user preferences

venezuela / colombia / miscellaneous / anarchist communist event Saturday October 24, 2020 01:52 byViaLibre

Del 26 de octubre al 16 de noviembre de 2020. Todos los lunes a las 6:00 pm. Facebook live

XVI Seminario Militante
Pensamiento anarquista latinoamericano

Del 26 de octubre al 16 de noviembre de 2020
Todos los lunes a las 6:00 pm
Facebook live

1. Intelectuales clásicas del siglo XX (26 de octubre)
2. Eduardo Colombo (2 de noviembre)
3. Silvia Rivera Cusicanqui (9 de noviembre)
4. Felipe Correa (16 de noviembre)

Grupo Libertario Vía Libre

Διεθνή / Εργατικοί Αγώνες / Γνώμη / Ανάλυση Wednesday October 21, 2020 21:03 byΚινήσεις για την Ταξική Αυτονομία

Μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους του ψηφιακού μετασχηματισμού της οικονομίας είναι οι αλλαγές στον τρόπο που οργανώνεται και παρέχεται η εργασία. Παράδειγμα αποτελεί και η εργασία από απόσταση, κάνοντας χρήση των σύγχρονων μέσων τηλεπικοινωνίας. Η τηλεργασία, παρόλο που δεν είχε υιοθετηθεί στην Ελλάδα μέχρι πρόσφατα, υπήρχε κατά καιρούς σαν θέμα στα διάφορα ειδησεογραφικά μέσα. Γιατί όμως τα αφεντικά προωθούσαν - έστω και ακαδημαϊκά - τόσο πολύ την συγκεκριμένη μορφή εργασίας; Τι έχουν να κερδίσουν από αυτήν;

Σημειώσεις για την τηλεργασία και την επέκταση της ελαστικής εργασίας από την πίσω πόρτα

Η τηλεργασία ως μορφή εργασίας υπάρχει παγκοσμίως εδώ και περίπου 25 χρόνια. Aρκετά πράγματα να έχουν γραφτεί γι’ αυτήν, όπως θα δούμε και παρακάτω. Σε πολλές χώρες έχει υιοθετηθεί σε έναν ευρύ βαθμό εδώ και αρκετό καιρό(π.χ. Δανία, Ολλανδία, Σουηδία κλπ.). Στην Ελλάδα όμως, η χρήση της ήταν αποσπασματική, και σημαντικότερα, μη θεσμοθετημένη αυστηρά. Υπήρχε κυρίως σαν μια διευκόλυνση που παρείχε ο εργοδότης στον εργαζόμενο, όταν ο τελευταίος για κάποιο λόγο ήθελε να εργαστεί κάποιες μέρες από το σπίτι. Άλλωστε, το εγχώριο κεφάλαιο είναι διστακτικό, χωρίς να έχει κάποια σαφή στρατηγική για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της εργασίας. ’Ετσι, η Eλλάδα παραμένει ουραγός μεταξύ των 28 μελών της ΕΕ στις ψηφιακές δεξιότητες και την ωριμότητα των επιχειρήσεων.

Παρ’όλα αυτά, το ξέσπασμα της επιδημίας Covid-19 υπήρξε η αφορμή ώστε τους τελευταίους μήνες να ξεκινήσει μια διαδικασία ραγδαίας αντιστροφής αυτής της κατάστασης. Σε διάφορους κλάδους οι εργοδότες αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην τηλεργασία για να συντηρήσουν την επιχείρηση τους. Έτσι, πολλές και πολλοί από εμάς βρεθήκαμε ξαφνικά, καθισμένοι μπροστά από ένα PC ή tablet ατελείωτες ώρες, ακόμη και εκτός ωραρίου. Θέλοντας να κατανοήσουμε την παρούσα συνθήκη αναρωτηθήκαμε αν αυτή η απότομη αλλαγή είναι κάτι προσωρινό ή μια νέα κανονικότητα. Αναρωτηθήκαμε επίσης, με ποιούς τρόπους μπορούν τα αφεντικά, να αξιοποιήσουν την τεχνολογία και την τηλεργασία για την αύξηση των κερδών τους, την απαλλαγή τους από λειτουργικά έξοδα, την αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής ισχύς των εργαζομένων (εξαιτίας της αυξανόμενης απομόνωσής τους) και τέλος τον μετασχηματισμό της εργασίας.

Τεχνολογία & ευελιξία: Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του `90, οι εξωφρενικοί ρυθμοί τεχνολογικής ανάπτυξης επιφέρουν βαθιές αλλαγές στην οργάνωση της παραγωγής. Η εξέλιξη αυτή, δίνει στις επιχειρήσεις την δυνατότητα να ανταποκριθούν πιο αποτελεσματικά στις αυξανόμενες απαιτήσεις μιας οικονομίας που επεκτείνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου. Οι νέες τεχνολογίες ανοίγουν την πόρτα σε νέες αγορές και νέους τρόπους εντατικοποίησης της εργασίας και συσσώρευσης κεφαλαίων. Η ενσωμάτωση της πληροφορικής κι η γενικότερη αναβάθμιση των τηλεπικοινωνίων, σημαίνει ότι η διασύνδεση μεταξύ των διαφόρων τμημάτων και εργασιακών καθηκόντων μπορεί να γίνει σε μεγάλη κλίμακα και με ταχύτητα ασύλληπτη σε σχέση με παλιότερα. Έτσι, πολλές υπηρεσίες γραφείου μπορούν να παρέχονται και να συντονίζονται από οποιοδήποτε μέρος και από οποιαδήποτε απόσταση: είτε πρόκειται για διαφορετικούς ορόφους, είτε μέχρι και διαφορετικές ηπείρους1. Οι καινοτομίες αυτές συμβαδίζουν με τις πλέον διαδεδομένες επιχειρηματικές πρακτικές αποκέντρωσης της παραγωγής: Διάφορες εργασίες που δεν συμφέρει να γίνονται μέσα στην επιχείρηση, τώρα αναθέτονται σε εξωτερικούς συνεργάτες (outsourcing), εταιρίες ενοικίασεως εργαζομένων κι υπεργολαβίες (job sharing).

Τεράστιας σημασίας είναι κι οι ανατροπές που λαμβάνουν χώρα στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων. Οι επιχειρήσεις, απαλλαγμένες απ’ την υποχρέωση παροχής μόνιμης και σταθερής εργασίας, εφαρμόζουν την απόλυτη ευελιξία2 στον τόπο εκτέλεσης και τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας. Οι σύγχρονοι εργαζόμενοι μπορούν να ενοικιαστούν, να απολυθούν και να μετακινηθούν ανά πάσα στιγμή, ανάλογα με την ζήτηση και το κόστος εργασίας. Παρότι κουβαλάνε στην πλάτη τους πολύχρονη θητεία στα θρανία, βρίσκονται σε μια διαρκή επανεκπαίδευση και ανάπτυξη νέων προσόντων κομμένων και ραμμένων στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες που επιφέρει η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας.

Σήμερα, βλέπουμε να αναπτύσσονται νέα επιχειρηματικά μοντέλα, όπως αυτά των πλατφορμών e-shop και παροχής υπηρεσιών, που απασχολούν εκατομμύρια ανθρώπους ανά τον κόσμο. Αυτοί είναι οι ονομαζόμενοι gig workers κι ο αριθμός τους αυξάνεται συνεχώς, καθώς όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της καθημερινής ανθρώπινης δραστηριότητας μεταφέρεται στον κυβερνοχώρο. Ηλεκτρονικό εμπόριο, τηλεδιασκέψεις, τηλεαγορές, βραχυχρόνιες μισθώσεις διαμερισμάτων, εφαρμογές (apps) για μετακινήσεις στην πόλη, είναι η νέα τάση του παγκόσμιου κεφαλαίου, που εκμεταλευόμενο τις δυνατότητες της ‘‘έξυπνης’’ τεχνολογίας, εισάγει προσωρινές και ευέλικτες μορφές απασχόλησης.

__________________________

[1] Μέσω των εφαρμογών Cloud οι εργαζόμενοι μπορούν να έχουν πρόσβαση στα ίδια έγγραφα που έχουν οι συνάδελφοί τους, είτε βρίσκονται εντός είτε εκτός γραφείου. Επίσης, μέσω φθηνών ή δωρεάν ψηφιακών εργαλείων (όπως είναι το zoom, webex, microsoft teams, slack, trello, toggl κ.α), το προσωπικό μιας επιχείρησης έχει την δυνατότητα να επικοινωνεί, να κάνει τηλεδιασκέψεις και να συντονίζει την ομαδική εργασία αποτελεσματικά εξ’ αποστάσεως.

[2] Οι αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας έφεραν νέες μορφές απασχόλησης, που ονομάστηκαν ευέλικτες (μερική εργασία, εργασία με κυλιόμενο ωράριο, εργασία τις Κυριακές & αργίες, εργασία εξ’αποστάσεως όπως η τηλεργασία). Πολλές από αυτές τις ευέλικτες μορφές εργασίας αποκαλούνται «γκρίζες» γιατί στερούνται εργασιακά δικαιώματα και κοινωνική ασφάλισή (εργασία με το κομμάτι “φασον”, ενοικίαση εργαζομένων κ.α.).

Οι σύνδεσμοι των αφεντικών έχουν καταλήξει

Μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους του ψηφιακού μετασχηματισμού της οικονομίας είναι οι αλλαγές στον τρόπο που οργανώνεται και παρέχεται η εργασία. Παράδειγμα αποτελεί και η εργασία από απόσταση, κάνοντας χρήση των σύγχρονων μέσων τηλεπικοινωνίας. Η τηλεργασία, παρόλο που δεν είχε υιοθετηθεί στην Ελλάδα μέχρι πρόσφατα, υπήρχε κατά καιρούς σαν θέμα στα διάφορα ειδησεογραφικά μέσα. Γιατί όμως τα αφεντικά προωθούσαν - έστω και ακαδημαϊκά - τόσο πολύ την συγκεκριμένη μορφή εργασίας; Τι έχουν να κερδίσουν από αυτήν; Νομίζουμε ότι είναι καλύτερο να δούμε τι λένε οι ίδιοι. Μέσα από τις έρευνες φορέων που εκφράζουν τα συμφέροντα τους, βγάζουν κάποια συμπεράσματα και μιλούν για πολλαπλά κοινά οφέλη:

1. Αυτονομία

Σε έρευνες της Eurofound (Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας), τονίζεται ότι μέσω της τηλεργασίας δίνεται η δυνατότητα στους εργαζόμενους να συνδυάζουν την δουλειά τους με την οικογενειακή ζωή και τους παρέχεται μεγαλύτερη αυτονομία στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Φεύγουμε από ένα περιβάλλον ελέγχου και περνάμε σε ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν. Μια νέα φιλοσοφία διοίκησης που βασίζεται στην παραχώρηση ευελιξίας και αυτονομίας ως προς την επιλογή του τόπου, του χρόνου και του τρόπου που θα δουλεύουν οι εργαζόμενοι, με αντάλλαγμα τη εξαναγκασμένη μεγιστοποίηση της αποδοτικότητάς τους. Παρατηρείται ότι τέτοιες αλλαγές επηρεάζουν και τα καθήκοντα του μάνατζερ που πλέον περιορίζονται στον απλό έλεγχο για την τήρηση των deadlines και δεν αναλώνονται στην αυστηρή επιτήρηση της κάθε επί μέρους διαδικασίας στην εργασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι υποβαθμίζεται το “διευθυντικό δικαίωμα” των μάνατζερ, απλώς αποκτά διαφορετικό προσωπείο, μιας και ο σκοπός τους συνεχίζει να είναι ο ίδιος: η εξασφάλιση ότι η εργασία μας θα υποτάσσεται κάτω από τις εντολές και ανάγκες της επιχείρησης. Παρ’ όλα αυτά όμως, σε πολλές περιπτώσεις όσον αφορά των έλεγχο των εργαζομένων, παρατηρείται το αντίθετο από αυτό που διαφημίζουν. Οι εργοδότες έχουν την δυνατότητα να επιτηρούν, διαρκώς, ακόμα στενότερα τις δραστηριότητες των εργαζομένων μέσω εφαρμογών, για το αν πράγματι δουλεύουν ή χασομερούν, περισσότερο και από όταν η εργασία εκτελείται στο χώρο της επιχείρησης. Κάποιες φορές, αυτό δεν είναι καν απαραίτητο, μιας και η εργασία είναι διαμορφωμένη έτσι (αυστηρά deadlines στα projects, συνεχής αξιολόγηση) ώστε ο εργαζόμενος να αυτόπειθαρχείται και να συμβάλει κι αυτός στην επιτήρηση των συναδέλφων.

2. Άυξηση παραγωγικότητας

Σε μια άλλη έρευνα, του ΣΕΒ συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι η τηλεργασία μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα σε βαθμό μέχρι και 50%. Αφενός λόγω της διεύρυνσης του ωφέλιμου εργάσιμου χρόνου κι αφετέρου λόγω του ότι οι τηλεργαζόμενοι είναι πολύ πιο συγκεντρωμένοι κατά τη διάρκεια της εργασίας τους. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα για τα αφεντικά δεν είναι ποιες ώρες της ημέρας θα δουλεύουμε αλλά πόσο αποδοτικοί θα είμαστε. Αναφέρονται σε σύγχρονες μεθόδους αξιολόγησης, με τα κριτήρια απόδοσης να είναι περισσότερο ο όγκος εργασίας και η επίτευξη προκαθορισμένων στόχων και λιγότερο η φυσική παρουσία του εργαζόμενου και η τήρηση του ωραρίου.Η παραγωγικότητα επίσης αυξάνεται και μέσω της μείωσης των “άσκοπων” απουσιών μας, καθώς κι άρρωστοι να είμαστε ή να έχουν απεργία τα μέσα μαζικής μεταφοράς, μπορούμε να δουλέψουμε από το σπίτι. Αναφέρονται επίσης και στην προσέλκυση και διατήρηση προσωπικού νεότερης ηλικίας.

Είναι γνωστό ότι οι νέοι-ες μπαίνουν στην αγορά εργασίας με περισσότερη όρεξη για δουλειά αλλά και εφόδια, όντας πιό καταρτισμένοι πάνω στις νέες τεχνολογίες. Έχουν λιγότερες οικονομικές απαιτήσεις και βιοποριστικές ανάγκες και είναι περισσότερο πειθαρχημένοι. Επίσης, δίνεται η ευκαιρία στις επιχειρήσεις να εντοπίσουν αποδοτικότερους και καταλληλότερους υπαλλήλους, διευρύνοντας απεριόριστα την ακτίνα εμβέλειάς τους στην αναζήτηση εργατικού δυναμικού. Μπορούν να προσελκύουν εργαζόμενους από άλλες πόλεις ή ακόμα και από άλλες χώρες, με χαμηλότερα εισοδήματα και κόστος εργασίας.

3. Ευκαιρίες απασχόλησης

Ένα άλλο σημείο στο οποίο επικεντρώνονται οι έρευνες των αφεντικών, είναι ότι η τηλεργασία αυξάνει τις ευκαιρίες απασχόλησης για κοινωνικές ομάδες με περιορισμένη δυνατότητα παροχής εργασίας. Παραδείγματα αποτελούν τα ΑΜΕΑ και οι έγκυες γυναίκες ή νέες μητέρες. Συγκεκριμένα για τις τελευταίες, αναφέρεται ότι με την τηλεργασία τους δίνεται η δυνατότητα να εκπληρώνουν ταυτόχρονα τα καθήκοντα τους ώς μητέρες και εργαζόμενες πιο αποτελεσματικά. Δεν διστάζουν να πουν ότι ο μη σαφής διαχωρισμός εργασίας και ελεύθερου χρόνου δεν είναι απαραίτητα κακός αλλά δημιουργεί σε αυτούς τους ανθρώπους νέες ...ευκαιρίες. Τις νέες αυτές ευκαιρίες που διατυμπανίζουν, από τη μία μπορούμε να τις αντιληφθούμε κι ως μέσο εισαγωγής νέας εργατικής δύναμης στην αγορά εργασίας, την οποία κατά καιρούς και χρειάζονται. Από την άλλη, είναι δύσκολο να μην μεταφράσουμε τις «ευκαιρίες» αυτές, ως πάτημα για το κεφάλαιο, ώστε να απαλλαγεί μια και καλή από έναν διαχρονικό βραχνά: Την κοινωνική μέριμνα των εργαζομένων - γυναικών μέσω επιδομάτων και αδειών μητρότητας.

4. Μείωση λειτουργικών εξόδων

Λειτουργικά είναι τα έξοδα που οφείλονται σε συνήθεις δραστηριότητες της επιχείρησης όπως το ενοίκιο κι οι λογαριασμοί, οι μεσιτείες, ο εξοπλισμός, η ανάλωση υλικών, κ.α. Κατά την περίοδο επιβολής των αυστηρών περιοριστικών μέτρων καραντίνας, πολλές επιχειρήσεις συνειδητοποίησαν ότι μέσω της τηλεργασίας θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να προχωρήσουν στη μείωση του κόστους των εγκαταστάσεων τους. Άλλωστε, η ερχόμενη αναδιάρθρωση της εργασιακής διαδικασίας, μέσω της ενσωμάτωσης καινοτομιών, θα οδηγήσει εκτός από την αύξηση της παραγωγικότητας (που εδώ αποδεικνύεται μέσω ενός πλήθους ερευνών) και στην μείωση του κόστους, με αποτέλεσμα την αύξηση του ποσοστού κέρδους.

5. Ευελιξία & αλλαγή μοντέλου

Ένα ακόμη σημείο στο οποίο επικεντρώνονται, είναι η αναγκαιότητα για επικαιροποίηση της εργατικής νομοθεσίας, η οποία χαρακτηρίζεται ως άκαμπτη, αδυνατώντας να ενσωματώσει τις επεκτεινόμενες αρχές της ευελιξίας που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες “μεταβιομηχανικές” κοινωνίες. Για την τηλεργασία, πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το νομικό της πλαίσιο , δεν έχει ανανεωθεί από το 2007 όπου και ενσωματώθηκε στην εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας. Το υπάρχον πλαίσιο δεν δίνει μεγάλη ευελιξία όσον αφορά τον καθορισμό, τήρηση του ωραρίου εργασίας, διαλλειμάτων και κατ’επέκταση στο κατά πόσο καλύπτονται οι επιχειρήσεις σε περίπτωση ελέγχου της ΣΕΠΕ. Για παράδειγμα, στην μερική τηλεργασία, προκειμένου να είναι απολύτως νόμιμη μια επιχείρηση, θα πρέπει είτε οι μέρες τηλεργασίας να είναι αυστηρώς προ-καθορισμένες (πχ κάθε Τετάρτη), είτε να αναθεωρείται η σύμβαση κάθε φορά που αλλάζει το πρόγραμμα του τηλεργαζομένου. Για τους συγγραφείς του κεφαλαίου, όλα τα παραπάνω θεωρούνται πρακτικά μη εφαρμόσιμα και ζητούν ειδικές ρυθμίσεις, όπως είναι ήδη σε ισχύ σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Αυτές, θα προσδίδουν μεγαλύτερη ευελιξία στις επιχειρήσεις, ώς προς τον καθορισμό του ωραρίου.

Αυτό που όμως έχει την μεγαλύτερη σημασία για τις “δεξαμενές γνώσης” του ελληνικού κεφαλαίου, είναι το πώς αντιλαμβάνονται οι επιχειρήσεις σήμερα το καθεστώς της τηλεργασίας. Κι εξηγούμαστε: Μέχρι στιγμής, σχεδόν καμία επιχείρηση δεν εφάρμοζε την τηλεργασία με πρωταρχικό στόχο όλα τα παραπάνω. Κυρίωςαποτελούσε μια παροχή διευκόλυνσης προς τους εργαζόμενους, πάντα κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας, χωρίς ταυτόχρονα να δημιουργεί ένα ειδικό εργασιακό καθεστώς και μια νέα κατηγορία εργαζομένων. Το στοίχημα των αφεντικών για την επόμενη μέρα είναι πως η τηλεργασία θα συμβάλει στον μετασχηματισμό της τυπικής εξαρτημένης εργασίας σε εργολαβική. Για τις επιχειρήσεις, οι συμβάσεις έργου είναι ευέλικτες ως προς τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του κάθε project. Έτσι, δίνεται η δυνατότητα να απασχολούν εξ’ αποστάσεως και για ένα συγκεκριμένο κομμάτι χρόνου, “ανεξάρτητους” εργαζόμενους καταλλήλων προσόντων και εξειδικεύσεων, απαλλασσόμενες ταυτοχρόνως από ασφαλιστικές εισφορές και μισθολογικά βαρίδια.

Ο μαγικός κόσμος της τηλεργασίας κι εμείς

Από τα παραπάνω δεδομένα, ξεχωρίζουν τέσσερα σημεία που η τηλεργασία χτυπά τον εργαζόμενο στη δουλειά αλλά και τηνπροσωπική του ζωή.

Πρώτον, η απουσία του ίδιου του εργαζόμενου από τον χώρο δουλειάς σημαίνει και απουσία καθημερινής τριβής με συναδέλφους. Αυτή η κατάσταση μπορεί να μας μετατρέψει σε αποκομμένες και προκατειλημμένες ατομικότητες, και η δουλειά να γίνει απόλυτα βαρετή και καταθλιπτική. Άραγε με ποιούς θα κάνουμε διάλλειμα, θα λέμε αστεία και θα συζητάμε για την δουλειά μας; Πως θα αποκτήσουμε συνοχή, εμπιστοσύνη και συναδελφικότητα μεταξύ μας όταν η άμεση επαφή θα αντικατασταθεί από τα τηλέφωνα και τα παράθυρα συνομιλίας στα διάφορα διαδικτυακά meeting; Κι όμως, η μισή μέρα που σπαταλάμε στην δουλειά μαζί με τους συναδέλφους, αποτελεί αναμφισβήτητατο πιο στιβαρό θεμέλιο για να μας κρατάει ενωμένους απέναντι στις παράλογες απαιτήσεις της δίοικησης, οπως για παράδειγμα πάνω στο ζήτημα του ρυθμού εργασίας. Με την φυσική μας παρουσία στο γραφείο, έχουμε την δυνατότητα να διαμορφώνουμε έναν στάνταρ και αποδεκτό από όλους ρυθμό δουλειάς. Ο διπλανός μας θα μας ζητήσει να μειώσουμε τον ρυθμό που δουλεύουμε για ένα δύσκολο πρότζεκτ, και εμείς θα του ζητήσουμε να παρατείνουμε λίγο παραπάνω το διάλλειμα για τσιγάρο ή φαγητό. Όσο καλύτερα γνωριζόμαστε μεταξύ μας, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να το κατακτήσουμε χωρίς να κατηγορηθεί κάποιος μεμονωμένα ώς τεμπέλης η αργός.

Δεύτερον, η απουσία καθορισμένου εργασιακού χώρου και χρόνου που συντελείται μέσω της τηλεργασίας διαιωνίζει και την ψευδαίσθηση ότι η εργασία και τα συμφέροντα μας ταυτίζονται με τα κέρδη και τους στόχους της επιχείρησης. Δίνει την αίσθηση του εξωτερικού συνεργάτη - αυτοαπασχολούμενου (εργαζόμενου επιχειρηματία του εαυτού του) που ρυθμίζει ο ίδιος το πώς και πότε θα δουλεύει. Η ζωή του γίνεται πλέον αντιληπτή ώς επένδυση σε εργασιακές δεξιότητες με σκοπό από τα να τα βγάλει πέρα μόνος του μέχρι κάποτε όλη αυτή η γνώση και εμπειρία να αυτοαξιοποιηθεί μέσω μιάς start-up επιχείρησης και να γίνει ο επόμενος αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας. Αυτό το περίφημο κυνήγι απόκτησης προσόντων που πρέπει να είναι συνεχές, μπορεί να γίνει εύκολα από το διαδίκτυο, αρκεί να ξημεροβραδιάζεις επανειλημμένα πίσω από την οθόνη του υπολογιστή σου. Όμως, στην αγορά εργασίας, δεν είναι ο καλύτερος αυτός που πετυχαίνει. Ολόκληρες στρατιές διανοητικών εργαζόμενων (brainworkers) που μορφώθηκαν και εξειδικεύτηκαν, κατέληξαν «μπλοκάκηδες», δηλαδή να εργάζονται ώς μισθωτοί με πενιχρούς μισθούς και ταυτόχρονα να πληρώνουν κερατιάτικα για ασφαλιστικές εισφορές σαν να είναι ελεύθεροι επαγγελματίες. Κι από ότι φαίνεται, οι ψευδαισθήσεις και τα όνειρα όλων αυτών των «ταλαντούχων επιστήμονων» και των «απροσάρμοστων» ‘tech-φρικιών’ με τις αστείρευτές γνώσεις και δεξιότητες γκρεμίστηκαν πατώντας την μπανανόφλουδά του νεοφιλελευθερισμού και του «ισότιμου» ανταγωνισμού.

Τρίτον, γίνεται αντιληπτό ότι η θολούρα μεταξύ ελεύθερου και εργάσιμου χρόνου αποτελεί πεδίο νέων ευκαιριών μόνο για τους εργοδότες και τις επιχειρήσεις. Ο τηλεργαζόμενος αναγκάζεται να είναι συνεχώς διαθέσιμος για να απαντήσει σε κάποιο mail, σε κάποιο τηλεφώνημα του αφεντικού, να εξυπηρετήσει κάποια «έκτακτη ανάγκη» που προέκυψε ή κάποια υποχρέωση που πρέπει να εκπληρωθεί γιατί πιέζει το deadline. Η συγκεκριμένη συνθήκη τον ωθεί να ασχολείται όλο και περισσότερο με την δουλειά εκτός του ωραρίου, ακόμη και αν δεν υπάρχει η ανάγκη γι’ αυτό, μιας και δημιουργείται η αντίληψη ότι κάποιες ενέργειες μπορούν να διεκπεραιωθούν άμεσα και γρήγορα με λίγα κλικ από το σπίτι. Βέβαια, το ξεχείλωμα του ωραρίου το φέρνουν κι οι πολλαπλές ταχύτητες και τα διαφορετικά ωράρια των εργαζομένων που αναπτύσσονται από την εξ’ αποστάσεως εργασία.

Τέταρτον, και τελευταίο. Όλη αυτή η κατάσταση είναι φυσικό επακόλουθο να διαμορφώνει την υγεία και την προσωπικότητα του τηλεργαζόμενου. Ποτέ δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί με κάτι που τον γεμίζει αυθεντικά, μιας και η δουλεία είναι έτοιμη να εισβάλει κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο στον προσωπικό του χρόνο, με τους χώρους του σπιτιού του να μετατρέπονται σε ένα απέραντο γραφείο. Ο τηλεργαζόμενος αναγκάζεται να εξασφαλίσει ένα χώρο εργασίας μέσα στο σπίτι. Αυτό είναι δύσκολο για αρκετούς που έχουν οικογένεια ή συγκατοικούν, μιας και όλα τα άτομα πρέπει να προσαρμόσουν την καθημερινότητα τους κατά τις εργάσιμες ώρες. Δεν είναι παράξενο λοιπόν αυτή η φιγούρα εργαζομένου να ζει με άγχος και στρές λόγω των ρυθμών δουλειάς και της απώλειας της προσωπικής του ζωής. Ένα από τα πραγματικά πρόβλημα των σημερινών εργαζόμενων είναι ότι δεν έχουν χρόνο. Δεν έχουμε την δυνατότητα να βιώσουμε τον ελεύθερο μας χρόνο έτσι όπως πραγματικά θέλουμε, γιατί πολύ απλά δεν μας ανήκει. Η δουλειά μας τρώει τον περισσότερο χρόνο κι είναι αυτή που θα καθορίσει απόλυτα για το τι θα κάνουμε και πως θα περάσουμε το απόγευμά μας ή το Σαββατοκύριακο. Οι δουλείες «λάστιχο» όπως είναι η εργασία από το σπίτι, τεμαχίζουν τον ελεύθερο μας χρόνο σε χίλια κομμάτια και κάνουν τα πράγματα ακόμη πιο θολά και αλλοτριωτικά.

Μπορεί η μάχη να δοθεί εξ' αποστάστεως;

Η ελαστικοποίηση κι ο θρυμματισμός της εργασίας αγγίζει πλέον τους περισσότερους ηλικιακά νέους εργαζόμενους, με τους περισσότερους να μην έχουν ζήσει κάτι διαφορετικό. Παρότι μιλάμε την ίδια γλώσσα, φαίνεται ακατόρθωτο ακόμα και να διανοηθούμε να ενεργοποιηθούμε με τη δική μας κοινή ταυτότητα, να οργανώσουμε τα αιτήματα μας, να δώσουμε τους δικούς μας αγώνες. Κι ενώ βρισκόμαστε σε εργασίες οι οποίες διαρκώς αποκτούν όλο και πιο κομβικό ρόλο στην νέα οικονομία, δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε τρόπους έκφρασης των συλλογικών μας αναγκών. Η εποχή που η ύπαρξη μαζικών χώρων δουλειάς όπως τα εργοστάσια κι η συλλογική ζωή γύρω από αυτά ήταν βασικοί παράγοντες για να συγκροτηθούν οι εκμεταλλευόμενοι ώς ταξη έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η εργατική οργάνωση του παρελθόντος φαίνεται ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε μια περίοδο η οποία χαρακτηρίζεται, σε αρκετούς κλάδους, από τη γενικευμένη έξοδο των εργαζομένων από τον παραδοσιακό ενιαίο εργασιακό χώρο. Για παράδειγμα, τα open space γραφεία και τα call centers, όπου δεκάδες εργαζόμενοι στοιβάζονται μέσα σε λίγα τετραγωνικά, πιθανότατα και να μην υπάρχουν στο μέλλον.

Είναι πράγματι γεγονός ότι η τηλεργασία ήρθε για να μείνει. Στο άμεσο μέλλον, πολλοί θα είναι αυτοί, κυρίως οι millennials, που θα προτιμήσουν την τηλεργασία για να αποδράσουν από τις πολύωρες και κουραστικές μετακινήσεις, την ενοχλητική επίβλεψη των προϊσταμένων και των εργοδοτών τους, ίσως ακόμη και από τους αντιπαθητικούς συναδέλφους. Οι βάσιμες επιθυμίες των νέων εργαζομένων για τηλεργασία, περισσότερη ευελιξία και απελευθέρωση από το «ρουτινιασμενο» 5ημερο-8ωρο, αποτελούν έμπρακτη αμφισβήτηση των παραδοσιακών μορφών εργασίας. Ταυτόχρονα όμως κρύβουν παγίδες ακόμη κι όταν εκφράζονται από ριζοσπαστική σκοπιά. Το κεφάλαιο μπορεί εύκολα να ενσωματώσει τις εργατικές αρνήσεις με τους δικούς του όρους, κάτι που είναι απολύτως βέβαιο ότι θα μας ωθήσει σε περισσότερη αβεβαιότητα. Θα γίνουμε ακόμη πιο ανταγωνιστικοί, αλαζόνες και φοβισμένοι για τις δουλειές μας, ψάχνοντας διαρκώς για ατομικές λύσεις στα τεράστια συλλογικά προβλήματα που μας κλονίζουν. Η εκτίμηση μας πηγάζει από την εμπειρία των νέων προλετάριων της δεκαετίας του ‘70 στις δυτικές μητροπόλεις. Εκείνοι αρνήθηκαν τον ρόλο τους μέσα στην βαριά βιομηχανία των εργοστασίων, απαιτώντας ελευθερία από την αιώνια φυλακή της μισθωτής εργασίας. Το κοινωνικό αυτό τσουνάμι ανυπακοής έφερε τα αντίστροφα αποτελέσματα. Πυροδότησε με όρους ρεβάνς από το κεφάλαιο, την εγγεγραμμένη/προμελετημένη απορρύθμιση του κοινωνικού συμβολαίου που είχαν κερδίσει οι εργατικοί αγώνες κι οι εξεγέρσεις των προηγούμενων δεκαετιών. Η διαδικασία αυτής της απορρύθμισης αποτυπώθηκε με την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών και την εισαγωγή ρομποτικών συστημάτων στα εργοστάσια, την μείωση του απαιτούμενου αριθμού εργατικών χεριών, την διάλυση των ισχυρών συνδικάτων και την ελαστικοποίηση της εργασίας που ακολούθησαν.

Μακριά όμως από εύκολα συνθήματα για άρνηση της τηλεργασίας και σπάσιμο των καμερών και των υπολογιστών, οφείλουμε να μπούμε στη διαδικασία να απαντήσουμε σε κάποια ερωτήματα που προκύπτουν. Μπορούν οι νέες τεχνολογίες να βοηθήσουν στην επικοινωνία των εργαζομένων που δεν βρίσκονται στον ίδιο χώρο δουλειάς; Η πετυχημένη διαδικτυακή συνεννόηση και αντίδραση (μέσω της εφαρμογής what’s app) των διανομέων της WOLT μετά από την ανακοίνωση της εταιρίας να περικόψει τα bonus, όπως κι η στάση τηλεργασίας στην πλατφόρμα ΒΕΑΤ μετά από απολύσεις της διοίκησης εν μέσω της καραντίνας, φέρνουν στο προσκήνιο μια νέα μορφή επικοινωνίας, συντονισμού και οργάνωσης των εργαζομένων. Μπορούν οι προοπτικές και η αναγκαιότητα αγώνα που γεννιούνται εν μέσω εργασιακής κινητικότητας και ακραίας ευελιξίας να απαντήσουν στο μεγάλο στοίχημα που παρέμενε ανοιχτό πριν ακόμα χτυπήσει την πόρτα μας η επιδημία κι η εξ αποστάσεως εργασία: Να βγούμε από την απομόνωση και την αδράνεια, να συναντηθούμε, να ανακτήσουμε την χαμένη μας εργατική αυτοπεποίθηση, να προετοιμάσουμε τις θέσεις μάχης μας στους αγώνες του μέλλοντος.

Κινήσεις για την Ταξική Αυτονομία

taksiki-autonomia@riseup.net

image 460_0___30_0_0_0_0_0_2a80d38d5885395684cfadf81cb09d54.jpg 0.02 Mb

brazil/guyana/suriname/fguiana / imperialismo / guerra / opinião / análise Sunday October 18, 2020 07:51 byBrunoL

No início deste século, quando da conjunção de governos social-democratas e nacional-desenvolvimentistas fomentados pela Venezuela chavista e Aliança Bolivarian (ALBA), nossos países experimentaram um momento superior de aproximação e conjunção. De novo, longe estávamos de formar exércitos populares, como o republicano liberal-radical que enfrentou a invasão gringa, a ditadura de Santa Anna, fizeram a Guerra da Reforma e expulsaram os invasores franceses, mas era um passo relevante, em especial para os estamentos que formam a espinha dorsal das instituições castrenses. Neste sentido e com todos os “senões” a Escola de Defesa Sul Americana (EDSA) foi um dos passos mais audaciosos de integração regional na área de Defesa e Segurança já realizados.

Por Pedro Guedes e Bruno Lima Rocha, ilustração de Rafael Costa

Existe uma polêmica, dilema de profundidade, debatendo qual o papel, quais os papéis das Forças Armadas na América Latina. Um conceito demonstrado nas décadas de ’60 e ’70 do século XX dizia que “nenhuma força reacionária é anti-imperialista”. No auge do realismo regional, a Guerra das Malvinas demonstrou cabalmente essa hipótese. Na América Central, havia dois caminhos. Um, mais formal, o Exército era transformado em Guarda Nacional operando como defesa interna, ou a manutenção da ordem. Outro, menos cínico, era Guarda Nacional de Somoza, da dinastia dos três somozas, varridos para o lixo com a Revolução Nicaraguense.

Outro problema grave é o nacionalismo, ou a falta deste, ou a noção do que seria um “nacionalismo latino-americano”. Nosso continente tem uma dimensão profunda, de povos originários, territórios resistentes de matrizes afro-americanas, lutas sem trégua de uma pobreza miscigenada e que a modernização não incorporou em definitivo. Por outro lado, nossos países têm, em maior ou menor grau – e o Brasil em elevadíssimo grau – uma noção de “nacionalismo” onde a nação não é o espelho do povo, dos povos dos brasis, mas sim um espelho retorcido de uma elite reacionária, patética, colonizada e submissa. É nojento mesmo, incluindo o alto escalão das forças armadas, cuja versão mais “sincera” é a nata dos milicos de Pinochet, que acabaram com a infraestrutura independente do país e o deixaram empobrecido e totalmente incorporado às redes transnacionais do eixo do Pacífico, capitais asiáticos incluídos.

No início deste século, quando da conjunção de governos social-democratas e nacional-desenvolvimentistas fomentados pela Venezuela chavista e Aliança Bolivarian (ALBA), nossos países experimentaram um momento superior de aproximação e conjunção. De novo, longe estávamos de formar exércitos populares, como o republicano liberal-radical que enfrentou a invasão gringa, a ditadura de Santa Anna, fizeram a Guerra da Reforma e expulsaram os invasores franceses, mas era um passo relevante, em especial para os estamentos que formam a espinha dorsal das instituições castrenses. Neste sentido e com todos os “senões” a Escola de Defesa Sul Americana (EDSA) foi um dos passos mais audaciosos de integração regional na área de Defesa e Segurança já realizados.
Sua criação adveio da necessidade de coordenar esforços de defesa em âmbito regional na América do Sul. É da lógica, se os Estados Maiores das forças armadas fomentam e insuflam competições regionais (como Brasil X Argentina; Chile X Argentina; Peru X Chile, Bolíva X Paraguai; Peru X Equador; Venezuela X Colômbia, Venezuela X República da Guiana), a mentalidade de competição no mesmo bloco continental chega a um nível de tensões como o já vivido na década de ’70 (na disputa argentina e chilena), ou nos anos de ’90 (com peruanos e equatorianos declarando guerra). Ainda que o subcontinente seja uma região considerada pacifica, se comparada com outras regiões do ponto de vista geopolítico, possui problemas e gargalos, como narcotráfico, políticas de modernização que não ensejem corridas armamentistas e a criação de políticas de segurança regional que se encaixem nas peculiaridades da região. Logo, se em última análise a Escola ampliasse visões anti-imperialistas deixando de priorizar as agendas securitárias do Comando Sul do Império dos EUA já significaria um considerável avanço.

A EDSA foi criada tendo estes problemas em mente. A princípio, este órgão seria o espaço onde militares dos países membros completariam seus estudos, objetivando responder a essas questões, com o mínimo de ingerência ou doutrinação de países externos à realidade e especificidades da América do Sul[1]. Ainda, esta Escola Militar serviria como fórum de discussão de políticas conjuntas de defesa entre os países membros, dentro do âmbito do Conselho de Defesa da UNASUL (Consejo de Defensa Suramericano em espanhol, sigla:CDS)[2]. Logo, em se mantendo a União das Nações do Sul e garantindo a coexistência da Aliança Bolivariana para os Povos da Nossa América (ALBA) e a projeção maior, a Comunidade de Estados Latino-Americanos e Caribenhos (CELAC), a Escola seria uma anti-Escola das Américas, um intento de contrapor a permanente influência dos gringos e potências com tradição imperialista nas fileiras de oficiais das forças armadas de nosso Continente. É importante compreender que quanto mais integradas, menor o risco de cair em manipulações da CIA, DEA, FBI, NSA e outras ingerências clássicas dos Estados Unidos em nossas sociedades.

Como explicamos acima, mesmo que sem maiores conflitos desde a Guerra do Paraguai, entre 1864 e 1870[3], a América do Sul experimentou uma série de conflitos militares ao longo do Século XX. Ainda que a maioria destas conflagrações seja de caráter fronteiriço, como a Guerra do Chaco, de 1932 a 1935 e mais recentemente a Guerra de Cenepa, de 1995[4], houve ainda um enfrentamento armado envolvendo um país sul americano ante uma potência imperialista europeia. Esse conflito, ocorrido entre abril e junho de 1982, foi a Guerra das Malvinas/Falklands, opondo a Argentina ao Reino Unido[5]. Pela lógica da UNASUL-ALBA-CELAC, um conflito como o das Malvinas não seria deflagrado sem o aval dos demais países membros e menos ainda toleraríamos mais ditaduras militares como a Junta Militar que promovera um genocídio contra a própria população.

Somadas a essas experiências, o narcotráfico nos anos 90 mostrou-se um problema complexo e quase insuperável para os países da região, culminando na intervenção estadunidense na Colômbia nos anos 90[6], por meio de seu plano de suporte e equipamento ao governo local .Ainda temos relacionado a esse problema, a falência do estado peruano, na mesma década, acossado pelo auto golpe dado pelo presidente Fujimori[7]. A dinâmica securitária imposta pelo Plano Colômbia é muito preocupante; a intenção dos gringos era a de inversão de envio de recursos – do varejo do tráfico para o país dos carteis de Medellín, Cali e Norte do Valle; para, empréstimos dos gringos que alteram a lógica da soberania nacional colombiana. Logo, um trabalho coordenado entre agências latino-americanas sem passar pelo comando e a “colaboração” das agências imperialistas seria um triunfo no sentido de maior autonomia e menos dependência.

A partir desse panorama, agravado pelo escândalo da espionagem realizada pela NSA (National Security Agency), em 2013, a diplomacia brasileira trabalhou para que a União de Nações Sul Americanas (UNASUL) incorporasse em seu conjunto de objetivos, cuidar da formação dos quadros militares do alto oficialato dos países membros[8]. Como resultado, foi criada a EDSA, dentro do guarda chuva organizacional do Conselho de Defesa da UNASUL, em 2015[9]. Como é observável, a Escola durou pouco e chegou tarde, já na virada da correlação de forças, com a social-democracia perdendo espaço no Brasil e na Argentina e com a eleição do Equador se aproximando da traição que adveio.

Em termos de articulação diplomática, o Itamaraty operou bem. A fim de evitar críticas de busca pela hegemonia dentro da UNASUL, o que afastaria a maior parte dos membros do órgão, e como prova de boa fé, o Brasil apoiou a escolha da cidade de Quito, no Equador para ser a sede de ambos o Conselho de Defesa e da Escola de Defesa Sul americana[10]. Para o Brasil, a EDSA teria como finalidade, além dos objetivos citados, permitir uma instrução “limpa” de seus oficiais de alta graduação (de majores até generais).

Limpa de influências organizacionais, políticas e “ideológicas” que advém em grande medida dos estudos realizados por esses oficiais em lugares como a Escola Superior de Guerra, local marcadamente afeito a ideias de submissão geoestratégica e ideológica aos EUA[11]. Como resultado do comportamento anti-integracional das Forças Armadas Brasileiras, que enxergavam (e enxergam) com desdém e hostilidade a UNASUL e seus órgãos de defesa (CDS e EDSA), aliado a uma fobia exagerada a políticas consideradas “bolivarianas”, teceram pesadas e infundadas críticas à EDSA e a UNASUL como um todo[12]. Enquanto avançava a passo de ganso a conspiração da alta cúpula militar rumo às ameaças de golpe pelo Twitter e cresciam tanto a “nova direita” como a “extrema direita”, a diplomacia brasileira corria em paralelo no sentido da EDSA. Faltou inteligência no governo que estava por ser deposto.

Após o golpe com apelido de impeachment de Dilma Rousseff (politicamente orquestrado, com base jurídica frágil) em abril de 2016, o país iniciou um processo de afastamento e desidratação das organizações da UNASUL, afetando inclusive, a EDSA[13]. Em abril de 2019, o Brasil, juntamente com Argentina, Colômbia, Equador se retiraram definitivamente da organização sul-americana, marcando o fracasso do processo de integração e transformando a UNASUL em um diminuto bloco, contendo hoje a Venezuela, Suriname e Guiana, com o Peru tendo suspendido sua participação e a Bolívia tendo iniciado as tratativas de saída em novembro do mesmo ano[14].

O abandono da EDSA pelo Brasil e outros dos antigos membros da UNASUL relegou a Escola Militar Sul-americana a um ostracismo institucional gigantesco. Hoje, há apenas um curso ministrado pela Escola Superior de Guerra, datado de 2017[15]. Sem informações de atualização curricular ou se ainda é ministrado[16]. Ainda, o site oficial da EDSA não funciona, oque contrasta com o abandono dessa entidade pelos ex e atuais membros[17].

Com o estabelecimento de parcerias de Colômbia e Brasil com a Organização do Tratado do Atlântico Norte (OTAN), em 2018 e 2019 [18,19] respectivamente, o continente caminha para um maior afastamento dos mecanismos de integração regional, seja politicamente ou em defesa e segurança. A escolha das elites políticas e militares sul americanas por uma organização militar internacional tendo no próprio continente mecanismos semelhantes, com o bônus de não contar com a imposição neocolonial de uma liderança estrangeira, demonstra que a independência em âmbito internacional não é uma prioridade.

Novamente o componente “ideológico” – o da subserviência e não o da independência e autonomia -, somado aos distúrbios políticos causados por grupos e partidos alinhados a direita e extrema direita política em Brasil (a partir de 2015) e Bolívia (com o golpe de 2019), alinhados com governos convenientes com o desmonte das políticas de integração, como na Argentina (Governo Macri) e Colômbia (sucessivamente desde o Plano Colômbia, mas com ênfase após o governo do paramilitar e narcotraficante Álvaro Uribe Vélez e seus herdeiros políticos) solaparam mais uma vez os esforços políticos pela integração e a construção de um ambiente securitário mais propenso à integração latino-americana, o anti-imperialismo e autodeterminação de nossos países.

Definitivamente é o momento para que de uma vez por todas o conjunto das esquerdas deste Continente compreenda que não há “neutralidade” no tema das forças armadas e não basta deixa-las intactas como fizemos no Brasil por 30 anos de democracia liberal. A tradição castrense em nossos países é, majoritariamente, colonialista, pós-colonial e submissa. O complexo de vira-latas, comandando regimentos e organizações militares, é sempre danoso e como tal deve ser rechaçado. Como sabemos em nosso próprio território, é absurda a ideia de que as forças de Caxias, Eduardo Gomes e Tamandaré vão defender a soberania popular em Palmares e Pindorama. Como nos ensina José Gervasio Artigas, general de homens e mulheres livres, “somente podemos contar com nós mesmos”.

Pedro Guedes é internacionalista e graduando em direito (E-mail pedro_0141@hotmail.com)

Bruno Lima Rocha, é militante socialista libertário e editor dos canais do Estratégia & Análise, a análise política para a esquerda mais à esquerda.
Contato: blimarocha@gmail.com | facebook.com/blimarocha
Blog: www.estrategiaeanaliseblog.com
facebook.com/estrategiaeanaliseoficial
Twitter: twitter.com/estanalise
YouTube: Estratégia e Análise Blog
Telegram: t.me/estrategiaeanalise

Rafael Costa é desenhista e cartunista (E-mail- Rafael.martinsdacosta@yahoo.com.br. Instagram- @chargesecartuns)

Bibliografia:
1:https://cienciapolitica.org.br/index.php/system/files/documentos/eventos/2017/04/conselho-defesa-sul-americano-cds-balanco-e-perspectivas-714.pdf pág.09.
2:https://nuso.org/articulo/o-brasil-e-a-criacao-do-conselho-de-defesa-sul-americano-uma-convergencia-de-vantagens/
3:https://super.abril.com.br/mundo-estranho/quais-foram-as-principais-guerras-entre-paises-da-america-do-sul/
4: https://noticias.r7.com/internacional/ultimo-confronto-militar-entre-sul-americanos-foi-ha-24-anos-23022019
5: https://mundoestranho.abril.com.br/materia/o-que-foi-a-guerra-das-malvinas
6: https://diplomatique.org.br/nas-fronteiras-do-plano-colombia/
7: http://almanaque.folha.uol.com.br/mundo_07abr1992.htm
8: https://www.bbc.com/portuguese/noticias/2015/04/150417_escola_defesa_unasul_mc
9:https://www.congresso2019.fomerco.com.br/resources/anais/9/fomerco2019/1568848319_ARQUIVO_548dd6afcd1e9e726d05136f23fbd025.pdf
10: https://www.gov.br/defesa/pt-br/assuntos/noticias/ultimas-noticias/07-06-2013-defesa-brasil-apoia-proposta-de-criacao-da-escola-de-defesa-sul-america...morim
11:https://opiniao.estadao.com.br/noticias/geral,escola-de-defesa--sul-americana,1721200
12:
13:https://gedes-unesp.org/suspensao-da-participacao-na-unasul-reflexos-sobre-a-seguranca-e-a-defesa-regional/
14:https://agenciabrasil.ebc.com.br/internacional/noticia/2019-04/brasil-formaliza-saida-da-unasul-para-integrar-prosul
15:https://www.esg.br/cursos-regulares/cad-sul
16:https://www.esg.br/cursos-regulares/cad-sul
17: http://www.unasursg.org/es/consejo-defensa-suramericano-unasur/
18:https://agenciabrasil.ebc.com.br/internacional/noticia/2019-08/estados-unidos-designam-oficialmente-brasil-como-aliado-extra-otan
19:https://www1.folha.uol.com.br/mundo/2018/05/colombia-e-aceita-na-otan-e-se-torna-o-1o-pais-da-america-latina-na-alianca.shtml

Για μερικές δεκαετίες ήταν στην ηγεσία της Ομοσπονδίας Τυπογράφων, υπηρετώντας ως Γραμματέας Πολιτισμού. Ήταν επίσης διευθυντής του «El Obrero Gráfico» («Ο Εργάτης Τυπογράφος») που έκλεισε και επανακυκλοφόρησε αρκετές φορές στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Έγραψε άρθρα στην «Emancipación» («Χειραφέτηση») κατά τη διάρκεια του 1941 και του 1946 εναντίον της πολιτικής της τότε νεοσυσταθείσας CPT (Confederación Paraguaya del Tabajo - Παραγουανή Εργατική Συνομοσπονδία), της φασιστικής δικτατορίας και του ελέγχου των κομμουνιστών στο συνδικαλιστικό κίνημα μέσω της COP (Consejo Obrero Paraguaya - Παραγουανό Εργατικό Συμβούλιο). Υπό την κυβέρνηση Morinigo, στις αρχές του 1941, ο Ciriaco Duarte διορίστηκε εκπρόσωπος των εργαζομένων στο DNT Departamento Nacional del Trabajo - Εθνικό Τμήμα Εργασίας) και έγινε στόχος των κομμουνιστών ηγετών με τους οποίους βρισκόταν πάντα σε διαμάχη.

Ο Ciriaco Duarte και ο αναρχισμός στην Παραγουάη

Paul Sharkey

Ο Ciriaco Duarte (1908-1996) ήταν αναρχικός τυπογράφος και συγγραφέας που γεννήθηκε στην Encarnación (στην Παραγουάη) στις 8 Αυγούστου 1908. Εκπαιδεύτηκε ως τυπογράφος στη γενέτειρά του από τον Félix Cantalicio Aracuyú στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Ο Aracuyú ήταν αναρχικός αγωνιστής, mestizo (δηλαδή ινδιάνικης και μαύρης καταγωγής) που μιλούσε δύο γλώσσες, Ισπανικά και Guarani.

Στις αρχές του 1900, ο Aracuyú άνοιξε ένα Πολιτιστικό Κέντρο «Rafael Barrett» από αναρχοσυνδικαλιστές της Παραγουάης. Εκεί δημιουργήθηκε μια μεγάλη συλλογή βιβλίων τόσο Παραγουανών όσο και άλλων συγγραφέων. Ήταν σε αυτό το κέντρο που δημιουργήθηκαν τα πρώτα συνδικάτα στην Παραγουάη κατά τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Η FORP (Federación Obrera Regional del Paraguay - Περιφερειακή Ομοσπονδία Εργατών Παραγουάης) ιδρύθηκε το 1906. Οι προσπάθειες της ένωσης των εργατών ήταν ισχυρές και σ’ αυτές βοήθησαν και συνεισέφεραν αρκετοί και μη Παραγουανοί όπως οι Luis Pozzo, José Bertotto και Pietro Gori και κορυφώθηκαν με την ενθάρρυνση που προσέφερε ο Rafael Barrett. Γρήγορα η FORP διαμόρφωσε την πολιτική της φυσιογνωμία και προσέγγισε τη FORA (Federación Obrera Regional Argentina - Περιφερειακή Εργατική Ομοσπονδία Αργεντινής).

Το 1916, ο άνθρωπος που επρόκειτο να γίνει ο πλέον διάσημος γλύπτης της Παραγουάης, ο Ignacio Núñez Soler (1891-1983), γιος ενός από τους κορυφαίους φιλελεύθερους πολιτικούς της χώρας, μαζί με τους Leopoldo Ramos Giménez, Rufino Recalde Milesi, Modesto Amarilla, Manuel Núñez και άλλους, ίδρυσαν μια ομάδα εργατών που ονομάστηκε «Primero de Mayo» («1η Μάη») και υιοθέτησε τη μαύρη σημαία. Από αυτήν την ομάδα, προήλθε με τη σειρά του το CORP (Centro Obrero Regional del Paraguay - Περιφερειακό Εργατικό Κέντρο Παραγουάης) που εμφανίστηκε το 1916. Το CORP απολάμβανε την ενεργό υποστήριξη της ομάδας «Primero de Mayo» καθώς και των Félix Cantalicio Aracuyú, Lorenzo Martinez, Silvio González Medina, Neri Caballero, Cayetano Raimundi, Máximo Larrosa, Vicente Alvarenga, Leopoldo Ruiz, Juan Venider, Tomás Fans Francisco Florentín, Anacleto Meza, Eugenio Rueda, F. Artigas, Pedro Martinez, Lorenzo Martinez, Anselmo Vega, Juan G. Cardozo, Isidoro López, Martin Correa, Alfredo Benitez, Rodolfo Morales, Carlos Irala, Estanislao Méndez, Pedro Catal Οι Amarilla, Tomás Roa, Emilio Cutillo και Alejo Flecha μεταξύ άλλων.

Το CORP κατάφερε να δημιουργήσει τμήματα σε όλες σχεδόν τις πόλεις της χώρας και διέθετε αρκετά έντυπα, όπως το «El Combate» («Η Μάχη») -που εμφανίστηκε το 1919- καθώς επίσης και τα «Renovación» («Ανανέωση»), «Protesta Humana» («Ανθρώπινη Διαμαρτυρία)» και «Prometeo» («Προμηθέας»). Τα τελευταία από αυτά τα έντυπα διευθύνονταν από τον Leopoldo Ramos Giménez και εμφανίστηκαν το 1914 πριν την ίδρυση του CORP, ωστόσο εντάχθηκαν στην οργάνωση. Το 1922, μια αντιπροσωπεία από την αναρχική εφημερίδα «Renovación» -που κυκλοφορούσε στην πρωτεύουσα της Παραγουάης Asunción- παρακολούθησε το πρώτο περιφερειακό αναρχικό συνέδριο της Αργεντινής τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου.

Επίσης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, η IWA (International Workers Association - αναρχοσυνδικαλιστική διεθνής) που έδρευε στο Βερολίνο, αλληλογραφούσε με αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις στην Παραγουάη και έτσι η CORP συνδέθηκε με το ηπειρωτικό τμήμα της IWA για την Αμερική, ACAT (Asociación Continental Americana de Trabajadores - Αμερικανικός Ηπειρωτικός Σύνδεσμος Εργατών).

Από πολύ μικρή ηλικία, ο Duarte έδινε ομιλίες και διαλέξεις στα γραφεία του συνδικάτου στην Itapúa, όπου έδρευε η περιφερειακή επιτροπή του CORP. Μετά από απεργία των εργαζομένων των τραμ στην Asunción, η κυβέρνηση προσπάθησε να διαλύσει τους αναρχοσυνδικαλιστές, οι οποίοι ήταν ισχυροί στα συνδικάτα. Έτσι ο Aracuyú και μια ομάδα συντρόφων του συνελήφθησαν και εξορίστηκαν στο βουνό Sugarloaf στο Matto Grosso στη μέση της ζούγκλας, με την προσδοκία ότι εκεί θα χάνονταν. Αλλά μια μέρα ολόκληρη η ομάδα έφτασε πίσω στην Encarnación έχοντας κάνει ταξίδι 280 χιιομέτρων στα βουνά υπό την καθοδήγηση του Aracuyú, επιβιώνοντας με ρίζες και φρούτα και ό,τι άλλο μπορούσαν να πιάσουν.

Για ένα διάστημα ο Ciriaco Duarte έζησε στο Posadas πριν εγκατασταθεί στην Asunción για να εργαστεί στην εφημερίδα «La Palabra» («Η Λέξη»), όργανο του κινήματος Nuevo Ideario National (NIN - Νέα Εθνική Ιδέα) που κυκλοφόρησε στο διάστημα μεταξύ Οκτώβρη 1930 και Γενάρη 1931. Ήταν μια κοινή απόπειρα φοιτητών και αναρχικών ως μια νέα αρχή στην πολιτική σκέψη στην Παραγουάη. Ανάμεσα στα άλλα, στο Μανιφέστο του NIN (το 1929) αναφερόταν: «Γι’ αυτόν τον αγώνα θα καλέσουμε τους ανθρώπους στους δρόμους και θα ανοίξουμε τη Σχολή της Επανάστασης στις πλατείες και στις γωνίες των δρόμων. Ας αγωνιστούμε για την τρίτη και τελευταία χειραφέτηση του λαού της Παραγουάης».

Στις αρχές του 1931, ο Duarte ήταν στο Μικτό Συμβούλιο Αντιπροσώπων. Συμμετείχε επίσης στην Απεργιακή Επιτροπή των πλινθοκτιστών καθώς και σε ένα προγραμματισμένο επαναστατικό σχέδιο που προέβλεπε την «κατάληψη της Encarnación». Ο Ciriaco Duarte έγραψε επίσης τον πρόλογο ενός δοκιμίου (1985) του Αργεντινού αναρχικού Fernando Quesada με τίτλο «1931: Η κατάληψη της Encarnación». Η κατάληψη της πόλης αποτέλεσε το αποκορύφωμα ενός κύμματος απεργιών και εκτεταμένης παραγωγής και διανομής φυλλαδίων από αναρχικούς και φοιτητές που εξηγούσαν ότι η επερχόμενη επανάσταση θα καθιερώσει τον αναρχισμό στην Παραγουάη. Δημιουργήθηκε μια Alianza Nacionalista Revolucionaria (ALN - Εθνική Επαναστατική Συμμαχία») που ξεκίνησε από τους αναρχικούς στην αγροτιά το 1928, με στόχο την ανακήρυξη της Παραγουάης ως Κομμουνιστικής Δημοκρατίας, μέρους, τελικά, μιας «Ομοσπονδιακής Ένωσης των Λαών της Λατινικής Αμερικής».

Στις 20 Φλεβάρη 1931 η πόλη κατακλύστηκε από ομάδες εργατών από μια σειρά εθνικοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του Πορτογάλου José de Brito (ο οποίος αργότερα απελάθηκε στην Πορτογαλία). Ένας από τους συμμετέχοντες ήταν ο παλιός μέντορας του Ciriaco, Félix Cantalicio Aracuyú. Ένας άλλος συμμετέχων ήταν ο τότε αναρχικός Obdulio Barthe, ο οποίος μπήκε αργότερα στο Κομμουνιστικό Κόμμα Παραγουάης (που ιδρύθηκε το 1928) και το 1934 έγινε ηγέτης του.

Η απόπειρα επανάστασης κατέρρευσε μετά από δεκαέξι ώρες όταν πλέον δεν υπήρχε υποστήριξη από άλλους αγωνιστές, μιας και οι αντίστοιχες εξεγέρσεις στην Asunción, στην Concepción και στη Villarica είχαν ήδη αποτύχει. Ως αποτέλεσμα, ο Ciriaco βρέθηκε φυλακισμένος και εξορισμένος στο νησί Margarita τον Φλεβάρη του 1931, αφού ο πρόεδρος της χώρας José P. Guggiari (του Φιλελεύθερου Κόμματος), απαγόρευσε τα συνδικάτα, σύμφωνα με το διάταγμα 39436. Έτσι δεκαεπτά αιχμάλωτοι επαναστάτες, συμπεριλαμβανομένου και του τραυματισμένου Aracuyú, οδηγήθηκαν στο πλοίο «Tacuari», με το οποίο υποτίθεται ότι θα μεταφέρονταν στην Asunción. Αλλά το πλοίο ταξίδεψε στον ποταμό Paraná, αφήνοντας τους αγωνιστές στη ζούγκλα και μόνο δέκα παρέμειναν επί του σκάφους. Υπήρξαν κάποιες αναφορές ότι όσοι ξεφορτώθηκαν εκτελέστηκαν. Αλλά μια διαμάχη με τον καπετάνιο του πλοίου είχε ως αποτέλεσμα οι παραμένοντες να επιστρέψουν στην Asunción όπου κλείστηκαν τους επόμενους 3-4 μήνες στη φυλακή. Στη συνέχεια απελευθερώθηκαν, αλλά απελάθηκαν στο Posadas της Αργεντινής. Ο Aracuyú επέζησε μέχρι τη δεκαετία του 1970.

Ο Duarte επανήλθε κρυφά στην Asunción, όπου έγινε γραμματέας του CORS (Consejo Obrero de Reorganización Sindical - Συμβούλιο Αναδιοργάνωσης των Εργατικών Συνδικάτων). Στην καταστολή της αστυνομίας που ακολούθησε μια εξέγερση φοιτητών έξω από το Εθνικό Κογκρέσο μετά τις 23 Οκτώβρη 1931, τραυματίστηκε και νοσηλεύτηκε. Εκεί έλαβε πρώτες βοήθειες και κατάφερε να αποφύγει την αστυνομική κράτηση χάρη στη βοήθεια της συζύγου του, Guillermina Torres. Στη συνέχεια μετακόμισε με την οικογένειά του στην πόλη Caacupé, όπου όμως συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Clorinda.

Υπηρέτησε στον πόλεμο του Τσάκο (εναντίον της Βολιβίας, το διάστημα 1932-1935), εκτελώντας καθήκοντα τυπογράφου στα μετόπισθεν και εργάστηκε ως τυπογράφος διαφόρων εφημερίδων («Tacuari», «La Opinion», «Colorado», «Patria», «La Tarde», «La Tribuna», «El Liberal» κ.λπ.., που δεν ήταν κατ’ ανάγκη αναρχικές).

Για μερικές δεκαετίες ήταν στην ηγεσία της Ομοσπονδίας Τυπογράφων, υπηρετώντας ως Γραμματέας Πολιτισμού. Ήταν επίσης διευθυντής του «El Obrero Gráfico» («Ο Εργάτης Τυπογράφος») που έκλεισε και επανακυκλοφόρησε αρκετές φορές στις αρχές της δεκαετίας του 1940. Έγραψε άρθρα στην «Emancipación» («Χειραφέτηση») κατά τη διάρκεια του 1941 και του 1946 εναντίον της πολιτικής της τότε νεοσυσταθείσας CPT (Confederación Paraguaya del Tabajo - Παραγουανή Εργατική Συνομοσπονδία), της φασιστικής δικτατορίας και του ελέγχου των κομμουνιστών στο συνδικαλιστικό κίνημα μέσω της COP (Consejo Obrero Paraguaya - Παραγουανό Εργατικό Συμβούλιο). Υπό την κυβέρνηση Morinigo, στις αρχές του 1941, ο Ciriaco Duarte διορίστηκε εκπρόσωπος των εργαζομένων στο DNT Departamento Nacional del Trabajo - Εθνικό Τμήμα Εργασίας) και έγινε στόχος των κομμουνιστών ηγετών με τους οποίους βρισκόταν πάντα σε διαμάχη.

Μερικούς μήνες αργότερα, εμφανίστηκε μια Συντονιστική Επιτροπή Εργαζομένων (Comité Obrero Coordinadora - COC) που αγκάλιαζε ναυτικούς, εργάτες τραμ, αρτοποιούς, τυπογράφους και άλλα επαγγέλματα και η οποια έστειλε ένα υπόμνημα στον πρόεδρο Morinigo ως διαμαρτυρία για παραβιάσεις των δικαιωμάτων συγκέντρωσης, συνδικαλιστικής δράσης και απεργίας, ενεργώντας σχετικά με τα ψηφίσματα που εξέδωσε το DNT, με αφορμή την αστυνομική καταστολή κατά των συνδικαλιστών ηγετών των ναυτικών. Απειλούσαν να αποσύρουν τον αντιπρόσωπο των εργαζομένων από το DNT, εκτός εάν αποκαθιστούνταν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες τους. Όταν δεν ήρθε καμία απάντηση, ο Ciriaco Duarte υπέβαλε την παραίτησή του τον Οκτώβρη του 1941. Τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου διέφυγε μιας κατασταλτικής εκστρατείας, αλλά τελικά στάλθηκε εξορία στη Formosa (στην Αργεντινή), από όπου του επιτράπηκε να επιστρέψει και να επαναπροσληφθεί στη θέση του τον Ιούλη του 1942. Συνέχισε, όμως, να αγωνίζεται και μετά από τη γενική απεργία του Φλεβάρη του 1944 συνελήφθη από την αστυνομία, αλλά απελευθερώθηκε μέσα σε λίγες μέρες.

Αφότου το εργατικό κίνημα μετά το 1947 πέρασε στον έλεγχο της ORO (Organización Republicana Obrera - Ρεπουμπλικανική Εργατική Οργάνωση), αποχώρησε από τη συνδικαλιστική δραστηριότητα και αφιέρωσε το χρόνο του στη δημοσίευση άρθρων σε έντυπα συνδικαλιστικών οργανώσεων στο εξωτερικό και προτρέποντας στην έρευνα για την ιστορία των συνδικαλιστικών οργανώσεων της Παραγουάης. Μέχρι τη δεκαετία του 1950 ζούσε στην επαρχία Formosa στην Αργεντινή. Με την επιστροφή του κατάφερε για λίγο να δημοσιεύσει κάποια «Δελτία Ειδήσεων» με τίτλους όπως «Cultura Socialista» («Σοσιαλιστική Κουλτούρα»), «El Sol» («Ο Ήλιος») ή «La Mañana» («Το Αύριο») μέχρι την εμφάνιση της εφημερίδας «Emancipación» το 1961.

Το 1966 φυλακίστηκε για τρεις μήνες ως τυπογράφος μιας έκδοσης με τον τίλο «Ένα Γράμμα Δημοκρατίας» ή «Ένα Γράμμα στον Πολιτισμό» ανά τη χώρα. Η εν λόγω έκδοση είχε ετοιμαστεί από τους franquistas (υποστηρικτές του συνταγματάρχη Rafael Franco, ενός λαϊκιστή ηγέτη που υποσχόταν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ένα είδος Παραγουανού Juan Perón που προσέφερε κοινωνικές βελτιώσεις από τα πάνω) με έδρα το Μπουένος Άιρες. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 δημοσίευσε μια σειρά άρθρων στο περιοδικό «Reconstruir» («Ανοικοδόμηση») του Μπουένος Άιρες και μέχρι που πέθανε αλληλογραφούσε επιμελώς με αναρχικές οργανώσεις της Νότιας Αμερικής και της Ευρώπης.

Υπέστη παρενοχλήσεις από τη μυστική αστυνομία του δικτάτορα στρατηγού Alfredo Stroessner. Τον μετέφεραν μαζί με τη συλλογή του από αναρχικά βιβλία στο αστυνομικό τμήμα και τον ρώτησαν αν θα μπορούσε να διαβάσει, ενόσω έπρεπε να σταθεί ακίνητος με το πρόσωπο στον τοίχο… Ήταν στα 70 του εκείνη τη στιγμή.

Το 1985 δημοσίευσε μια σύντομη γενική άποψη με τίτλο «Hombres y Obras del sindicalismo libre en el Paraguay» («Άνθρωποι και Έργα του Ελεύθερου Συνδικαλισμού στην Παραγουάη»), το οποίο τον οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου «Sindicalismo Libre en el Paraguay» («Ελεύθερος Συνδικαλισμός στην Παραγουάη»), το οποίο κυκλοφόρησε το 1987 και περιείχε θεωρητικά κείμενα, ιστορικό και αυτοβιογραφικό υλικό. Ανατυπώθηκε αργότερα σε μια εμπλουτισμένη έκδοση στην Asunción από τον R. Péroni. Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα τμήματα: 1. Διδακτικές και τακτικές πτυχές του Ελεύθερου Συνδικαλισμού, 2. Ιστορικό Υπόβαθρο: Αλληλοβοηθητικοί Σύνδεσμοι και Εργατικά Συνδικάτα, 3. Η Περιφερειακή Ομοσπονδία Εργατών της Παραγουάης (FORP) και 4. Πρόδρομοι και Πρωταγωνιστές.

Ο Duarte βοήθησε τον Ignacio Núñez Soler, τρεις φορές γραμματέα της CORP, να γράψει ένα βιβλίο για τη συνδικαλιστική του δράση ως νέος, με τίτλο «Evocations of a revoldical syndicalist» (1980).

Μέχρι τότε αρκετά ηλικιωμένος, ο Duarte εξακολουθούσε να εργάζεται στην εφημερίδα «Hoy» («Σήμερα») της Asunción ως διορθωτής. Θεωρούμενος ως η τελευταία κορυφαία φυσιογνωμία του Παραγουανού αναρχισμού και επαναστατικού συνδικαλισμού, πέθανε στην Asunción στις 27 Σεπτέμβρη 1996.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.katesharpleylibrary.net/8932tm?fbclid=IwAR1n208f3gjyArVPfGEhYJNwH81wS4r1XOZ2DRyS0bomh9y8D9qmd-DjdFg Μετάφραση: Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης.

Διεθνή / Αναρχικό κίνημα / Γνώμη / Ανάλυση Monday October 12, 2020 20:54 byΑργύρης Αργυριάδης*

Στη μνήμη του δημοσιεύω την εισαγωγή από το βιβλίο του Harold Barclay: «Aνθρωπολογία & Αναρχισμός» - Εκδόσεις Σοφίτα. Ο Αναρχικός ανθρωπολόγος Harold Barclay από τον Καναδά μας είχε εμπνεύσει και τους δυο και παρόλο που ο David ήταν μαθητής του Marshall Salins, γνώριζε το έργο του και όπως μου είχε εκμυστηρευθεί, το βιβλίο του Barclay Άνθρωποι χωρίς Δια-κυβέρνηση (People without Government) ήταν αυτό που τον είχε εμπνεύσει να γράψει το δικό του βιβλίο Αποσπάσματα για μια Αναρχική Ανθρωπολογία που έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες. Μα τάχα πρέπει τους νεκρούς αιώνια να θρηνούμε; Όπως έλεγε στο τελευταίο μήνυμα του ένας άλλος Wobbly ο αείμνηστος Joe Hill: Μην θρηνείτε για μένα, ΟΡΓAΝΩΘΕΙΤΕ! Είναι σίγουρο πως και ο David Graeber θα συμφωνούσε.

Ψήγματα μνήμης για τον Αναρχικό και Wobbly, ανθρωπολόγο David Graeber...

Γράφει ο Αργύρης Αργυριάδης*

Στις 2 Σεπτεμβρίου σε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η σύζυγος του ανακοίνωσε τον θάνατο του αναρχικού, ανθρωπολόγου και μέλους του συνδικάτου των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW), David Graeber. O David ήταν προσωπικός μου φίλος και συνάδελφος εργάτης (fellow worker) όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε μεταξύ μας ο ένας τον άλλο οι Wobblies. Mπορεί να αποχαιρέτησα τον David με θλίψη, αλλά οι αγώνες που κάναμε μαζί στα τέλη της δεκαετίας του '90, ο καθένας στο πανεπιστήμιο που δίδασκε τότε στις ΗΠΑ, αλλά και γενικότερα ως μέλη του συνδικάτου μας των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου στην βιομηχανική ένωση εργαζομένων στην παιδεία (IU 640), παραμένουν ανεξίτηλοι. H θύμηση όλων αυτών που καταφέραμε που προσπαθήσαμε καθώς και αυτά που αφήσαμε στην μέση παραμένουν ένα διαχρονικό ίχνος στον αγώνα για την χειραφέτηση.

Στη μνήμη του δημοσιεύω την εισαγωγή από το βιβλίο του Harold Barclay: «Aνθρωπολογία & Αναρχισμός» - Εκδόσεις Σοφίτα. Ο Αναρχικός ανθρωπολόγος Harold Barclay από τον Καναδά μας είχε εμπνεύσει και τους δυο και παρόλο που ο David ήταν μαθητής του Marshall Salins, γνώριζε το έργο του και όπως μου είχε εκμυστηρευθεί, το βιβλίο του Barclay Άνθρωποι χωρίς Δια-κυβέρνηση (People without Government) ήταν αυτό που τον είχε εμπνεύσει να γράψει το δικό του βιβλίο Αποσπάσματα για μια Αναρχική Ανθρωπολογία που έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες. Μα τάχα πρέπει τους νεκρούς αιώνια να θρηνούμε; Όπως έλεγε στο τελευταίο μήνυμα του ένας άλλος Wobbly ο αείμνηστος Joe Hill: Μην θρηνείτε για μένα, ΟΡΓAΝΩΘΕΙΤΕ! Είναι σίγουρο πως και ο David Graeber θα συμφωνούσε.

Aνθρωπ(ρ)ολογικό σημείωμα

Η ιστορία, όπως έχει καταγραφεί ως τώρα, αποτελεί εξ ολοκλήρου περιγραφή των τρόπων και των μέσων με τα οποία προωθήθηκαν, κατοχυρώθηκαν και διατηρήθηκαν η θεοκρατία, ο μιλιταρισμός, η απολυταρχία και αργότερα η επικυριαρχία των πλουσιότερων τάξεων. Οι αγώνες μεταξύ των δυνάμεων αυτών στην πραγματικότητα αποτελούν την ουσία της ιστορίας. Πέτρος Κροπότκιν, «Αλληλοβοήθεια».

Ζούμε σε μια εποχή που το επίπεδο άσκησης εξουσίας και επιρροής πάνω στους άλλους, έχει δημιουργήσει μια σοβαρή έκπτωση της κριτικής ικανότητας του ανθρώπου να σκεφτεί «έξω από το κουτί» της κυρίαρχης «λογικής». Η εξουσία έχει αναχθεί ως φυσικό και καθολικό φαινόμενο στην ιστορία του ανθρώπου, με το διακύβευμα πλέον να είναι η εναλλαγή στη κατοχή και όχι η κατάργηση της. Στην σημερινή κατάσταση εξαίρεσης οι εξουσίες θέτουν κανόνες και περιορισμούς για τους άλλους που όμως δεν ισχύουν για τον εαυτό τους, υπό το πρόσχημα της «δημοκρατικής ομαλότητας», «την έξοδο από την κρίση», τον πόλεμο ενάντια στην «τρομοκρατία», το μεταναστευτικό. Ο κόσμος μοιάζει να είναι αγγελικά πλασμένος προς όφελος της αδικίας και των φορέων που επιβάλουν την ανισότητα. Ο πολιτισμός επιφυλάσσει την ανώτατη θέση της κοινωνικής ιεραρχίας σ’ όποιον διαφυλάσσει ή ερμηνεύει μόνο με αυτόν τον τρόπο το νόημα των πραγμάτων. Ζούμε στην εποχή του «Άλλου που δεν υπάρχει» ή πιο ορθά στην εποχή του Άλλου που δεν πρέπει να υπάρχει.

Το ερώτημα που τίθεται φυσικά στο σημείο αυτό είναι αυτό του ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει τι είναι ψέμα και τι αλήθεια. Για να φτάσει όμως κανείς να παραδεχτεί ότι οι άνθρωποι ζουν μέσα σ’ ένα ψέμα θα πρέπει επίσης να παραδεχτεί ότι υπάρχει μια «πραγματικότητα» η οποία όμως δεν μπορεί να γίνει κατανοητή από αυτούς. Αυτή η εννοιολόγηση της πραγματικότητας αποσυνδέει το ερώτημα αν μια συγκεκριμένη εκδοχή του κόσμου, εκφράζει ή όχι την αλήθεια. Σύμφωνα μ’ αυτή την εννοιολόγηση, ανεξάρτητα του αν είναι αλήθεια ή όχι, ένα σώμα γνώσης, μια συγκεκριμένη εκδοχή του κόσμου γίνεται ιδεολογική ως χειρισμός στο βαθμό που εξυπηρετεί την αναπαραγωγή της κυριαρχίας μιας κοινωνικής ομάδας. Έτσι λοιπόν δεν είναι οι ιδέες, οι αντιλήψεις και οι πεποιθήσεις που είναι ιδεολογικές είναι οι συγκεκριμένες τους κοινωνικές χρήσεις. Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται να δημιουργηθεί ή καλύτερα να κατασκευασθεί όπως θα αναπτύξουμε στην συνέχεια μια επιστημολογία που να «αποδεικνύει» και να στηρίζει τους ισχυρισμούς της έννομης τάξης.

Ο Althusser χρησιμοποιήσε τον όρο «Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους» για να περιγράψει τους κοινωνικούς μηχανισμούς με τους οποίους οι άνθρωποι ελέγχονται και γίνονται αντικείμενα διαχείρισης από την εξουσία. Για παράδειγμα, εφόσον η εθνική ταυτότητα είναι ένα κατεξοχήν ιδεολογικό και όχι βιολογικό ζήτημα, τότε η προσοχή μας θα πρέπει να στραφεί σε μια σειρά από εκφάνσεις τις καθημερινής κοινωνικής ζωής μέσα από τις οποίες οι σύγχρονοι πολίτες των κρατών εγκαλούνται, «χαιρετίζονται» ως εθνικά υποκείμενα. Οι περιστάσεις αυτές έγκλησης στην εθνική ιδεολογία περιλαμβάνουν αρκετές, θα έλεγε κανείς, «αυτονόητες» περιπτώσεις ενός απόλυτα φυσικοποιημένου κόσμου. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτή την νόρμα θα έμοιαζε ως περίεργη, παράξενη, παρανοϊκή ή ακόμα και παράνομη. Ακόμα και όταν στη σημερινή κοινωνία προβληματιζόμαστε για το πόσο ίσα και πόσο διαφορετικά είναι τα δύο φύλα, για το που σταματάει η «ισότητα μεταξύ των λαών» και που ξεκινάει και που σταματάει η «αδελφότητα» της κοινής μας μοίρα ως ανθρώπινα όντα, κοκ, αυτή η διλημματική συνθήκη της κοινής λογικής, δεν αποτελεί παρά μια συνθήκη της καθημερινής ιδεολογίας ορίζει και την ενεργητική και όχι παθητική εμπλοκή μας μέσα στο πεδίο που έχει είδη προκαθορίσει η εκάστοτε εξουσία. Αν το δούμε πιο προσεκτικά καθημερινά αναπαράγουμε σχεδόν κοινότυπα τον τρόπο σκέψης μέσα στον οποίο μας εγγράφει η εκάστοτε εθνική ή εθνοκεντρική ιδεολογία κάθε φορά που αναλογιζόμαστε και προσπαθούμε να καταλάβουμε πόσο ίδιοι ή πόσο διαφορετικοί είμαστε από μια σειρά από εθνικά, κοινωνικά, ταξικά, Άλλους για τους οποίους έχουμε διαθέσιμα μια σειρά από αρνητικά ή και θετικά στερεότυπα. Κι αυτό γίνεται γιατί ο ιδεολογικός χειρισμός είναι που κάνει τον κόσμο μας που είναι χωρισμένος σε έθνη να μοιάζει απόλυτα «φυσικός», σα να μη μπορούσε να υπάρξει ο κόσμος δίχως έθνη. Μια ερώτηση που μοιάζει σαν να έχει απαντηθεί αρνητικά εκ των προτέρων.

Σε έναν κόσμο μαζικά και θεσμικά χειραγωγούμενο η εξουσία και οι φορείς της καλλιέργησαν την καταναλωτική αντίληψη ότι οι άνθρωποι, ατομικά ο καθένας του, είναι «οι συγγραφείς της εμπειρίας τους». Η αντίληψη αυτή συνδέεται με μια υποκειμενική αίσθηση ότι είμαστε αυτοκαθοριζόμενα υποκείμενα με σκοπούς, στόχους και προθέσεις. Σε αυτό τον κόσμο ανελευθερίας ο Αναρχισμός εγκαλεί τη θέση αυτή ως ψευδή, ωστόσο δεν αρνείται το γεγονός ότι ο Άνθρωπος ως υποκείμενο έχει την ικανότητα του κριτικού αναστοχασμού. Έχει δηλαδή, εν δυνάμει τουλάχιστον, την ικανότητα να αναλογίζεται και υπό προϋποθέσεις να επενεργεί πάνω στην κοινωνική κατασκευή του. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, βιβλία όπως αυτό δεν θα είχαν γραφτεί, ούτε θα υπήρχαν ριζοσπαστικά και αντινομιστικά κοινωνικά κινήματα, θεωρίες και πόσο μάλλον ιστορικοί και ταξικοί αγώνες. Διότι σύμφωνα με τον Michel Foucault «όπου υπάρχει εξουσία, υπάρχει και αντίσταση». Ευτυχώς για όλους μας ο Προμηθέας Δεσμώτης συνεχίζει να κραυγάζει αδιάκοπα πως η αμφισβήτηση της εξουσίας είναι, πάντα, ένα ρήγμα, ένα άλμα, ένα δημιουργικό ξέσπασμα της ελεύθερης βούλησης.

Σε αυτό το βιβλίο αναπτύσσετε με ένα εισαγωγικό αλλά όχι καταληκτικό τρόπο η σχέση και η συνάφεια που έχει η Ανθρωπολογία με τον Αναρχισμό. Πριν ξεκινήσω την αναφορά μου στην Ανθρωπολογία, θα ήθελα να αναφερθώ γενικά στην επιστημολογία ως περιεχόμενο. Στην καρδιά των κοινωνικών επιστημών βρίσκεται συχνά η παραδοχή ότι το άτομο είναι μια «δεδομένη» οντότητα μέσα και πάνω από το οποίο δομείται η κοινωνία ως δευτερογενές φαινόμενο. Το όλο εγχείρημα λοιπόν αρκετών ανθρωπιστικών μελετών, που συνίσταται στην εξήγηση και στην πρόβλεψη της ανθρώπινης εμπειρίας και συμπεριφοράς, βασίζεται σε λάθος αρχές διότι δομείται στον ατομικισμό. Και μάλιστα όχι μόνο αυτό! Στο βαθμό που όχι μόνο αποτυγχάνουν να εννοιολογήσουν ικανοποιητικά τον τρόπο με τον οποίο δομούνται τα άτομα και οι κοινωνίες τους, οι πρακτικές και οι γνώση αυτές εξυπηρετούν την αναπαραγωγή εξουσιαστικών σχέσεων, ενώ συντελούν αλλά και λειτουργούν ως θεσμός καταπίεσης. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι μια ικανοποιητική ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν μπορεί να αγνοεί το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι άνθρωποι ζουν, ενεργούν κοκ, και όχι να αντιμετωπίζεται σαν κάτι «δευτερεύον» σαν κάτι που έρχεται να «προστεθεί» πάνω στο ατομικό.

Η γνωστή ρήση της Θάτσερ ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες παρά μόνο άτομα αντανακλά αυτή τον βάρβαρο ιδεολογικό χειρισμό που γέρνει την πλάστιγγα υπέρ της φυσικοποίησης της ανισότητας ως οικουμενική συνθήκη. Αυτή η εξήγηση του κοινωνικού κόσμου. Είναι προβληματική διότι με την επικέντρωσή στο υποκείμενο, απο-πολιτικοποιεί τα ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα. Για παράδειγμα, ο ρατσισμός, η προκατάληψη ή η πατριαρχία καταλήγουν να προσεγγίζονται ως «ατομικά προβλήματα», προβλήματα που έχουν να κάνουν με ατομικές, ιδιωτικές στάσεις ή γνωστικές διαδικασίες. Με τον τρόπο αυτό όμως παραγνωρίζεται η συνάφεια αυτών των φαινομένων με το ευρύτερο κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο και με τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία, ο κόσμος όλος είναι διαρθρωμένος στη βάση άνισων σχέσεων εξουσίας. Με αποτέλεσμα αρκετές φορές να ηθικοποιούνται. Η κυρίαρχη επιστημολογία που στηρίζεται στην δυτική σκέψη, εδώ και χιλιάδες χρόνια, από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας, έχει θεμελιωθεί πάνω στη λογική αντιθετικών δίπολων, όπως αυτό του ατόμου/ κοινωνίας, κράτους/ κοινότητας, εξουσία/χάος, πνεύμα/ σώμα, ελευθερία/ καθορισμός, υγεία/ αρρώστια, λογική / συναίσθημα κοκ. Μάλιστα, το πρώτο μέρος αυτών των διπόλων είναι τυπικά αυτό που «πριμοδοτείται» από τη δυτική σκέψη σε βάρος του αντιθετικού του. Όταν οι κοινωνικοί επιστήμονες παίρνουν μια συνέντευξη από κάποιο άτομο σχετικά μ΄ ένα θέμα, για παράδειγμα, ανεργία, ξένοι μετανάστες, στρατός, αστυνομία, σύστημα υγείας, κοκ, συνήθως υποθέτουν ότι οι απαντήσεις που παίρνουν στις ερωτήσεις τους αποτελούν αναπαραστάσεις κάποιας «πραγματικότητας» η οποία βρίσκεται μέσα στο άτομο και η οποία ονομάζεται «στάση». Πράγμα το οποίο αγνοεί τις εξωτερικές πηγές. Και εδώ συντελείται η ιδεολογική μεταστροφή υπό την έννοια της ατομικής ευθύνης. Το άτομο εγκαλείται όχι μόνο για τα δεινά του αλλά και για του κόσμου του. Το άτομο μ’ αυτά που λέει, δομώντας συγκεκριμένες εκδοχές του κοινωνικού κόσμου παρουσιάζεται ως ενεργητικά εμπλεκόμενο σε ευρύτερες διαδικασίες κοινωνικής νομιμοποίησης (στις οποίες πολλές φορές ούτε πραγματικά συμμετέχει αλλά και αγνοεί). Οι εκδοχές του κοινωνικού κόσμου τις οποίες δομεί, προασπίζει και δικαιολογεί στο λόγο του έχουν κοινωνικές συνέπειες στις οποίες καλείται να εναρμονιστεί. Για παράδειγμα, ο κυρίαρχος λόγος περί της σεξουαλικότητας μας παρέχει μόνο τις επιλογές «ετεροφυλόφιλος» και «ομοφυλόφιλος» για να περιγράψουμε τους ανθρώπους. Αυτές οι επιλογές είναι «θέσεις υποκειμένου» οι οποίες γίνονται διαθέσιμες κάθε φορά που κινητοποιούμε το λόγο της σεξουαλικότητας για να περιγράψουμε κάποιον ή κάποιους. Μέσα σε κάθε λόγο υπάρχουν διαθέσιμες αντίστοιχες θέσεις υποκειμένου και φυσικά κάθε μια από αυτές τις θέσεις έχει συνέπειες για τα άτομα που τοποθετούνται σ’ αυτές. Οι περιγραφές αυτές δύναται να τροποποιούνται από πολιτισμό σε πολιτισμό ή να μετασχηματίζονται κατά την εκάστοτε κουλτούρα. Η εξουσία ως μηχανισμός αλλά και η επιστήμη ως ιδεολογία έχει τη δυνατότητα να μας εγκαλεί αλλά και να μας χαιρετίζει ως υποκείμενα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι κατ ανάγκη ούτε χειραγωγικό ούτε και χειραφετικό. Εξαρτάται την περίσταση.

Η κυρίαρχη αφήγηση ισχυρίζεται ότι η ανθρωπότητα διανύει τα στάδια: Αγριότητα-Βαρβαρότητα-Πολιτισμός. Στο στάδιο του Πολιτισμού βρίσκεται η Δύση, στη Βαρβαρότητα ανήκουν οι παλαιότερες αυτοκρατορίες και οι μεγάλοι κοινωνικοί σχηματισμοί της Ασίας, ενώ οι απλές κοινωνίες και οι λεγόμενοι «πρωτόγονοι» ανήκουν στην Αγριότητα. Το σχήμα αυτό διατυπώθηκε τον 18ο αιώνα από τον Σκωτσέζο ιστορικό Φέργκιουσον και καθιερώθηκε επειδή εξυπηρετούσε (και συνεχίζει να εξυπηρετεί) τον ηγεμονικό ρόλο της Δύσης. Κάθε κουλτούρα, όπως μας δείχνει η ανθρωπολογία, πιστεύει ότι είναι ανώτερη και ότι οι άλλες είναι βάρβαρες. Στη δεκαετία του '60 όμως σημειώθηκε μια αρκετά μεγάλη ανατροπή σε αυτόν τον συλλογισμό. Από τις ανθρωπολογικές διαπιστώθηκε ότι οι απλές κοινωνίες των τροφοσυλλεκτών αγνοούν τον πόλεμο και διατηρούν σχέσεις ισονομίας. Η αποκάλυψη αυτή κατέρριψε την άποψη ότι πρώτη φάση της ανθρωπότητας ήταν η Αγριότητα. Συνεπώς για τους Αναρχικούς η μελέτη της ανθρωπολογίας είναι ένα αρκετά σημαντικό γνωστικό πεδίο το οποίο ενδυναμώνει το επιχείρημα ότι το κράτος, η εξουσία και οι συνακόλουθοι μηχανισμοί κυριαρχίας δεν αποτελούν ούτε κάτι το φυσικό, ούτε κάτι το αρχέγονο στην ανθρώπινη ιστορία. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Brian Morris «οι αναρχικοί ανθίστανται σε κάθε μορφής κατασταλτική αρχή ακριβώς διότι έχουν μια ρεαλιστική και καθόλου ρομαντική θεώρηση της ανθρώπινης φύσης» επικαλούμενος δε τον Paul Goodman για υπερθεματίζει ότι «το θέμα δεν είναι αν οι άνθρωποι είναι “αρκετά καλοί” για έναν τύπο κοινωνίας• το θέμα είναι μάλλον να αναπτυχθούν εκείνοι οι κοινωνικοί θεσμοί που είναι πιο ικανοί να εμπεδώσουν τις δυνατότητές μας για πληροφόρηση, χάρη, κοινωνικότητα κι ελευθερία».

Προς αυτό τον σκοπό συντελεί η ανθρωπολογία και οι συναφείς επιστημονικοί κλάδοι που μελετούν τους ανθρώπινους πολιτισμούς. Αντικείμενο έρευνας τους αποτελούν οι πηγές και η ανάπτυξη των ανθρώπινων κοινωνιών, καθώς και οι διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους. Η λέξη ανθρωπολογία προέρχεται από την σύνθεση των λέξεων άνθρωπος και λόγος. Οι ανθρωπολόγοι επιχειρούν διερευνώντας όλο το φάσμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δραστηριότητας, να επιτύχουν την όσο τον δυνατόν πληρέστερη περιγραφή των πολιτισμικών και κοινωνικών φαινομένων. Η ανθρωπολογία ως επιστημονικός κλάδος περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα γνωστικών πεδίων, ερευνώντας σχεδόν όλες τις όψεις της ανθρώπινης κοινωνίας, χρησιμοποιεί τα συμπεράσματα ερευνών που προέρχονται από άλλες επιστήμες, προκειμένου να εξάγει τα συμπεράσματά της. Ανάμεσα στις επιστήμες που χρησιμοποιεί, δανείζεται -αλλά και δανείζει είναι: η αρχαιολογία, η γεωγραφία, η ιστορία, η γλωσσολογία, η βιολογία, η ανατομία, η γενετική, η οικονομία, η ψυχολογία η κοινωνιολογία και η ψυχανάλυση. Επιστημολογικά η ανθρωπολογία διαιρείται σε δύο μείζονα γνωστικά πεδία, τη φυσική ανθρωπολογία και την πολιτισμική ανθρωπολογία. Πρόκειται ουσιαστικά για δύο ανεξάρτητες επιστήμες, αν και οι δυο συμβουλεύονται και συνεργάζονται διεπιστημονικά μεταξύ τους.

Η φυσική ανθρωπολογία ταξινομείται γενικά στις φυσικές επιστήμες, ενώ η πολιτισμική ανθρωπολογία ως κοινωνική επιστήμη. Η δεύτερη λόγο της συνάφειας της ενδιαφέρει περισσότερο τους Αναρχικούς διότι κατέχει μια κριτική θεώρηση του πολιτισμού. Ο κριτικός της προσανατολισμός στηρίζεται κυρίως στην ευρύτατη μελέτη των ανθρώπινων πολιτισμών, που συναντώνται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη μας, και στη συγκριτική, διαπολιτισμική τους σημασία. Πεποίθηση αρκετών ανθρωπολόγων είναι ότι όλοι οι πολιτισμοί έχουν πολλά να μας διδάξουν. Η αντίληψη αυτή δίνει μικρότερη προσοχή σε τομείς όπως η φυσική ανθρωπολογία. Αυτό που κυρίως την απασχολεί είναι οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι οργανώνουν την καθημερινή τους ζωή και το νόημα που αυτοί αποδίδουν στις πράξεις τους.

Αντικείμενο της πολιτισμικής – κοινωνικής ανθρωπολογίας είναι η ετερότητα, δηλαδή η διαφορετικότητα. Η σύγκριση του διαφορετικού με το οικείο αναιρεί το αυτονόητο και ανατρέπει ό,τι θεωρούμε ως «φυσικό». Έτσι η κοινωνική ανθρωπολογία αμφισβητεί στερεότυπες θεωρίες και στάσεις που επικρατούν ως απόδειξη για τη σύγχρονη κοινωνική ζωή. Για παράδειγμα, ελέγχει κριτικά θεωρίες που βασίζονται σε γενικεύσεις για την «ανθρώπινη φύση», πολλές από τις οποίες αντανακλούν βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις των Δυτικών κοινωνιών για την οικογένεια, την ταυτότητα του κοινωνικού φύλου και τη σεξουαλικότητα, την εθνοτική και κοινωνική ένταξη, την κοινωνική ευταξία, τον χώρο ή τον χρόνο.

Αν θέλαμε να περιγράψουμε την ανθρώπινη ιστορία, περιληπτικά και κάπως απλοποιημένα για λόγους οικονομίας χώρου θα ήταν κάπως έτσι: ο άνθρωπος έζησε το 98% της ύπαρξης του επί της γης σε φυλές σαν κυνηγός. Στην συνέχεια επέρχεται η ανακάλυψη της Γεωργίας 10-120.000 χρόνια πριν, και ο Δυτικός Κόσμος κυριαρχεί κατ ουσία τα τελευταία 300 χρόνια. Στα τελευταία χρόνια αυτά οι πρόοδοι της Επιστήμης ήταν μεγαλειώδεις. Το θέαμα αυτής της βαθμιαίας άθροισης της γνώσης, όσο μεγαλοπρεπές παράδειγμα και αν είναι για το επιχείρημα της επιτυχημένης συλλογικής ανθρώπινης προσπάθειας, δεν μπόρεσε όμως να εγκαθιδρύσει έναν δίκαιο κόσμο.

Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που παρεμβάλλεται στην εξέλιξη της ζωής του πλανήτη και αυτό σημαίνει ότι, είμαστε υπεύθυνοι για τη ζωή όλου του οικοσυστήματος. Σύμφωνα με την κατεστημένη άποψη, η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται στο μεγαλύτερο βαθμό από την, τάση, ροπή, των ατόμων να ταυτοποιούνται και να αφοσιώνονται σε μια κοινωνική ομάδα, σε μια θρησκεία, μια ιδεολογία, ένα έθνος κλπ., και να θεωρούν όλες τις άλλες ομάδες, έθνη κλπ., σαν εχθρούς. Έτσι οι διαφορές μέσα στο ανθρώπινο είδος είναι πιο ζωτικές από τις ομοιότητες και πιο σημαντικές από τις διαφορές με άλλα είδη. Το αποτέλεσμα αυτής της τρομερής μοναδικότητας του ανθρώπου, είναι οι πόλεμοι μέσα στο είδος, η πλήρης έλλειψη αισθήματος ενότητας σαν είδος και σαν συνέχεια, η έλλειψη παγκόσμιας θέλησης. Οι Αναρχικοί θεωρούν ότι αυτό συμβαίνει στις εξουσιαστικές κοινωνίες όπου οι θεσμοί διαχωρίζονται από τους ανθρώπους και δημιουργούν τεχνητές σχέσεις ελέγχου, επιτήρησης και ανάθεσης όπως το κράτος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δυτική ψευδαίσθηση της ανθρώπινης φύσης, ως συνθήκη ενός ατελείωτου και καθολικού «πολέμου όλων εναντίον όλων», εξαιτίας της υποτιθέμενης έμφυτης τάσης των ορθολογικών ατόμων να ανταγωνίζονται μεταξύ τους με επεκτατικό σκοπό και επιδιώκοντας πάση θυσία τη βέλτιστη εξυπηρέτηση του στενού τους συμφέροντος, είναι στην πραγματικότητα μία μόνο, πολιτικού χαρακτήρα έκφανση μίας αφήγησης ευρισκόμενης στον πυρήνα της δυτικής σκέψης Σύμφωνα με τον Μάρσαλ Σάλινς, αυτή η κατασκευασμένη αφήγηση περιγράφεται ως το «μεταφυσικό τρίγωνο της αναρχίας, της ιεραρχίας και της ισότητας». Το εννοιολογικό οικοδόμημα του χάους των ανταγωνιστικών, επεκτατικών ατόμων και των δύο εναλλακτικών λύσεων οι οποίες προτείνονται για την ανάδυση της τάξης μέσα από αυτό το χάος: η ιεραρχική λύση και η εξισωτική (δημοκρατική) λύση, όπου αντί ενός καταναγκαστικού συστήματος επιβολής υιοθετούνται αυτορρυθμιζόμενοι μηχανισμοί εξισορρόπησης μεταξύ των αντίρροπων δυνάμεων, οδηγώντας σε αυτοέλεγχο και αυτοσυγκράτηση των ατόμων προς όφελος της συλλογικότητας. Το μεταφυσικό αυτό τρίγωνο εμφανίζεται και σε άλλα πεδία πέραν της πολιτικής, όπως στην αντίληψή μας για τη λειτουργία Σύμπαντος, στην πολεοδομική οργάνωση ή στο πώς συλλαμβάνουμε τη λειτουργία και τη δυσλειτουργία του ανθρώπινου σώματος, την υγεία και την ασθένεια, το φυσιολογικό και το αποκλίνον, συνιστώντας έτσι μία ευέλικτη εννοιολογική δομή με κεντρικό ρόλο για τον δυτικό πολιτισμό εδώ και τρεις χιλιετίες.

Σύμφωνα με τον Χάρολντ Μπάρκλεϋ «ένα από τα συχνότερα θέματα, αναφορικά με τους εκλαϊκευμένους ισχυρισμούς είναι ότι αποτελούν υπεραπλούστευση και παραποίηση της αλήθειας. Με στόχο να επιτύχουν την ενοποιητική και συνεκτική κοινωνική σχέση, τις περισσότερες φορές συγχωνεύονται συνειδητά, διαφορετικές καταστάσεις και έννοιες κάτω από ένα ειδικό γεγονός το οποίο προβάλλεται εκ νέου ως μια γενικευμένη καθολική αλήθεια. Συνεπώς υπάρχει η ανάγκη να κατασκευαστούν εκ νέου και να επαναπροβληθούν γενικευμένα και με μια αληθοφανή ειλικρίνεια στις θεσμικές και όχι μόνο, ομάδες ειδικού ενδιαφέροντος. Σαν τέτοιες μπορούμε να προσδιορίσουμε το κράτος, τα πολιτικά κόμματα, την εκκλησία, το εκπαιδευτικό σύστημα και φυσικά τον στρατό».

Η πολιτισμική ανθρωπολογία τοποθετείται κατά του «εθνοκεντρισμού», της τάσης δηλαδή να ερμηνεύουμε και να αξιολογούμε άλλους πολιτισμούς ή μη οικείες μορφές κοινωνικής ζωής με ιδέες, αξίες και κοινωνικές αρχές του δικού μας πολιτισμού. Η συγκριτική, διαπολιτισμική γνώση που παράγει η ανθρωπολογία έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι πολλές θεωρίες της Κοινωνικής Επιστήμης δεν έχουν οικουμενική ισχύ, και παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς, καταδεικνύει ότι αυτοί οι ισχυρισμοί αποτελούν απλά κοινωνικές κατασκευές και ιδεολογικούς χειρισμούς προς όφελος της καθεστηκυίας άρχουσας τάξης. Στην άποψη αυτή καταλήγει και το πιο σύγχρονο ρεύμα στην ψυχολογία αυτό του Κοινωνικού Κονστρουξιονισμού, το οποίο αναδεικνύει ότι τα συχνά θεωρούμενα παγκόσμια ήθη δεν είναι στην ουσία τίποτα περισσότερο από ερμηνείες που προκρίθηκαν για συγκεκριμένες αιτίες (κοινωνικές, ιστορικές, επιστημονικές) για να εκφράσουν την συναίνεση ως ηγεμονία υπέρ του κατεστημένου τρόπου (και τόπου) ζωής.

Θα έπρεπε να ήταν αυτονόητο ότι όλοι οι πολίτες μηδενός εξαιρουμένου ούτε των κοινωνικών επιστημόνων θα πρέπει να τηρούμε πάντα μια κριτική στάση απέναντι σε κάθε μορφή γνώσης που θεωρείται ως «δεδομένη». Τέτοιες μορφές γνώσης είναι οι παγιωμένοι τρόποι κατανόησης του κόσμου, των ανθρώπων, των κοινωνικών θεσμών καθώς και των δεδομένων αντιλήψεων όπως π.χ:
-Ότι οι άντρες και οι γυναίκες είναι από τη φύση φτιαγμένοι για διαφορετικού τύπου ασχολίες.
-Ότι ο Δυτικός πολιτισμός είναι ανώτερος όλων των άλλων
-Ότι η εθνική ταυτότητα είναι μια δεδομένη φυσική κατηγορία.
-Ότι η εξουσία υπήρχε ανέκαθεν.

Κάθε γενικευμένη αλήθεια που μας διδάσκουν ως «φυσιολογικό» μέρος αποδοχής της πραγματικότητας δεν είναι τίποτα περισσότερο από κατηγορίες που ως ανθρώπινα όντα, ως νοήμονες κοινωνικοί δράστες, χρησιμοποιούμε για να κατανοήσουμε τον κόσμο δεν αναφέρονται αναγκαστικά σε πραγματικές διακρίσεις, σε πραγματικούς διαχωρισμούς και οντότητες αλλά εξυπηρετούν ιδεολογικά τις περισσότερες φορές την κατεστημένη τάξη. Ως νοήμονες κοινωνικοί δράστες, κοινωνικοποιημένοι στα εννοιολογικά πλαίσια του κόσμου στον οποίο ζούμε, εύκολα μπορούμε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι «ο κόσμος εκεί έξω», ο τρόπος με τον οποίο τα πράγματα «είναι» μας αναγκάζουν να δεχτούμε ότι υπάρχουν δυο διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπινων όντων: «οι άντρες» και «οι γυναίκες». Φυσικά, κανείς δεν θα αμφισβητούσε το γεγονός ότι υπάρχουν οι όποιες βιολογικές διαφορές. Ωστόσο, εκεί που θα εστιάζονταν μια τέτοιου είδους επιχειρηματολογία είναι στο γιατί να έχει δοθεί τέτοια κομβική σημασία στις βιολογικές αυτές διαφορές ώστε να «χτιστούν» πάνω τους δυο διαφορετικοί τύποι ατομικότητας («άνδρας/γυναίκα»). Συνεπώς οι όροι με τους οποίους κατανοούμε τον κόσμο και τους εαυτούς μας είναι κοινωνικές κατασκευές, είναι δηλαδή «παιδιά» μιας συγκεκριμένης ιστορικής και πολιτισμικής συνθήκης.

Σύμφωνα με τον Κ. Gergen, η «κατανόηση» δεν είναι μια αυτόματη, φυσική διαδικασία η οποία υποκινείται από τις δυνάμεις της φύσης. Η κατανόηση δηλαδή, δεν είναι η αντανάκλαση «ποιοτήτων», «χαρακτηριστικών» της φύσης στο ανθρώπινο αντιληπτικό σύστημα. Αντίθετα, είναι αποτέλεσμα μιας ενεργούς, συνεργατικής διαδικασίας που πραγματώνεται από ανθρώπους μέσα σε κοινωνικές σχέσεις. Έτσι λοιπόν, η κάθε «αλήθεια» πρέπει να ειδωθεί και ως μια πρόσκληση για διερεύνηση των ιστορικών και πολιτισμικών βάσεων των διαφόρων μορφών κατασκευής του κόσμου. Εθνογραφικές μελέτες δείχνουν ξεκάθαρα ότι η σημερινή μας «δεδομένη γνώση» κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι ή ήταν σε διαφορετικά πολιτισμικά και ιστορικά πλαίσια. Και για να μη μιλάμε μόνο για «αντικείμενα» του κοινωνικού κόσμου, ως παράδειγμα αυτού θα μπορούσε να αναφέρει κανείς το πασίγνωστο παράδειγμα με την έννοια «χιόνι». Ενώ για όλους εμάς η μια και μοναδική λέξη «χιόνι» είναι υπερ-αρκετή για να περιγράψει την εμπειρία μας του χιονιού, στη γλώσσα των Εσκιμώων υπάρχουν μερικές δεκάδες λέξεις για να περιγράψουν αυτό για το οποίο εμείς δε θα είχαμε καμιά αμφιβολία να ονομάσουμε απλά «χιόνι».

Συνεπώς, οι τρόποι κατανόησης του κόσμου δεν είναι «απλά διαφορετικοί» από πολιτισμό σε πολιτισμό και ανά εποχή. Οι τρόποι αυτοί είναι προϊόντα των συγκεκριμένων πολιτισμικών και ιστορικών συνθηκών. Αυτό θα πρέπει να τονιστεί και να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Συγκεκριμένοι τρόποι κατανόησης του κόσμου ταιριάζουν απόλυτα στο ευρύτερο πλαίσιο διευθέτησης των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, σε μια δεδομένη ιστορική εποχή. Ακόμη περισσότερο, αυτοί οι συγκεκριμένοι τρόποι κατανόησης ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την (ιδεολογική) αναπαραγωγή των δεδομένων κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων μιας συγκεκριμένης κοινωνίας.

Το αυτονόητο ερώτημα που τίθεται είναι: αν η γνώση μας για τον κόσμο, καθώς και οι τρόποι κατανόησης αυτού του κόσμου δεν απορρέουν από «την ίδια τη φύση όπως πραγματικά είναι», τότε από που προέρχονται; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρκετά απλή: η τρέχουσα γνώση για τον κόσμο, δεν προέρχονται κατευθείαν από «τη Φύση», αλλά έχουν τις ρίζες τους στη συνεχή διάδραση μεταξύ των ανθρώπων και χειραγωγούνται από αυτούς που κατέχουν την εξουσία. Αυτό το αιρετικά Αναρχικό επιστημολογικό επιχείρημα αντλεί τα εχέγγυα εγκυρότητας του όχι μόνο μέσα από εμβριθείς θεωρητικές παρατηρήσεις όσο από συγκεκριμένες εμπειρικές μελέτες. Όπως εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, η εθνογραφική μέθοδος είναι ο κατεξοχήν τρόπος για να δείξει κανείς πως γεννιούνται και αναπαράγονται μέσα από κοινωνικές διαδικασίες διαφορετικών ειδών «αλήθειες» για τον κόσμο. Ιδιαίτερη σημασία, μάλιστα, θα πρέπει να δοθεί στις εθνογραφικές μελέτες εκείνες που δεν εστιάζονται –όπως είναι η συνήθης πρακτική- σε κοινωνίες εξωτικών Άλλων, αλλά σε κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια στην καρδιά των δυτικών κοινωνιών θα πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσουμε τη «γνώση» και την «κοινωνική δράση» ως αλληλένδετες έννοιες και ως κρίκους στην ίδια αλυσίδα.

Από τα προηγούμενα γίνεται φανερό ότι τόσο ο κοινωνικός κόσμος όσο και εμείς οι ίδιοι είμαστε «προϊόντα» κοινωνικών διαδικασιών. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι, δεν υπάρχει κάποια «βαθύτερη ουσία» ή κάποια «κρυμμένη αλήθεια» «μέσα» στα φαινόμενα του κοινωνικού κόσμου και στους ανθρώπους, όσον αφορά τεχνητούς κοινωνικούς θεσμούς όπως το κράτος ή η εξουσία.

Άρα στο βαθμό που κάθε γνώση είναι ιστορικά και πολιτισμικά προσδιορισμένη είναι αυτονόητο αυτό ισχύει και για τη γνώση που παράγουν οι κοινωνικές επιστήμες. Δεν μπορούν, δηλαδή, να θεωρηθούν ως περιγραφές μιας υποθετικά αναλλοίωτης «ανθρώπινης φύσης». Όλοι οι άνθρωποι δημιουργούν και αναπαράγουν τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής μέσα από πολιτισμικές αλλά και ιδεολογικές διαδικασίες, οι επιστήμονες δεν εξαιρούνται.

Τρανή απόδειξη η γλώσσα που ως φορέας νοήματος και ιδεών από γενιά σε γενιά αποτελεί ένα σημαντικό ανθρωπολογικό γεγονός. Η παραδοσιακή, κοινή αντίληψη που έχουμε για τη γλώσσα και τη σχέση της με το άτομο, ως κοινωνικοί δράστες καλά κοινωνικοποιημένοι στον πολιτισμό που ζούμε, είναι ότι η γλώσσα εκφράζει προϋπάρχοντα χαρακτηριστικά ή «ποιότητες» της ατομικότητας. Στη σύγχρονη κοινωνική θεωρία, απέναντι σ’ αυτή την κοινή και δεδομένη αντίληψη για τη σχέση της γλώσσας με τον άνθρωπο, βρίσκει κανείς μια ριζικά διαφορετική αντίληψη. Την αντίληψη ότι το άτομο δομείται μέσα από τη γλώσσα. Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι «καλά, και οι άνθρωποι των σπηλαίων, για παράδειγμα, οι οποίοι δεν είχαν γλώσσα –τουλάχιστον όπως την εννοούμε σήμερα, δεν υπήρχαν;». Η απάντηση είναι ότι με τα χαρακτηριστικά και τις ποιότητες που δίνουμε σήμερα στην έννοια «άνθρωπος» και στην δυτική «ανθρώπινη συνθήκη» αυτοί οι …άνθρωποι δεν υπήρχαν ως άνθρωποι».

Κάτι αντίστοιχο ισχύει και με την έννοια του έθνους, της πατρίδας κοκ. Η ταυτότητα είναι κάτι που δομείται γλωσσικά και γεωγραφικά στα πλαίσια της ανθρώπινης διάδρασης, και των διαφόρων κοινωνικών πρακτικών. Συνεπώς δομείται από τους πολιτισμικούς λόγους που μας είναι διαθέσιμοι και από τους οποίους αντλούμε κάθε φορά στην επικοινωνία μας με άλλους ανθρώπους. Η ταυτότητά του καθενός λοιπόν δεν «πηγάζει από τα μέσα». Η προέλευσή της βρίσκεται έξω στο κοινωνικό πεδίο που αποτελεί το μέσο για την ύπαρξή μας ως κοινωνικά όντα. Όλες αυτές οι γνώσεις συγκροτούν μια «αντικειμενική» πραγματικότητα η οποία κατασκευάζεται από την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης και εισβάλει για να διαμορφώσει την ταυτότητά μας και είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις δομές και τις πρακτικές οι οποίες πραγματώνονται σε μια κοινωνία καθημερινά. Είναι λοιπόν προς το συμφέρον κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων το γεγονός ότι κάποιοι λόγοι σφραγίζονται με τη στάμπα της αλήθειας και κάποιοι όχι. Για παράδειγμα: οι άνδρες ακόμη και σήμερα βρίσκονται στην ουσία σε θέση ισχύος απέναντι στις γυναίκες, τότε μπορούμε να πούμε ότι οι κυρίαρχοι λόγοι περί γυναικείας ταυτότητας σήμερα υπηρετούν αυτή την κοινωνική ανισότητα και διαιωνίζουν την πατριαρχία ως «φυσιολογικό» ανθρωπολογικό γεγονός. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στην οικονομία: η κυρίαρχη αναπαράσταση, για την επιβίωση του ισχυρότερου λειτουργεί νομιμοποιητικά ως προς τις οικονομικές δραστηριότητες της μεσαίες και της κυρίαρχης τάξης, σηματοδοτώντας τον καπιταλισμό ως κάτι το αρχέγονο και εκ καταβολής του κόσμου.
«Ο Αναρχισμός, κατά τη γνώμη μου, είναι μια έκφραση της ιδέας ότι το βάρος της απόδειξης εναπόκειται πάντοτε σ’ εκείνους που διατείνονται ότι η εξουσία και η κυριαρχία είναι απαραίτητες. Εκείνοι πρέπει να αποδείξουν, με ισχυρά επιχειρήματα, ότι το συμπέρασμα αυτό είναι σωστό. Αν δεν μπορούν, τότε το σύστημα του οποίου υπεραμύνονται θα πρέπει να θεωρηθεί αθέμιτο.» N. Chomsky

Συνεπώς ο Αναρχισμός ως πολιτική θεωρία έχει αρκετή συνάφεια και μπορεί να συνεισφέρει αλλά και να επωφεληθεί από την ανθρωπολογία στην βάση βασικών ανθρωπολογικών κοινωνικών, πολιτισμικών αλλά και ψυχολογικων ερωτημάτων προς αποδόμηση των κυρίαρχων στερεοτύπων σχετικά με την οργάνωση της ζωής του ανθρώπου. Ενδεικτικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε:

Α. Ανατροφή ή Φύση? Δυνατότητα ανάπτυξης του ανθρώπου μέσα στο εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο (Μπακούνιν- Κροπότκιν).
Β. Κοινωνία ή Ατομο ? Κοινωνικό όν (αναρχοκομουνισμός), Εγωισμός (Αναρχοατομικισμός)
Γ. Ανταγωνισμός ή συνεργασία? (Αλληλοβοήθεια – Συμβιωτισμός).
Δ. Κέντρο ή περιφέρεια? Οργανικές Κοινότητες (Ψυχολογικό αίσθημα κοινότητας)
Ε. Συμμετοχή ή ανάθεση? Αυτοργάνωση, άμεση δημοκρατία
Στ. Κοινά αγαθά ή ιδιόκτητα? Κοινοκτημοσύνη.

Tο ζητούμενο λοιπόν είναι πάντα, τόσο για την ανθρωπολογία ειδικά αλλά και την επιστήμη γενικά: Η χειραφέτηση της, τόσο από τα ασφυκτικά δεσμά του εθνικού φαντασιακού όσο και τις επιδιώξεις της πολιτικής εξουσίας. Στο πλαίσιο αυτό ο Αναρχισμός προσφέρει αυτήν επιτελεστική δυνατότητα. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι έννοιες: Αναρχισμός & Αναρχία που δεν εκλαμβάνονται συχνά ως ενιαίες σαν μην έχουν μια κοινή ή/και αδιαχώριστη μορφή και περιεχόμενο, αλλοιώνοντας έτσι τη γενικότερη θεώρηση και προοπτική τους. Η Αναρχία θέλουμε ως Αναρχικοί (και όχι σαν αναρχικοί) ως κατάσταση είναι ο τρόπος ζωής και δράσης, στη βάση της κοινοτικής διαβίωσης, με σκοπό την δημιουργία συνθηκών ελευθερίας και συνεργασίας μεταξύ των όλων ανθρώπων. Ο Αναρχισμός από την άλλη ως πολιτική θεωρία είναι ο πυλώνας που απορρίπτει κάθε μορφή διακυβέρνησης, υιοθετεί μια κοινωνία βασισμένη στην εθελοντική και ελεύθερη συνεργασία ατόμων και ομάδων. Αποτελεί δε, κατά βάση, το οργανωτικό μέσο για την πραγμάτωση της Αναρχίας. Συνεπώς αν η Αναρχία ο τελικός σκοπός, ο Αναρχισμός δεν είναι άλλο παρά το μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού.

Με βάση τα παραπάνω είναι εμφανές ότι ο αναρχισμός αποτελεί ένα σύνολο πολιτικών ιδεών και ο όρος Αναρχία συνδέεται και χρησιμοποιείται θετικά προς αυτόν για να εκφράσει την δυνατότητα οργάνωσης μιας κοινωνίας χωρίς εξουσία. Απαρχή ήταν όταν ο Προυντόν διακήρυξε περήφανα στο έργο του, «Τι είναι ιδιοκτησία» και με την περίφημη στιχομυθία «τι είστε» να καταλήγει περήφανα «είμαι αναρχικός». Οι αναρχικοί υποστηρίζουν την κατάργηση του νόμου και της διακυβέρνησης, με την πεποίθηση πως μια περισσότερο φυσική και αυθόρμητη κοινωνική οργάνωση δύναται να αναπτυχθεί. Άλλωστε όπως υποστήριξε ο Προυντόν «η κοινωνία αναζητά την ευταξία στην αναρχία» δηλαδή Anarchy is Order, εξ ου και το Άλφα σε κύκλο.

1. Ελευθερία: Οι Αναρχικοί αντιλαμβάνονται την ελευθερία ως μια απόλυτη αξία, θεωρώντας την μάλιστα ασυμβίβαστη με κάθε μορφή πολιτικής εξουσίας. Η ελευθερία κατανοείται ως επίτευξη της προσωπικής αυτονομίας, όχι με την έννοια του να αφήνεται το άτομο «μόνο του» αλλά να είναι αυτόβουλο και αυτεξούσιο.
2. Κοινωνία: Οι Αναρχικοί πιστεύουν πως η κοινωνία χαρακτηρίζεται από μια αρρύθμιστη και φυσική αρμονία, που βασίζεται στην φυσική προδιάθεση των ανθρώπων για συνεργασία και κοινωνικότητα. Η κοινωνική σύγκρουση και η δυσαρμονία, είναι επομένως κάτι το εντελώς αφύσικο, προϊόν την πολιτικής εξουσίας και την κοινωνικής ανισότητας.

3. Ισότητα: Οι Αναρχικοί δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην πολιτική ισότητα, που κατανοείται ως το ίσο και απόλυτο δικαίωμα για προσωπική αυτονομία, γεγονός που δηλώνει πως όλες οι μορφές πολιτικής ανισότητας ισοδυναμούν με καταπίεση. Οι αναρχοκομμουνιστές πιστεύουν στην απόλυτη κοινωνική ισότητα, η οποία επιτυγχάνεται με την συλλογική ιδιοκτησία του παραγωγικού πλούτου.
4. Οικονομία: Οι Αναρχικοί απορρίπτουν κάθε μορφή οικονομικού ελέγχου η διεύθυνσης. Εντούτοις οι αναρχοκομουνιστές ασπάζονται τη συλλογική ιδιοκτησία και την αυτοδιαχείρηση σε μικρή κλίμακα.
5. Έθνος: Οι Αναρχικοί θεωρούν πως το έθνος είναι ένας μύθος, μια ιδεολογική κατασκευή για να προάγει την υπακοή και την υποταγή στα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.
6. Κράτος: Οι Αναρχικοί απορρίπτουν εντελώς το κράτος, θεωρώντας το ως περιττό κακό. Η κυριαρχική καταναγκαστική και καταπιεστική εξουσία του κράτους εκλαμβάνεται απόλυτα ως μια νόμιμη καταπίεση, που λειτουργεί για τα συμφέροντα των ισχυρών, των κατόχων ιδιοκτησίας και των προνομιούχων. Από τη στιγμή που το κράτος είναι από την φύση του κακό και καταπιεστικό, όλα τα κράτη έχουν τον ίδιο χαρακτήρα.
7. Εξουσία: Οι Αναρχικοί θεωρούν όλες τις μορφές εξουσίας περιττές και καταστροφικές, εξισώνοντας την εξουσία με την καταπίεση και την εκμετάλλευση. Από την στιγμή που δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ εξουσίας και απροκάλυπτης δύναμης, όλοι οι έλεγχοι στην εξουσία και όλες οι μορφές λογοδοσίας είναι απόλυτα κάλπικες.
8. Φύση: Οι Αναρχικοί ενστερνίζονται μια άποψη της φύσης που τονίζει την αρρύθμιστη αρμονία και ανάπτυξη. Η φύσης επομένως προσφέρει ένα πρότυπο απλότητας και ισορροπίας το οποίο οι άνθρωποι θα ήταν θεμιτό να εφαρμόσουν στην κοινωνική οργάνωση με την μορφή της κοινωνικής οικολογίας.
9. Θρησκεία: Οι Αναρχικοί γενικά θεωρούν τη θρησκεία ως μια θεσμοποιημένη πηγή καταπίεσης. Η εκκλησία και το κράτος είναι μονίμως συνδεδεμένα, με την θρησκεία να κηρύσσει την υπακοή αι την υποταγή σε επίγειους άρχοντες ενώ επίσης υπαγορεύει ένα σύνολο αυταρχικών αξιών που στερούν το άτομο από την ηθική του αυτονομία.

Βλέπουμε ότι ο Αναρχισμός έχει τα βασικά χαρακτηριστικά για να θεωρηθεί ως μια αξιοσέβαστη πολιτική ιδεολογία αν και όπως και η ίδια η ιδεολογία έτσι και η Αναρχία κατέληξε σύμφωνα με τον D. Mc Lellan να «αποτελεί την πιο ασαφή έννοια όλων των κοινωνικών επιστημών» σε σημείο που κάποιοι ισχυρίζονται ότι δεν είναι ιδεολογία αν και κατά την άποψη μου σφάλουν διότι κατά την άποψη μου ο Αναρχισμός αποτελεί μια ανοιχτή αλλά συντεταγμένη συλλογή ιδεών με ένα συνολικό όραμα για την οργάνωση της κοινωνίας. Φυσικά διαφέρει από όλες τις άλλες πολιτικές ιδεολογίες, διότι δεν κατάφερε να εδραιωθεί πέρα από το σύντομο καλοκαίρι της Αναρχίας στον Ισπανικό Εμφύλιο, που κατέδειξε και επιβεβαίωσε για μια ακόμα φορά ότι η δυνατότητα της οργάνωσης χωρίς εξουσία είναι ρεαλιστική και αυτό από μόνο του είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Άλλωστε όπως διαβάζουμε στην ανθρώπινη ιστορία υπάρχουν αρκετά παραδείγματα κοινωνιών χωρίς εξουσία και σε αυτό η συμβολή της ανθρωπολογίας είναι καθοριστική. Εξού και η εκλεκτική συγγένεια του Αναρχισμού με την ανθρωπολογία Γι’ αυτό θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τον Αναρχισμό ως ιδεολογία ή μορφή πολιτικής σκέψης ελάσσονος σημασίας.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η απήχηση του Αναρχισμού ως πολιτικό κίνημα υπήρξε περιορισμένη εξαιτίας των στόχων και των μέσων του. Η ανατροπή του κράτους και η διάλυση όλων των μορφών πολιτικής εξουσίας – βασικό αίτημα του Αναρχισμού, φαντάζει ουτοπική με την πρώτη ματιά. Οι Αναρχικοί απορρίπτουν καθ΄ ολοκληρίαν ως διεφθαρμένα και διαβρωτικά τα συμβατικά μέσα άσκησης πολιτικής επιρροής όπως κόμματα, εκλογές, δημόσια αξιώματα κλπ. Αντίθετα υιοθετούν δομές οριζόντιες, πιστεύοντας στον αυθορμητισμό των μαζών και στην ανθρώπινη δίψα γι ελευθερία. Γι αυτό και ο αναρχισμός αρνείται να πεθάνει. Αν και ηττήθηκε μαζικά με την επικράτηση του Φράνκο στον Ισπανικό εμφύλιο, ακριβώς λόγο της ασυμβίβαστης στάσης του απέναντι στην εξουσία και με τον δυναμικό πολιτικό ακτιβισμό αλλά και το πάθος της άμεσης δράσης ως εργαλεία, συνεχίζει να έχει μια διαρκή και συχνά ηθική απήχηση ιδιαίτερα στους νέους με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται άδικα ως ένα απλό νεανικό φαινόμενο.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Αναρχισμού είναι η αντίθεση στο κράτος και στους παρελκόμενους αυτού θεσμού επιβολής, έλεγχου και διακυβέρνησης. Οι Αναρχικοί προτιμούν μια κοινωνία χωρίς κράτος στην οποία ελεύθερα άτομα διαχειρίζονται τις σχέσεις τους μέσα από εκούσια συμφωνία χωρίς καταπίεση και καταναγκασμό.

Κάποιοι θεωρούν τον Αναρχισμό ως νατουραλιστικό μόνο. Προσωπική μου άποψη είναι ότι ο Ιστορικός Μείζων Αναρχισμός ως Κίνημα είναι εξίσου και Κονστρουξιονιστιστικός. Το συμπέρασμα αυτό οφείλεται στο ότι η βασική Αναρχική - αντικρατική θέση που επιδιώκει τον ατομικό - συλλογικό & κοινωνικό αυτοκαθορισμό δεν παραγνωρίζει ότι οι άνθρωποι μέσα στα εξουσιαστικά - εκμεταλλευτικά συστήματα είναι παράγωγα των εγκαθιδρυμένων κοινωνικών σχέσεων και ιδεών, που δεν είναι άλλα από αυτά της άρχουσας τάξης. Οι άνθρωποι συνεπώς δεν λειτουργούν μέσα από τις ελεύθερες επιλογές τους στη συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση. Αλλά είναι φορείς και τμήμα των κοινωνικών αντιφάσεων, των προτύπων, των συμπεριφορών, των νοοτροπιών, των αξιών, των ιδεών, των πρακτικών & των απόψεων, που εγκαθιδρύει και διαμορφώνει ασταμάτητα η κυριαρχία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο αναρχισμός αν και μπορεί να θεωρηθεί ως αρχετυπική θεωρία σε καμία περίπτωση δεν είναι ιδεολογικά μονολιθικός αλλά πολύμορφος μέχρι σε σημείο να χαρακτηριστεί και αντιφατικός.

Αν και ο Κοινωνικός Αναρχισμός είναι εδραιωμένος στην αισιόδοξη πεποίθηση για την φύση του ανθρώπου. Η αντίληψη αυτή όμως δεν ισοδυναμεί με μια αφελή πίστη στην «φυσική καλοσύνη» αλλά υπογραμμίζει την δυνατότητα για καλοσύνη ή οποία «δύναται να» υπάρχει μέσα σε όλα τα ανθρώπινα όντα, διότι οι άνθρωποι κατά τον κοινωνικό αναρχισμό είναι κατά βάθος κοινωνικά αγελαία και συνεργατικά πλάσματα. Αυτή η Αναρχική πίστη στην κοινωνική αλληλεγγύη χρησιμοποιήθηκε για να υποστηρίξει και να υπερασπίσει ποικίλες μορφές συμβιωτικής συμπεριφοράς. Ο Κροπότκιν την θεμελίωσε μέσα από το έργο του «Αλληλοβοήθεια» ως το κατεξοχήν παράγοντα της εξέλιξης, επανεξετάζοντας την θεωρία του Δαρβίνου, αναδεικνύοντας τη συνεργασία έναντι του ανταγωνισμού.

Γιαυτό και οι Αναρχοκομμουνιστές υπερασπίζουν την ζωή μέσα στις μικρές αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες οι οποίες εγγυούνται και διασφαλίζουν την συμμετοχή και την πολιτική ισότητα. Αυτή είναι και η μοναδική μορφή διακυβέρνησης η οποία είναι ανεκτή από τους αναρχικούς. Διότι μόνο οι «ανθρώπινης κλίμακας» κοινότητες, επιτρέπουν στους ανθρώπους να διαχειριστούν τις δικές τους υποθέσεις μέσα από την πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση. Αντίθετα ο συγκεντρωτισμός πάντοτε σχετίζεται με αποπροσωποποιημένες και γραφειοκρατικές διαδικασίες. Αυτή η αποκέντρωση αποτελεί το βασικό «αναρχικό πρόταγμα» το οποίο σήμερα ενστερνίζεται η κοινοτική ψυχολογία ως χειραφετική στροφή προς έναν οικολογικό συμβιωτικό και ψυχοκοινωνικό τρόπο ζωής σύμφωνα με την θεωρία της ψυχολογικής αίσθησης της κοινότητας.

Στον αντίποδα όμως του κοινωνικού (εξ ου και ο χαρακτηρισμός περί του αντιφατικού) έχουμε φυσικά τον ατομικιστικό Αναρχισμό (αναφέρομαι αποκλειστικά στον Αμερικανικό Αναρχισμό) ο οποίος έγκειται στην φιλελεύθερη ιδέα του κυριάρχου ατόμου. Διότι κατά πολλούς στην καρδιά του φιλελευθερισμού υπάρχει μια πίστη στην πρωτοκαθεδρία και στην σπουδαιότητα της ατομικής ελευθερίας. Ο αστικός φιλελεύθερος μύθος, παρουσιάζει την κοινωνία ως ένα άθροισμα ξεχωριστών επιλογών από μεμονωμένα άτομα, που απλώς πρέπει να βρεθεί ο τρόπος να εκδηλώνονται χωρίς ο ένας να παρενοχλεί τον άλλο. Άρα το άτομο δεν μπορεί να είναι κυρίαρχο σε μια κοινωνία που εξουσιάζεται από το νόμο και το κράτος. Όμως για τους Αναρχικούς η ελευθερία του ενός δεν σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Αλλά όπως είχε καταθέσει ήδη από τον 19ο αιώνα ο Μπακούνιν: η απόλυτη ελευθερία του κάθε ατόμου επιβεβαιώνεται και ασκείται μέσα από την απόλυτη ελευθερία όλων.

Οι αναρχοατομικιστικές πεποιθήσεις που βασίζονται κατεξοχήν στο έργο του Μαξ Στίρνερ «ο μοναδικός και το εγώ του», αν και ο ίδιος δεν προσδιορίσθηκε ποτέ ως Αναρχικός και υποστηρίζουν την «αναρχία» ως φυσική κατάσταση είναι κάτι το διαφορετικό. Σε αντίθεση με τον κοινωνικό αναρχισμό που μιλάει για αλληλεγγύη, ο αναρχοατομικισμός αναδεικνύει τον εγωισμό, δηλαδή πως τα άτομα ενδιαφέρονται περισσότερο για τον εαυτό (εγώ) τους. Είναι συνεπώς ιδιοτελή ή υστερόβουλα, μια υπόθεση που ταιριάζει περισσότερο στον Χομπς ή στην ψυχαναλυτική απαισιοδοξία του Φρουντ για τον άνθρωπο παρά στον Κροπότκιν ή τον Μπακούνιν, είναι όμως συναφής με την ατομικιστική αμοιβαιότητα που ενυπάρχει στο έργο του Προυντόν γιαυτό και την επικαλούνται.

Σύμφωνα με τον Στίρνερ ο «εγωισμός» είναι η φιλοσοφία που τοποθετεί το ατομικό εγώ στο κέντρο του ηθικού σύμπαντος, ώστε να δρα όπως εκείνο επιλέγει χωρίς περιορισμούς. Αυτή η στάση ερμηνεύεται ως μια μορφή μηδενισμού που σημαίνει πίστη στο τίποτα, θέση που κατευθύνεται προς τον αθεϊσμό και τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό. Οι αυτού του τύπου οι ατομικιστές έχουν μια απαισιόδοξη θέαση για την κοινωνική δυνατότητα του ανθρώπου και την Ελευθερία. Οι ιδέες του ατομικιστικού αναρχισμού απορρίπτουν τον διαφωτισμό (σε αντίθεση με τον κοινωνικό αναρχισμό) ενώ συχνά βρίσκουν συνάφεια στον Νίτσε. Γεγονός συμβατό με την μεταμοντέρνα θεώρηση του μετα-αναρχισμού.

Θα συμφωνήσω με την άποψη ότι ο Αναρχισμός θα πρέπει να εκλαμβάνεται, ως «ένα ιστορικό κοινωνικοπολιτικό ρεύμα συγκερασμού της ισότητας (στην οποία επικεντρώνει ο μαρξισμός με απούσα την ελευθερία) και της ελευθερίας (στην οποία επικεντρώνει ο φιλελευθερισμός με απούσα την ισότητα) προσεγγίζει την έννοια της επιλογής ως τον διαρκώς παραγόμενο και αμφισβητούμενο τόπο της ατομικής και συλλογικής απόφασης και συμφωνίας στην κατεύθυνση του αυτοκαθορισμού ενάντια στις κυρίαρχες νόρμες και την επιβαλλόμενη κανονικότητα».

Φαντάζει αρκετά ελκυστική η ιδέα του να παρουσιαστεί ο Αναρχισμός ως ξεπερασμένος στο σήμερα. Κάτι τέτοιο όμως θα χαρακτηρίζονταν ως ερμηνευτικό σφάλμα, διότι η σημασία του αναρχισμού έχει λιγότερο να κάνει με την παροχή μιας ιδεολογικής βάσης για την απόκτηση πολιτικής εξουσίας, αλλά πολύ περισσότερο για την κοινωνική οργάνωση χωρίς αυτήν. Ο Αναρχισμός στην σημερινή εποχή αμφισβητεί τη κυριαρχία και γονιμοποιεί άλλες πολιτικές πεποιθήσεις ως ένα άλλο αρχετυπικό σύστημα αξιών. Οι Αναρχικοί υπογράμμισαν την καταναγκαστική και καταστροφική φύση της εξουσίας, ενώ κατέδειξαν τις διαβρωτικές επιδράσεις της κρατικιστικής τάσης στον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Υπό αυτή την έννοια ο Αναρχισμός όχι μόνο δικαιώθηκε αλλά πρέπει να κατέχει σημαντική επίδραση στην σύγχρονη πολιτική κριτική σκέψη.

Το να υποστηρίξει κανείς, ότι ο Αναρχισμός πέθανε επειδή από καιρό έπαψε να είναι μαζικό κίνημα, σημαίνει απλά ότι χάνει την ουσία. Σήμερα εν μέσω μιας ακόμα καπιταλιστικής κρίσης, σε ένα κόσμο που γίνεται ολοένα πιο πολύπλοκος, πιο διαπλεκόμενος, πιο σύνθετος αλλά και κατακερματισμένος. Ενάντια στην νέα παλινόρθωση της εξουσίας, ο Αναρχισμός λόγο της σύνδεσης του με αξίες όπως η συμμετοχή, η αυτοργάνωση, η αποκέντρωση, ο κοινοτισμός, η αποανάπτυξη και ο κολεκτιβισμός -δύναται να- είναι καλύτερα εξοπλισμένος ιδεολογικά σε σχέση άλλες «μαζικές» ή trendy πολιτικές πεποιθήσεις για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της μετανεωτερικότητας. Φυσικά αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Πρέπει να ενισχύσει ακόμα το οπλοστάσιο του στην προσπάθεια του να αποδομήσει τον λόγο της εξουσίας που ενυπάρχει παντού σύμφωνα με τον Φουκώ και να ριζοσπαστικοποιήσει τους ανθρώπους, ώστε να σκεφτούν διαφορετικά έξω από τα κατεστημένα στεγανά με στόχο την χειραφέτηση. Ο Μαρξ στην προσπάθεια του να αποδείξει ότι κατέχει την αλήθεια προσδιόρισε τις ιδέες του ως «Επιστημονικές», ο Κλασικός Αναρχισμός αν και μπορούσε να ισχυριστεί εξίσου το ίδιο δεν το έπραξε διότι σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ιδεολογίες δεν ζητά ούτε αποτελεί εκδήλωση εξουσίας είναι ξεκάθαρος: Θέλει να την ανατρέψει. Υπάρχει μια αρκετά μετανεωτερική αφήγηση η οποία πλασάρεται σαν ριζοσπαστική και η οποία επικαλείται την Μη Κατάληψη Εξουσίας, η ανθρώπινη ιστορία έχει δείξει ότι όπου υπάρχει εξουσία δεν υπάρχει ελευθερία, άρα δεν αρκεί μόνο να μην θες να την καταλάβεις διότι τότε ο δρόμος για την ανθρώπινη χειραφέτηση θα παραμείνει ανολοκλήρωτος. Η Ανθρωπολογία από την μεριά της συνηγορεί ότι η οργάνωση των ανθρώπων χωρίς εξουσία όχι μόνο είναι δυνατή αλλά και έχει υπάρξει στο παρελθόν, γιατί να μην μπορεί να συμβεί στο εγγύς μέλλον? Είμαστε σε μια εποχή που χρειάζεται να δομήσουμε εκ νέου μια χειραφετική επιστημολογία, η οποία δεν αρκεί να είναι «κριτική», εναλλακτική ή ακόμα και γενικά και αόριστα «αντιεξουσιαστική». Πρέπει να είναι διακριτή, ειλικρινής και ξεκάθαρη προς τις επιδιώξεις της και ο Αναρχισμός είναι συνεπής σε αυτό. Πιστεύω ότι το μικρό και εισαγωγικό βιβλίο αυτό να συμβάλει θετικά προς αυτή την κατεύθυνση.

*Ο Αργύρης Αργυριάδης αφού πρώτα έζησε την συγκλονιστική εμπειρία της συναυλίας του Rory Gallagher στην Νέα Φιλαδέλφεια το 1981 έκτοτε, από μικρή ηλικία τρέχει στα στενά των Εξαρχείων, πιστός στην Ιδέα της ελευθερίας, παραμένει πάντα καταληψίας «τρελός και ευτυχισμένος», υπερασπιστής του Ιστορικού Μείζονος Αναρχισμού και μέλους του Ενός Δυνατού Συνδικάτου. Μισό αιώνα μετά την γέννηση του, έχει αφιερώσει τις σπουδές του στην ιατρική, την ψυχιατρική και την ψυχολογία στον αγώνα για την κοινωνική χειραφέτηση. Όταν δεν διαβάζει επικίνδυνα βιβλία, δεν ακούει παράξενες μουσικές ή να γράφει ακατανόητες ιστορίες στο merlin's, συμμετέχει σε Αυτοργανωμένες Συλλογικότητες Υγείας,συνελεύσεις, πορείες και δράσεις διότι τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα.

https://merlins.gr/blog/1756-%CF%88%CE%AE%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%C...OeIEI

This page has not been translated into 한국어 yet.

This page can be viewed in
English Italiano Català Ελληνικά Deutsch



George Floyd: one death too many in the “land of the free”

George Floyd: one death too many in the “land of the free”

Sat 24 Oct, 10:13

browse text browse image

xvi_seminario_militante.jpg imageXVI Seminario Militante. Pensamiento anarquista latinoamericano Oct 24 01:52 by ViaLibre 0 comments

2a80d38d5885395684cfadf81cb09d54.png imageΣημειώσεις για τ_... Oct 21 21:03 by Κινήσεις για την Ταξική Αυτονομία 0 comments

unasur_afundando_ilustrao_rafael_costa.jpg imageO ocaso da Escola de Defesa Sul americana, um fracasso planejado da integração regional em... Oct 18 07:51 by BrunoL 0 comments

ciriaco_duarte.jpg imageCiriaco Duarte - Ο αναρχισμός σ... Oct 17 20:56 by Paul Sharkey 0 comments

graeber.jpg imageΜνήμη David Graeber Oct 12 20:54 by Αργύρης Αργυριάδης* 0 comments

falcia_da_cristofobia_contra_palestinos_cristos_rafael_costa_ilustrao.jpg image“Cristofobia” ou a simples subserviência: o discurso de Bolsonaro na ONU Oct 08 04:50 by BrunoL 0 comments

.jpg imageΗ Αναρχική Κομμο`... Oct 06 19:29 by Percy Hill* 0 comments

photo_20200926_133047.jpg imageSolidariedade aos/às 51 antifascistas presos em Tessalônica, Grécia, em 16 de setembro de ... Oct 03 21:11 by Vários organizações anarquistas 0 comments

unflattering.jpg imageBook Review: Unflattering Photos of Fascists Oct 01 13:28 by LAMA 0 comments

photo_20200926_133047_3_1.jpg imageAλληλεγγύη στους 51 ... Oct 01 00:45 by Various organizations 0 comments

21_s_3.jpeg imageBalance movilización nacional del 21 de septiembre de 2020 Sep 30 23:14 by ViaLibre 0 comments

photo_20200926_133047_3.jpg imageDéclaration internationale de solidarité aux 51 antifascistes arrêté-es à Thessalonique, e... Sep 30 22:20 by Αναρχική Ομοσπονδία 0 comments

dieplattformlogo.png imageΗ αναρχοκομμουνι... Sep 30 20:42 by Die Plattform 0 comments

workers_power.jpg imageBook Review: 'For Workers' Power' Sep 28 10:38 by LAMA 0 comments

photo_20200926_133047_2.jpg imageSolidarietà ai 51 antifascisti arrestati a Salonicco il 16/9/2020 Sep 27 20:08 by Alternativa Libertaria/FdCA 0 comments

photo_20200926_133047_1.jpg imageSolidaridad con los/as 51 antifascistas que fueron arrestados en Tesalónica, Grecia el pas... Sep 27 18:18 by Vários organizaciones anarquistas 0 comments

photo_20200926_133047.jpg imageInternational statement of solidarity with the 51 anti-fascists who were arrested in Thess... Sep 27 01:39 by Various anarchist organisations 0 comments

daf_ag9e8zk.jpg imageΑναρχισμός στην \... Sep 25 21:47 by Dmitri (translation) 0 comments

textDonald Trump: A New Emperor of the Lumpenproletariat? Sep 25 12:18 by Clyde W. Barrow 0 comments

textSeptember 2020 Kate Sharpley Library Bulletin online Sep 23 19:08 by KSL 0 comments

gustave_courbet.jpg imageΗ Τέχνη υπό τον κα&#... Sep 22 22:07 by Charlotte Murphy 0 comments

savage_pic.jpg imageMovie Review: 'SAVAGE' Sep 22 20:22 by LAMA 0 comments

tne_three_roses.jpg imageΤα τρία τριαντάφ`... Sep 20 19:19 by Dmitri (translation, editing) 0 comments

textÈ Uscito Il Primo Numero De "Il Cantiere" Sep 19 19:21 by Alternativa Libertaria/FdCA 0 comments

belarus.jpg image[UCL-França] Belarus, a classe trabalhadora contra Lukashenko Sep 19 05:53 by CAB 0 comments

bfe4f243a8e9af091bf522fcee239347.png image“Biennio Rosso-Η Κόκκινη Διετ&... Sep 17 20:15 by Ortus 0 comments

2015_bayanusa_justiceforjenniferlaude_r02_v01_nr_square.jpg imageAn Open Letter to Anti-fascists in the USA Sep 15 17:42 by Filipino and Filipinx autonomists 0 comments

usscarlvinsonmod_1.png imageΚανένας πόλεμος `... Sep 13 19:39 by MACG 0 comments

entreguismo_bananisteiro.jpg imageO entreguismo fardado no Governo Bolsonaro: um projeto político. Sep 13 04:54 by BrunoL 0 comments

1300x225.jpg imageΚάλεσμα στις δια^... Sep 11 18:11 by Αναρχικοί Αγ. Αναργύρων/Καματερού 0 comments

more >>
© 2005-2020 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]