτους. Ο σκοπός της παράθεσης της δράσης του εν λόγω αγωνιστή είναι να δοθεί ο τεράστιος συναισθηματικός και δημιουργικός αντίκτυπος που είχε ο πατέρας του στον Jean. Με λίγα λόγια, λάτρεψε τον πατέρα του μετά το θάνατό του. Ο συγγραφέας με μια λεπτή δουλειά δείχνει ότι αυτή η λατρεία είναι κάπως χαμένη και στο κεφάλαιο αυτό παρατίθεται μια ενδιαφέρουσα χαρακτηρολογική μελέτη. Αυτο, βέβεια, για όσους αναγνώστες είναι αρκετά έμπειροι στην πολιτική τωμ πρώτων χρόνων του εικοστού αιώνα στη Γαλλία. Πολλά ονόματα παρατίθενται αλλά η σημασία τους είναι συχνά ασαφής, ακόμη και όταν παρέχεται το ανάλογο πλαίσιο. Ένα ξαναδούλεμα του κειμένου ή ορισμένες υποσημειώσεις θα βοηθούσαν πολύ.

Το επόμενο κεφάλαιο είναι μια περιγραφή της ζωής του Vigo, η οποία ήταν επίσης γεμάτη αντιξοότητες. Βρισκόταν σε οικοτροφείο και αγωνιζόταν συνεχώς με κακή υγεία και άσχημη οικονομική κατάσταση καθ’ όλη τη σύντομη ζωή του. Λόγω κάποιων τυχερών σε αυτόν γεγονότων και οικογενειακών επαφών, ο Jean εισήλθε τελικά στον κόσμο των ταινιών. Η ευκαιρία του να κάνει μια μεγάλου μήκους ταινία απ’ όπου προήλθε η παρούσα ταινία, εκπληρώθηκε με την γνωριμία του με έναν εκτροφέα αλόγων ο οποίος δεν είχε καμία εμπειρία παραγωγής ταινιών. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίο ο Gomes εφιστεί την προσοχή του αναγνώστη εδώ στα βιογραφικά στοιχεία του έργου του Vigo. Ο πειρασμός αποφεύγεται όσον αφορά τις κινηματογραφικές επιρροές στον Vigo. Αναφέρονται ρωσικές τεχνικές επεξεργασίας καθώς και ο “Ανδαλουσιανός σκύλος” (1928) των Dali και Bunuel, αλλά αυτό δεν τονίζεται πολύ. Ο συγγραφέας βλέπει τον Vigo ως πειραματιστή, που δεν κατηγοριοποιείται εύκολα (ή αρκετά κατάλληλα!) σε μια “σχολή” παραγωγής ταινιών. Είναι μια δίκαιη εκτίμηση και ακριβώς η σωστή ανάλυση για τον αναγνώστη εκείνον που δεν ενδιαφέρεται για τις, κάποιες φορές, θλιβερές συζητήσεις των σκληροπυρηνικών κινηματογραφιστών.

Τα επόμενα δύο κεφάλαια εξετάζουν τις ταινίες του Vigo. Ο Salles Gomes ασχολείται εδώ με τη μορφή του έργου του Vigo. Καθιστά σαφές ότι είναι γεμάτο από τεχνικές και άλλες ατέλειες. Αν η κριτική αυτή είναι σωστή τότε γιατί το έργο του Vigo φαίνεται νέο σε μένα; Ο συγγραφέας παραθέτει δύο επεξηγηματικά στοιχεία γι’ αυτό. Από τη μια, τη βασική αυθεντικότητα του σεναρίου που στο Zero έχει πραγματική ισχύ, είναι ριζωμένη στις εμπειρίες του Vigo και στην αναρχική ευαισθησία που κληρονόμησε από τον πατέρα του. Από την άλλη, το γεγονός ότι "αν κάνει λάθη", τα μεταθέτει πιο συχνά σε μας με τον τρόπο που κάνουν οι ποιητές. Βρήκα αυτό το επιχείρημα αρκετά πειστικό.

Το υπόλοιπο του βιβλίου αποτελείται από ένα κεφάλαιο για το θάνατο του Vigo και ένα παράρτημα, σε μια προσπάθεια να καθοριστεί η κριτική επιτυχία και επίδραση στο αποτέλεσμα της δουλειάς του Vigo. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της συζήτησης επικεντρώνεται στην κριτική των αναρχικών, των φασιστών και των μαρξιστών στη Γαλλία και την Ιταλία από τη δεκαετία του '30 έως τη δεκαετία του '50. Είναι καλογραμμένο και θα ευχαριστήσει όσους ασχολούνται με την θεωρία του κινηματογράφου, αλλά δεν είναι ζωτικής σημασίας για τους υπόλοιπους από μας. Υπάρχει επίσης ένας Πρόλογος, που παρέχει πληροφορίες για το διάστημα μετά τη δεκαετία του 1990.

Φυσικά, δεν υπάρχει βιβλίο που να υποκαθιστά μια ταινία από πρώτο χέρι και η δουλειά του Salles Gomes δεν είναι η μοναδική για τον Vigo. Ωστόσο, δεν χάνετε τίποτα να τη διαβάσετε. Όσον αφορά εμένα, σήμερα μια δεκαετία μετά είμαι ακόμα εδώ.

*Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο έντυπο “Aotearoa Dissident Voice”, τεύχος 8, Μάρτης 2005, σελίδα 18. Το κείμενο δημοσιεύτηκε και εδώ: https://www.anarkismo.net/article/30970 από όπου μεταφράστηκε στα ελληνικά από το “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”. Ο Barrie Sargeant είναι μέλος της Aotearoa Workers Solidarity Movement (AWSM), αναρχοκομμουνιστικής ομάδας της Νέας Ζηλανδίας. Σχετικός σύνδεσμος: http://awsm.nz/ Να πούμε ότι Aotearoa είναι η ιθαγενής ονομασία Νέας Ζηλανδίας.

iberia / workplace struggles / entrevista Thursday May 10, 2018 15:02 byTodo Por Hacer

Desde hace un año, la CNT gijonesa mantiene una conflicto sindical contra la pastelería La Suiza por los abusos sufridos por una afiliada de este sindicato. Nos cuentan la lucha llevada contra este establecimiento y cómo la empresa, de la mano de la Policía, ha hecho todo lo posible por reprimir al sindicato y a las personas que han mostrado su solidaridad con la trabajadora.

¿Por qué se inicia el conflicto sindical con la pastelería La Suiza?

Todo comienza cuando la compañera que trabajaba en la pastelería acude al sindicato ante la indefensión en la que se encuentra: de baja por maternidad y en unas condiciones psicológicas extremas debido a lo que soportó durante el tiempo que trabajó en ese obrador y agravadas ante la perspectiva de una próxima reincorporación para volver a sufrir los abusos laborales, vejaciones y humillaciones a los que era sometida por parte del ilustre pastelero y su mediático vástago, un niño de papá bien situado en Nuevas Generaciones y en el PP, que saltó a la “fama” gracias a “El intermedio”.

Tras seguir el protocolo que se suele utilizar ante cualquier caso que llega al sindicato,el conflicto se inicia el 25 de abril de 2017 debido a la actitud hostil de la empresa – se negó a responder a nuestros burofax, se comportó de manera prepotente contra dos comisiones –. Realizamos un piquete ante el negocio el 1 de mayo y logramos forzar una reunión con el empresario para el 5 de mayo que no consiguió avance alguno en nuestras reclamaciones (reunión en la que el hijo del empresario, siguiendo la lógica de su partido, enervado ante nuestra actitud poco demócrata nos dijo literalmente: “sois ETA”) por lo que el día 8 volvimos a las movilizaciones.

Aquel día, la empresa había interpuesto una denuncia contra las representantes del sindicato por obstrucción a la justicia y durante el piquete, se gestaron las detenciones del día siguiente. El día 9 de mayo de 2017, 2 compañeras de este sindicato eran detenidas acusadas de obstrucción a la justicia. Esta situación provocó una escalada en las movilizaciones ya que se convocaron concentraciones en comisaría y piquetes de más de 100 personas delante del establecimiento durante varios días.

Desde que se inician las movilizaciones, ¿qué acciones se han llevado a cabo?

Aparte de la visibilización del conflicto mediante carteles, redes sociales,etc…a partir de la detención ilegal de nuestras compañeras, gestada por la brigada de información y de la que ni siquiera hay constancia legal, aumentó la presencia de gente en los piquetes y dio una dimensión mediática al conflicto que ayudó a socializarlo. También se llevaron a cabo pasacalles por el barrio, repartos de propaganda… Por otra parte, en el plano judicial se interpusieron las pertinentes denuncias por lo estrictamente laboral y otra más por acoso sexual.

¿Cómo han respondido los/as clientes/as y vecinos/as? ¿Habéis recibido solidaridad de otros sindicatos y movimientos sociales?

Desde el primer momento se unieron a los piquetes vecina/os del barrio, compañera/os de CSI, CGT, Bloque Críticu Estudiantil, diversos grupos feministas y de prácticamente todo el espectro político “alternativo” asturiano, cosa que fue in crescendo hasta que el ilustre pastelero tuvo que cerrar el negocio, ya que el vecindario del barrio de El Llano dejó de consumir en ese establecimiento. Una de las consignas que más se coreó en los piquetes fue la de “Xixón obreru: boicot al pasteleru”; se podría decir que el Xixón obreru respondió como debía al llamamiento.

¿Qué medidas de denuncia policial/judicial llevó a cabo el propietario del negocio?

Aparte de las que van saliendo nuevas y del acoso policial al que nos somete la brigada de información a los militantes del sindicato y simpatizantes, las denuncias por parte del propietario y su estado actual son:

  • Denuncia por obstrucción a la justicia contra compañeras del sindicato que ha sido sobreseída.

  • Denuncia por injurias y calumnias (por acusar al dueño de esclavista y acosador sexual): en fase de instrucción, 26 imputaciones más el sindicato.

  • 5 denuncias por amenazas y coacciones: absolución en 4 de ellas. Una quinta denuncia condena a un compañero a 180€ por llamarlo “pincelín”.

  • Supuestas denuncias (todavía no tenemos conocimiento oficial de las mismas pero viendo la situación, seguramente estén interpuestas): denuncia falsa por el tema del acoso sexual y querella o querellas varias contra miembros del sindicato por manifestar su disconformidad con el archivo de la denuncia por acoso.

    Se os llegó incluso a prohibir manifestar que “la pastelería La Suiza explota” y a cerrar una web en la que informábais del caso.

    Hasta que se dilucide la querella por injurias, el juzgado ha puesto una medida cautelar por la que tenemos prohibido utilizar los términos “acoso sexual”, “explotación laboral” y “esclavismo laboral”, por lo que se nos obligó a retirar propaganda en redes sociales e internet y son términos que no podemos utilizar en las movilizaciones, aunque no hay medidas cautelares que oculten algo que ya es de conocimiento general en toda la ciudad, y mucho menos que tapen lo que día a día vivimos la clase trabajadora en nuestros puestos de trabajo, cuando los tenemos…

    La última noticia que hemos leído es que el dueño de la pastelería, junto a otros empresarios, ha denunciado al sindicato por coacciones y por organización criminal. ¿Qué os parece? ¿Quiénes son los denunciantes?

    En el sindicato estamos orgullosos de nuestra práctica y de que lo peor de la ya de por sí nefasta clase empresarial gijonesa nos considere un grupo criminal de extorsionadores, eso significa que algo estamos haciendo bien y que son conscientes de que se les acabó el usar y tirar a sus empleada/os, someterlos a jornadas interminables y perpetrar toda clase de abusos por el bien de su economía. Tienen miedo de tener enfrente a trabajadores organizada/os entre ella/os misma/os y dispuesta/os a defenderse y no dejarse pisar más. Aparte del afamado pastelero y de su hijo tirando de contactos en comisaría, están detrás apoyando cinco empresarios con los que tuvimos conflictos, de mayor o menor intensidad en la calle, por sus prácticas con sus trabajadores y su actitud ante el sindicato. Alguno de ellos, como el de la cafetería La Santina, que llegó a adeudar hasta 8.000 euros a dos repartidores o el café Lautrec, están regentados por caciques que no dudaron el emplear la violencia física (a través de matones de poca monta) en los piquetes, llegando incluso a clavar un destornillador en un brazo a un compañero entre otros episodios gloriosos.

    Desde luego todos los denunciantes llevan a cabo unas prácticas por las que se les debería caer la cara de vergüenza (aunque en el mundo de la rentabilidad los sentimientos, ya sea la vergüenza o cualquier otro, no existen) y esas prácticas están admitidas por ellos mismos en actos de conciliación, acuerdos extrajudiciales con abogados, etc.

    Aunque lo que tenemos claro desde hace mucho tiempo es que quien coordina todo esto es la brigada de información de la Policía Nacional, que quiere a toda costa quitarnos de en medio. La coacción, la extorsión y lo criminal son términos que se amoldan más a la práctica empresarial, aunque si defendernos de los abusos es ser criminales, criminales somos y orgullosa/os de ello.

    La mayoría de los denunciantes pertenecen a la hostelería, un sector que en la actualidad tiene poca afiliación sindical y que la rotación de plantilla es muy fuerte. ¿Qué tipo de luchas se pueden llevar a cabo cuándo la precariedad aprieta tanto?

    Desde luego no existe una fórmula infalible para luchar contra la precariedad, pero como decíamos arriba, estamos orgullosa/os de nuestra manera de llevar los conflictos laborales, ya que la/os trabajadores solo contamos con la solidaridad como arma frente a un sistema hecho a medida del explotador, y desde luego la lucha da sus frutos. Cuando el empresario hostelero se ve con un piquete delante de su negocio por primera vez, suele tomárselo con chulería, pero cuando empieza a notarse en la caja es cuando realmente se dan cuenta de lo que tienen enfrente. En ciudades como ésta, donde la hostelería cada vez emplea a más gente, socializar el conflicto es fundamental, ya que cualquier persona trabajadora ha trabajado o tiene a un hermano, prima, colega…que trabaja en la hostelería y sabe que lo que las situaciones que se denuncian son habituales, con lo que siente más de cerca el conflicto y genera una solidaridad, a distintos niveles,casi automática. Este tipo de prácticas ante la explotación, además de que normalmente llevan a que se consiga lo reclamado por el/la trabajador/a, lo que consiguen realmente, de momento a muy pequeña escala, es que nos demos cuenta de la fuerza que tenemos como clase y de que juntándonos solidariamente y luchando por nosotras/os misma/os, sin mediaciones de ningún tipo podemos conseguir lo que es nuestro.

    Nos han tocado vivir una época en la que todo lo que había estructurado alrededor del movimiento obrero ha desaparecido, y la misión que tenemos toda/os los que nos calificamos de “revolucionarios”, “anarquistas”, “anarcosindicalistas” o como queramos llamarnos es la de construir nuevas estructuras con las que enfrentarnos al Estado, al Capital y al Patriarcado. Hay que ser conscientes de que estamos empezando, y se empieza por conseguir cobrar un par de sueldos no pagados y se acaba creando fuerza para enfrentarnos cara a cara con quien nos expropia la vida.

    La represión al sindicalismo en Gijón no se limita al caso que estamos tratando. En los últimos meses hemos visto la detención de sindicalistas por la huelga feminista del 8-M y nos ha llegado información del conflicto de CSI con Alsa. ¿Nos contáis que conflictos sindicales hay abiertos en vuestra ciudad?

    En la huelga del 8m, durante un piquete de compuesto por compañeras de CNT, Bloque Críticu y otras, al entrar a informar a una tienda Mango, una integrante del piquete fue agredida por el encargado, por lo que se formó algo de tumulto que no llegó a nada. Una semana después, una compañera de CNT era detenida en su casa y dos más llamadas a declarar por Lesiones leves y atentado contra los derechos de los trabajadores. Están pendientes de declarar en junio.(2)

    El tema de CSI de los ALSA es bastante surrealista también. Durante el conflicto se llevaron a cabo cortes de vías, y en uno de ellos un conductor estresado intentó atropellar a un sindicalista de CSI. Después de esto, el conductor denunció al compañero, que fue condenado a pagar 800€.

    Este año está siendo más tranquilo comparado con el anterior en cuanto a conflictos laborales. Los hay pero se están solventando rápidamente, aunque el ambiente social está tenso y parece que con la primavera llega el calor y con el llegarán los conflictos. Ahora mismo acaba de comenzar una lucha de los trabajadores de Burguer King, que hace tres años llevaron a cabo una huelga con la que consiguieron hacer hincar la rodilla al empresario, y estos días sabemos que comenzarán nuevas movilizaciones, organizados en una asamblea propia al igual que en esa huelga.

    Poco a poco, la clase trabajadora asturiana, desorientada por la reconversión de la industria a la hostelería, con todo lo que conlleva, va viendo la necesidad de organizarse y las consecuencias que trae luchar por contra unas condiciones de trabajo humillantes. Esto no ha hecho más que empezar.

    Recientemente, hemos leído sobre las propuestas de derribar la Sindical, y vuestra oposición junto a CGT y CSI a ello. ¿Nos podéis contar qué es este edificio y cuál es su futuro?

    Este edificio está construido en el solar y sobre las ruinas de lo que un día fue la Casa del Pueblo que construyeron los/as militantes de diferentes sociedades obreras que en 1915, adquirieron el solar. En 1917 estas sociedades se unieron y formalizaron en la CNT y allí establecieron su sede. En 1937 la Junta de Defensa Nacional incauta la Casa del Pueblo y se lo venden a la Delegación Nacional de Sindicatos. En el año 62 fue derruida y se levanta el edificio actual.

    En torno a 1980/1981 la CNT ocupa algunos espacios del edificio reivindicando el patrimonio sindical acumulado y su patrimonio histórico, su propietario, el Ministerio de Empleo, reconoce el patrimonio sindical acumulado por lo que varios sindicatos estamos en el edificio con una cesión legal, después de indemnizaciones insuficientes por lo que seguimos reclamando el patrimonio histórico y hay recursos de por medio.

    El futuro del edificio lo desconocemos pero tenemos claro que es objetivo, por su ubicación , de un intento de pelotazo urbanístico, y por la actividad que en él se lleva a cabo, de un intento de desmovilización de la clase obrera que encuentra allí a tres sindicatos donde organizarse y defenderse, sea lo que sea lo que pretenden, vamos a defender nuestro espacio, porque estamos de acuerdo en que necesita mejoras, sobre todo por la situación de abandono en la que el Ministerio lo tiene, pero somos los sindicatos los que lo mantienen al día y por eso está muy lejos de ser ese “edificio que se viene abajo” como tratan de hacer ver.

  • This page has not been translated into 한국어 yet.

    This page can be viewed in
    English Italiano Català Ελληνικά Deutsch



    Rojava: Mensaje urgente de un compañero anarquista en Afrin

    Rojava: Mensaje urgente de un compañero anarquista en Afrin

    Mon 21 May, 19:57

    browse text browse image

    Cuadro 1 imagePara una teoría de la estrategia May 21 00:22 by Coordinadora Anarquista Brasilera (CAB) 0 comments

    cit3.jpg imageFundada en Parma la Confederación Internacional del Trabajo (CIT) May 20 22:56 by ALB Noticias 0 comments

    congresoiasr2018.jpg imageEntrevista al Secretario de Exteriores de la CNT May 20 22:49 by CNT 0 comments

    indigenas1.jpg imageColombia: La guerra contra las comunidades continúa May 20 22:42 by Sub★Versión 0 comments

    p_18_05_2018.jpeg imageComunicado de CGT sobre la Nakba, 70 años de dolores para el Pueblo Palestino May 20 13:38 by Secretariado Permanente 0 comments

    download.jpg imageΝα Ξανασκεφτούμε... May 19 20:00 by Χρήστος Καραγιαννάκης 0 comments

    repeal8thwsmbannerthin.jpg image8 reasons anarchists are voting Yes to Repeal the hated 8th May 18 19:33 by WSM 0 comments

    Ba Jin em 1928 imageO movimento anarquista no Japão: os mártires de Tóquio May 18 04:17 by Ba Jin 0 comments

    32587435_613916275627678_8428096706708504576_n.jpg image“La minga es un tema de unión, de fuerza”, entrevista en memoria de Ramón Ascúe May 17 04:09 by Rebeldía Contrainformativa 0 comments

    macri_fmi_sale.jpg imageFuga de dólares na Argentina e o papel dos acordos abutres no governo Macri May 16 21:42 by BrunoL 0 comments

    Omar Aziz image"Τοπικά Συμβούλι^... May 14 19:28 by Hourriya 0 comments

    0000.jpg imageDemocracy, Radical Democracy, and Anarchism—A Discussion May 13 14:41 by Wayne Price 0 comments

    again1.jpg imageSouth Africa: Minimum wages can’t end suffering when the rich abuse the poor May 12 19:31 by Bongani Maponyane 0 comments

    41cbhezm4nl_1.jpg image“Zero de Conduite” του Jean Vigo May 11 21:00 by Barrie Sargeant 0 comments

    suizaexplota.jpg imageLa CNT de Gijón es acusada de organización criminal y extorsión May 10 15:02 by Todo Por Hacer 0 comments

    thetake.jpg imageResist-Occupy-Produce: What can Anarchists and Syndicalists Learn from Factory Take-Overs ... May 10 05:52 by Leroy Maisiri & Lucien van der Walt 0 comments

    textThe Family-Party-State Nexus in Nicaragua May 10 03:06 by Trevor Evans 0 comments

    no5.jpg imageΣκαντζόχοιρος #5 May 09 21:53 by εκδ. Σκαντζόχοιρου 0 comments

    Ba Jin. imageO patriotismo e o caminho para a felicidade dos chineses May 09 04:33 by Ba Jin 0 comments

    Jorge Vega Galvis en Monterrey, Cartagena de Chairá, Septiembre del 2017 (Fotografía de José Antonio Gutiérrez D.) imageAtentado contra Jorge Vega Galvis, dirigente campesino y comunitario de Cartagena de Chair... May 09 03:33 by José Antonio Gutiérrez D. 0 comments

    Ba Jin. imageComo construir uma sociedade de liberdade e igualdade genuínas May 08 12:03 by Ba Jin 0 comments

    placasnicolas.jpg image[Colombia] Sigamos luchando en memoria de Nicolás Neira May 07 23:31 by Grupo Libertario Via Libre 0 comments

    bare1525625868647.jpg imageΟ μύθος της “κινημ&#... May 07 18:31 by Vectrum 0 comments

    1.jpg imageΑναρχικό Κοινωνι... May 07 18:25 by ΑΒΡΑ 0 comments

    41cbhezm4nl.jpg imageBook Review: Jean Vigo by P.E. Salles Gomes (1998) May 07 11:09 by Barrie Sargeant 0 comments

    gider1 imageYoung Workers Association's in the streets in May Day May 05 22:35 by GİDER 0 comments

    socialismbernie.jpg imageΑναβίωση του αμε`... May 05 19:49 by Wayne Price 0 comments

    unityandsolidarity.jpg imageAutogestión y cooperativismo. El avance sobre la producción. May 03 04:02 by José Luis Carretero Miramar 0 comments

    mayday.jpg imageMay Day 2018 May 01 15:49 by Melbourne Anarchist Communist Group (MACG) 0 comments

    2_1.jpg imageΑναρχισμός και ε`... Apr 29 22:31 by Ερρίκο Μαλατέστα 0 comments

    more >>
    © 2005-2018 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]