user preferences

Upcoming Events

No upcoming events.
Διεθνή / Αναρχική Ιστορία / Γνώμη / Ανάλυση Friday July 12, 2019 19:47 byΑργύρης Αργυριάδης

«Η κοινωνική αλληλεγγύη είναι ο πρώτος ανθρώπινος νόμος. Η ελευθερία ο δεύτερος»

. Αν και ο όρος Αναρχισμός ως όρος συνδέεται ξεκάθαρα ως σύνολο πολιτικών ιδεών μονάχα όταν το διακήρυξε περίτρανα ("Είμαι Αναρχικός!") ο Προυντόν στο πολύ σημαντικό έργο του «Τι είναι ιδιοκτησία», αναμφίβολα ένας από τους πιο σημαντικότερους εκφραστές του κλασικού αναρχισμού της νεωτερικότητας είναι ο Μιχαήλ Μπακούνιν. Συμπληρώνονται φέτος 143 χρόνια από τον θάνατό του και στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσω να συνοψίσω τις επαναστατικές ιδέες του και την διαχρονικότητα τους στο σήμερα.

H διαχρονική αξία των ιδεών του Μιχαήλ Μπακούνιν

Ο Μπακούνιν εντρύφησε στον Αναρχισμό μετά την γνωριμία του με τον Προυντόν, ο οποίος του ανέπτυξε τις ιδέες του ομοσπονδιακού φεντεραλιστικού ελευθεριακού σοσιαλισμού. Αλλά ο Μπακούνιν είναι αυτός που θα θέσει τις βάσεις για τον Ιστορικό Μείζονα Αναρχισμό ως κοινωνικό κίνημα και που σήμερα προσδιορίζεται ως Κοινωνικός Αναρχισμός. Η πεποίθησή του για τον επαναστατικό και ταξικό αγώνα των εργαζομένων αποτέλεσε το αντίπαλο δέος για τον «επιστημονικό» σοσιαλισμό (ή καλύτερα ηγεμονισμό) του Μαρξ και των οπαδών του στην Πρώτη Διεθνή. Η αντίθεση στον κρατικό «σοσιαλισμό» και η πρόβλεψη για την δυστοπία στην οποία τελικά θα κατέληγε, έθεσαν τις βάσεις για την ανάπτυξη του κολεκτιβιστικού αναρχισμού και τη μετεξέλιξη του στον κομμουνιστικό αναρχισμό (αναρχοκομμουνισμό), καθώς και του αναρχοσυνδικαλισμού. Η κριτική δε που άσκησε στο κράτος, τον καπιταλισμό και την θρησκεία παραμένει επίκαιρη μέχρι σήμερα. 


Οι ιδέες του Μπακούνιν, σύμφωνα με το ιστορικό πλαίσιο της εποχής του, έχουν ως αφετηρία τον υλισμό. Από εκεί ορμώμενος, δημιουργεί μια αρκετά συγκροτημένη προσέγγιση υπερασπιζόμενος την ατομική ελευθερία και τη σημασία για μια ελεύθερη κοινωνία και την δυνατότητα συνεργασίας που αυτή δημιουργεί μεταξύ ίσων ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτό, ο Μπακούνιν απορρίπτει τον ατομικισμό καθώς και τον φιλελευθερισμό, θεωρώντας ότι η πραγματική ελευθερία είναι εφικτή μόνον όταν υπάρχει ταυτόχρονα οικονομική και κοινωνική ισότητα. Για τον Μπακούνιν «ο απομονωμένος άνθρωπος δεν έχει ιδέα της ελευθερίας του, διότι η ελευθερία είναι προϊόν της αλληλεπίδρασης που είναι μορφή ένωσης και όχι αποκλεισμού». Υπερασπίζεται δε την δυνατότητα του ανθρώπου να πράξει συνειδητά καθώς, «από αυτό ακριβώς συνίστανται η ελευθερία, η ηθική και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια: κάνει το καλό όχι γιατί είναι αναγκασμένος να το κάνει,
αλλά επειδή το σκέφτεται ελεύθερα, το θέλει και το αγαπά».


Ο Μπακούνιν απορρίπτει την εξουσία. Γι’ αυτόν «ως αρχή, η εξουσία αποτελεί μια θεολογική μεταφυσική και πολιτική ιδέα» για την καθυπόταξη του ανθρώπου. Στον αντίποδα της εξουσίας αντιπαραβάλει αυτό που αργότερα θα γίνει γνωστό με τον όρο αυτοδιεύθυνση και αυτοργάνωση. Εφόσον η ελευθερία είναι αποτέλεσμα σύνδεσης και όχι απομόνωσης, ο τρόπος οργάνωσης υποδεικνύει αν είναι εξουσιαστικός ή ελευθεριακός. Με τον όρο «εξουσιαστική αρχή» ο Μπακούνιν ουσιαστικά εννοεί την ιεραρχία, καταδεικνύοντας ότι οι αναρχικοί αναγνωρίζουν ως μόνη φυσική εξουσία το συλλογικό αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που είναι εδραιωμένη πάνω στην ισότητα και την αλληλεγγύη, καθώς και στον αμοιβαίο σεβασμό όλων όσων την απαρτίζουν. Η ευημερία του κράτους είναι η εξαθλίωση του πραγματικού έθνους, του λαού. Το μεγαλείο και η ισχύς του κράτους είναι η υποδούλωση του λαού. Ο λαός είναι φυσικός και νόμιμος εχθρός του κράτους. Ακόμα και αν ο λαός υποκύπτει –πολύ συχνά, αλίμονο – στις αρχές, κάθε αρχή τού είναι μισητή.

Λόγω αυτής της αγάπης για την ελευθερία και της εχθρότητας απέναντι στην εξουσία, ο Μπακούνιν απορρίπτει το κράτος, τον καπιταλισμό και την θρησκεία ως μια αδιαίρετη τριάδα για την υποδούλωση του ανθρώπου. Απέναντι σε αυτό το μυθολογικό – μεταφυσικό κατασκεύασμα, ο Μπακούνιν διακηρύσσει το περίφημο «Ακόμα κι αν υπήρχε ο Θεός, θα έπρεπε να τον ανατρέψουμε». Η εναντίωση απέναντι στην οργανωμένη θρησκεία υπογραμμίζει την ευρύτερη επικριτική στάση του Αναρχισμού απέναντι στην Εξουσία γενικότερα. Η ιδέα του θεού αντιπροσωπεύει την έννοια ενός «υπέρτατου όντος» ο «άρχων νου» που απαιτεί απόλυτη και αναμφισβήτητη εξουσία. Αναρχικοί της τότε εποχής όπως ο Προυντόν και ο Μπακούνιν, θεωρούν ότι η αναρχική πολιτική φιλοσοφία πρέπει να βασίζεται στην απόρριψη του Χριστιανισμού, επειδή μόνο τότε τα ανθρώπινα όταν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ελεύθερα και ανεξάρτητα.

Για τους αναρχικούς είναι δεδομένο ότι η πολιτική και η θρησκευτική εξουσία εργάζονται από κοινού. Γι’ αυτό και «η κατάργηση του κράτους και της εκκλησίας πρέπει να είναι πρώτιστη και επιτακτική συνθήκη της πραγματικής απελευθέρωσης της κοινωνίας», σύμφωνα με τον Μπακούνιν. Το ότι η θρησκεία αποτελεί ένα από τα βασικά στηρίγματα του κράτους (αν δεν είναι η ίδια το κράτος) έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά. Η θρησκεία αποτελεί μια ιδεολογία υπακοής και υποταγής τόσο στους πνευματικούς ηγέτες όσο και στους επίγειους εξουσιαστές. Οι κάθε λογής επίγειοι εξουσιαστές συχνά στράφηκαν στην θρησκεία για να νομιμοποιήσουν την εξουσία ή ακόμα και τις πράξεις τους (βλέπε, χούντα ή, πιο ή πρόσφατα, Χρυσή Αυγή), με χαρακτηριστικότερο το δόγμα της «ελέω θεού εξουσίας» των βασιλέων. Αυτό εξηγεί τους λόγους που κατά τον 19ο αιώνα ο Αναρχισμός ευδοκίμησε σε χώρες αγροτικές, με ισχυρές θρησκευτικές παραδόσεις, όπως η Καθολική Ισπανία, η Ιταλία και η Γαλλία. Ωστόσο, η εναντίωση του Μπακούνιν στην καταπίεση δεν σταματάει στην θρησκεία αλλά επεκτείνεται και στον σεξισμό, την ηγεμονία και τον ιμπεριαλισμό: «...Είμαστε επίσης εχθροί της πατριαρχικής και νομικής εξουσίας των συζύγων πάνω στις συζύγους τους, των γονέων πάνω στα παιδιά τους επειδή η ιστορία μας διδάσκει ότι ο δεσποτισμός στην οικογένεια είναι το σπέρμα του πολιτικού δεσποτισμού στο κράτος…»


Ο Μπακούνιν όπως και οι μεταγενέστεροι αναρχικοί, δεν έβεπαν την ανατροπή του κράτους ως αυτοσκοπό. Απεναντίας, θεωρούσαν ότι «η πολιτική εξουσία και ο πλούτος είναι αδιαχώριστα». Επισημαίνει ότι το κράτος αποτελεί ένα εργαλείο της άρχουσας τάξης, γι’ αυτό εκτός από τον αντιθεολογισμό προτάσσει και τον αντικρατισμό, για να καταλήξει ενάντια στον καπιταλισμό ως το πιο «απεχθές ιεραρχικό σύστημα εκμετάλλευσης». Για τον Μπακούνιν το κράτος είναι ένας μηχανισμός πάνω και έξω από τον άνθρωπο, γι’ αυτό και ουδέποτε μπορεί να υπάρξει ένα πραγματικά δημοκρατικό κράτος, επειδή η φύση της εξουσίας είναι να προσεταιρίζεται τους λίγους και ισχυρούς.

Η κριτική του Μπακούνιν στο κοινωνικό σύστημα της εποχής του έχει αρκετές ομοιότητες με το σήμερα, καθώς θεωρούσε ότι ο άνθρωπος έχει τρεις τρόπους για να ξεπεράσει την καπιταλιστική εξαθλίωση: Την κατάχρηση (αλκοολισμός, «ουσίες-σημείωση δική μου»), την εκκλησία και την κοινωνική επανάσταση. Η πρώτη αποτελεί την αποκτήνωση του σώματος, ενώ η δεύτερη του μυαλού. Μόνο η κοινωνική επανάσταση αποτελεί πραγματική ελπίδα. Η συμμετοχή του Μπακούνιν στην Πρώτη Διεθνή ήταν αποτέλεσμα της πεποίθησης ότι η κοινωνική επανάσταση δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά αποτελεί συνειδητή απελευθερωτική πράξη που πρέπει απαραιτήτως να είναι οργανωμένη. Γι’ αυτό και προέτρεψε του αναρχικούς να μετέχουν ενεργά στο εργατικό κίνημα, ασχέτως αν ήταν εργάτες ή αγρότες (μια βασική διαφορά από τον Μαρξ, ο οποίος θεωρούσε τον βιομηχανικό εργάτη ως το μόνο επαναστατικό υποκείμενο). Η πεποίθηση αυτή, καθώς και η απόρριψη του κοινοβουλευτισμού (ως μορφή πάλης), τον έφερε σε αντιπαλότητα με τους μαρξιστές, καθώς τον θεωρούσε ως ένα εργαλείο της αστικής τάξης για να επιβληθεί στους καταπιεσμένους. 
Κατά τον 19ο αιώνα, οι αναρχικοί στην πλειονότητα συμμετείχαν στο αναδυόμενο κίνημα της εργατικής τάξης και αρχικά υποστήριξαν μια γενική σοσιαλιστική φιλοσοφία. Στην εποχή τους ο καπιταλισμός γίνονταν αντιληπτός με τους εξής ταξικούς όρους: υπήρχε μια «άρχουσα τάξη», η οποία εκμεταλλευόταν και καταπίεζε τις μάζες.

Ωστόσο, οι αναρχικοί δεν ερμήνευαν την έννοια της «άρχουσας τάξης» σύμφωνα με τη μαρξιστική αντίληψη και με στενούς οικονομικούς όρους, αλλά θεωρούσαν ότι περιλάμβανε όλους εκείνους που έλεγχαν τον πλούτο, την εξουσία ή τα προνόμια στην κοινωνία. Περιελάμβανε δηλαδή βασιλείς και πρίγκιπες, πολιτικούς και κρατικούς αξιωματούχους, δικαστές και αστυνομικούς, ιερείς και επισκόπους, όπως επίσης βιομηχάνους και τραπεζίτες. Ο Μπακούνιν υποστήριξε πως σε κάθε ανεπτυγμένη κοινωνία μπορούν να αναγνωρισθούν τρείς κοινωνικές ομάδες: Μια ευρεία πλειοψηφία που είναι θύμα εκμετάλλευσης, μια μειοψηφία που επίσης αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης αλλά που με τη σειρά της εκμεταλλεύεται άλλους στον ίδιο βαθμό και, τέλος, μια μικρή μειοψηφία από «νέτους σκέτους εκμεταλλευτές και καταπιεστές, οι οποίοι απαρτίζουν την «ανώτατη άρχουσα τάξη».

Ως κοινωνικό κίνημα, ο Ιστορικός Μείζων Αναρχισμός ταυτίστηκε με τους φτωχούς και του καταπιεσμένους, επιδιώκοντας την πραγματοποίηση μιας κοινωνικής επανάστασης στο όνομα των μαζών που έπεφταν θύματα της εκμετάλλευσης. Στην επανάσταση αυτή, τόσο ο καπιταλισμός, όσο και ο κράτος θα εξαλείφονταν ολοσχερώς. Αντιλαμβάνεται κανείς λοιπόν γιατί η δικτατορία του προλεταριάτου αποτελούσε για τους αναρχικούς ένα εξίσου «απεχθές ιεραρχικό σύστημα». Αυτό κυρίως για δυο βασικούς λόγους, καθώς σήμαινε την επιβολή μιας μειοψηφίας και αν αναλογιστούμε ότι σύμφωνα με τον Μαρξ προλεταριάτο ήταν μόνο οι εργάτες, αυτό αυτομάτως απέκλειε μερίδα πληθυσμού –εργαζομένων ή μη- που δεν πληρούσαν τους όρους. Στη δικτατορία αυτή ο Μπακούνιν διέβλεπε την ανάδυση μιας νέας αριστοκρατίας και τη δημιουργία ενός εξουσιαστικού κράτους με διαφορετικό όνομα.

Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι στην ουσία «το προλεταριάτο» δεν θα μπορέσει να ηγηθεί της «δικτατορίας» του, αλλά θα κυβερνηθεί από αυτήν διαμέσου λίγων και εκλεκτών. Κάτι που επιβεβαιώθηκε αργότερα με τον Λένιν και το καθεστώς του. Συνεπώς, η εναντίωση του Μπακούνιν στο «εργατικό» κράτος δεν είχε να κάνει με την οργάνωση ή την υπεράσπιση της επανάστασης όπως επικαλούνται οι μαρξιστές. 
Η βασική ένσταση του ήταν στο ζήτημα της εξουσίας και της επιβολής της. Εφόσον ο απώτερος στόχος είναι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης, τότε το κράτος θα πρέπει να καταργηθεί. Εφόσον υπάρχει κράτος, θα συνεχίσουν να υπάρχουν εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι. Γι’ αυτό και οι αναρχικοί αρνούνται ακόμα και στην φάση του επαναστατικού μετασχηματισμού, την ύπαρξη «μεταβατικών» κυβερνήσεων.

Το όραμα του Μπακούνιν εμπεριέχει την κατάργηση του κράτους και, ταυτόχρονα, την ανατροπή του καπιταλισμού. Η ελεύθερη κοινωνία που οραματιζόταν είχε συλλογική ιδιοκτησία και οργάνωση μέσω ελεύθερων αγροτικών και κοινωνικών ενώσεων. Γι’ αυτό, εκτός από οικονομική η επανάσταση θα πρέπει να είναι ταυτόχρονα πολιτική και κοινωνική. Η νέα κοινωνία κατά τον Μπακούνιν θα πρέπει να οργανωθεί από την βάση, από την κοινότητα (κομμούνα). Στη συνέχεια, η οργάνωση προχωράει σε ένα επόμενο συλλογικό επίπεδο που είναι η φεντεραλιστική (ομοσπονδιακή) συνεργασία. Με τον τρόπο αυτό «εξασφαλίζεται η υλική και ηθική δυνατότητα του ανθρώπου να αναπτύξει την ανθρώπινη φύση του» Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε ότι ο Μπακούνιν δεν χρησιμοποιεί στα γραπτά του την λέξη άτομο (individual) αλλά άνθρωπος (human). Είναι πασιφανής η επιδίωξη του για την κατάργηση όλων των εξουσιαστικών σχέσεων ως βασικό απαιτούμενο για αυτή την ανάπτυξη, ένα ενδελεχές και διακριτό στοιχείο του Αναρχισμού ως ιδεολογία. 


Φυσικά, ο Μπακούνιν δεν ήταν μια άγια και άσπιλη προσωπικότητα. Όπως όλοι οι άνθρωποι είχε τα αρνητικά και τα πάθη του. Ένα από αυτά είναι η απέχθεια του απέναντι στους Εβραίους και τους Γερμανούς ως προϊόν των κοινωνικών αναπαραστάσεων της εποχής του. Ένα άλλο ήταν οι συμμετοχή του σε μυστικές εταιρείες σε επίπεδο που τροφοδοτεί τη συνωμοσιολογία και σίγουρα αποτελεί βασική αντίφαση στο λόγο του. Ωστόσο, αυτά δεν μειώνουν την σημασία του στην ανάπτυξη της αναρχικής θεωρίας. Σε αντίθεση με άλλες «επιστημονικές» ιδεολογίες και ακριβώς επειδή οι αναρχικοί δεν είναι οπαδοί κανενός (γι’ αυτό και δεν υπάρχουν «Μπακουνινστές»), μπορούν να κατανοήσουν την ιδιοσυγκρασία αλλά και να απορρίψουν τις ιδέες ακόμα και των πιο σεβαστών αναρχικών. Κι αυτό διότι δεν υπάρχουν θέσφατα.

Αρκετοί αναρχικοί θεωρούν ότι κάποιες από τις ιδέες του Μπακούνιν ήταν λάθος, αλλά σε καμία περίπτωση αυτό δεν μειώνει τη σημασία του έργου του στην ανάπτυξη του Αναρχισμού τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη. Και πώς άλλωστε να γίνει αυτό αφού σε μια εποχή που το κράτος και η εξουσία αντεπιτίθενται ενάντια στον άνθρωπο, ο λόγος του Μπακούνιν είναι αληθινός και όχι ξεπερασμένος επειδή «αληθινοί επαναστάτες είναι εκείνοι που δεν έχουν να χάσουν τίποτε». Σε μια εποχή κατακερματισμού της ζωής πίσω από τα ιδεολογήματα της συναίνεσης και του εθνικιστικού φαντασιακού, αλλά και της ανάθεσης, ο Μπακούνιν συνεχίζει ως φάρος να επισημαίνει το αυτονόητο: ότι «από την ελευθερία δεν μπορείς να κόψεις ούτε ένα κομματάκι, γιατί όλη η ελευθερία συγκεντρώνεται αμέσως μέσα σ’ αυτό το κομματάκι» διότι «η ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο και αδικία. Ο σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι υποδούλωση και βαρβαρότητα».

Σε ένα κόσμο που συνεχίζει να βρίσκεται σε αναβρασμό, με την αδικία να επανέρχεται αδίστακτη όσο ποτέ και σε μια περίοδο που ο εθνικισμός, ο φονταμενταλισμός και το κράτος επιβάλουν μια κατάσταση ανάγκης, όταν η ιστορία όπως και οι αναρχικές ιδέες είναι αναπόσπαστο κομμάτι εκείνων που μάχονται για την χειραφέτηση όλων των ανθρώπων, ο λόγος του Μπακούνιν θα επισημαίνει ότι ένα πράγμα είναι το μόνο σίγουρο: η αλήθεια δεν βρίσκεται ούτε στον λόγο του Θεού ούτε στου αφέντη, αλλά πάντα μέσα σε αυτόν που εξεγείρεται ενάντια σε κάθε εξουσία. (Ο Μπακούνιν παραμένει πάντα επικίνδυνος, απόδειξη ότι η βραζιλιάνικη αστυνομία 143 χρόνια μετά τoν θάνατο του προσπαθεί ακόμα να τον συλλάβει… Δεν θα τα καταφέρει!)

Βιβλιογραφία

• Avrich, Paul. Anarchist Portraits (Princeton: Princeton University Press, 1988).

• Barer, Shlomo. The Doctors of Revolution (London: Thames and Hudson, 2000).

• Carr, E.H. Michael Bakunin (New York: Octagon Books, 1975).

• Crowder, George. Classical Anarchism: The Political Thought of Godwin, Proudhon, Bakunin, and Kropotkin (Oxford: Oxford University Press, 1991).

• Joll, James. The Anarchists (London: Eyre & Spottiswoode, 1964).

• Marshall, Peter. Demanding the Impossible: A History of Anarchism (London: Fontana Press, 1993).
• Morris, Brian. Bakunin: The Philosophy of Freedom (Montréal: Black Rose Books,1993).

• Nettlau, Max. Writings on Bakunin (London: Carl Slienger, 1976).

• Woodcock, George. Anarchism: A History of Libertarian Ideas and Movements (Harmondsworth: Penguin Books, 1975).

• Woodcock, George, ed. Anarchism and Anarchists (Kingston: Quarry Press, 1992).

*Ο Αργύρης Αργυριάδης αφού πρώτα έζησε την συγκλονιστική εμπειρία της συναυλίας του Rory Gallagher στην Νέα Φιλαδέλφεια το 1981 έκτοτε, από μικρή ηλικία τρέχει στα στενά των Εξαρχείων, πιστός στην Ιδέα της ελευθερίας, παραμένει πάντα καταληψίας «τρελός και ευτυχισμένος», υπερασπιστής του Ιστορικού Μείζονος Αναρχισμού και μέλους του Ενός Δυνατού Συνδικάτου. Μισό αιώνα μετά την γέννηση του, έχει αφιερώσει τις σπουδές του στην ιατρική, την ψυχιατρική και την ψυχολογία στον αγώνα για την κοινωνική χειραφέτηση. Όταν δεν διαβάζει επικίνδυνα βιβλία, δεν ακούει παράξενες μουσικές ή να γράφει ακατανόητες ιστορίες στο merlin's, συμμετέχει σε Αυτοργανωμένες Συλλογικότητες Υγείας,συνελεύσεις, πορείες και δράσεις διότι τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα.

international / history of anarchism / review Friday July 05, 2019 07:47 byJosé Antonio Gutiérrez D.

This is, above all, a history of the anarchist movement from the perspective of those who were at the centre of its development, their voices recovered through a careful and extensive research of conference proceedings, journal articles, memoirs, etc. Altogether, this is a prime example of historical work which is not backward-looking, but forward-looking, bringing history back to life in order to feed contemporary agitated conversations, encounters and debates.


“Anarchist Perspectives in Peace and War 1900-1918” by A.W. Zurbrugg (London: Anarres Editions -Merlin Press, 2018)

A.W. Zurbrugg has edited and worked on some very interesting contributions on historical anarchism: his selection of Bakunin’s texts and his book on anarchists’ impressions on the Russian Revolution, had both been reviewed in anarkismo.net before and I absolutely recommend them to anyone interested in anarchism. Now Zurbrugg comes back with a more ambitious project: an international historical recount of anarchism in the 20th century in four volumes, of which the first one was published under the title “Anarchist Perspectives in Peace and War 1900-1918”.

So what’s different in this attempt at an international history of anarchism from others? This is, above all, a history of the anarchist movement from the perspective of those who were at the centre of its development, their voices recovered through a careful and extensive research of conference proceedings, journal articles, memoirs, etc. He doesn’t uncouple theory from practice –as in the famous Daniel Guérin anthology, Anarchism, in which theory and practice are treated as separable entities. On the contrary, Zurbrugg is interested in ideas as long as they spring from organisational practices and debates. This historical recount of anarchism is not as concerned with utopianism as it is with the development of ideas through practical engagement. As such, his approach to anarchism is eminently materialist, not based on immaculate ideal definitions but on the experiential dimension of anarchism as a movement. His view is also less canonical than that contained in works such as Van der Walt and Schmidt’s Black Flame, for he accepts contradiction as inherent in the dynamic and evolving process of the definition of a movement in motion. In his own words,

‘anarchism’ was not the result of some a priori theory, although no doubt revolutionaries were certainly influenced by several past theories; rather, ‘anarchism’ evolved and was defined in practice by the choices women and men made to join this or that workplace movement, or protest, stressing certain choices and perspectives. It was not one immutable doctrine, it was a set of mixed and agitated conversations, encounters, debates, reflections and synthesis, coming together at one moment and evolving. Out of these conversations there emerged strands of federalist and decentralised socialism (p.6).


I can’t think of a more useful –and at the same time, less canonical- definition of anarchism ever produced, which squarely places anarchism in a broader socialist tradition. Needless to say, his views of anarchism evolving as a ‘synthesis’ are not to be conflated with the idealist project of a ‘synthesist anarchism’ produced by Voline and his associates; while they referred to anarchism as deriving from distinctive ideal currents (individualism, communism and syndicalism), Zurbrugg refers to the synthesis of ideas emanating from practical engagement.

These ideas circulated mostly through publications. Anarchism had a flourishing press in the period covered by this book. Hundreds, if not thousands, of papers and pamphlets were produced in a multitude of languages all over the world. These papers, before the era of internet, were the means by which anarchists of various persuasions and continents stayed in touch with one another, made their ideas circulate, debated and took home practical ideas. But not only ideas circulated through the papers and through written propaganda; anarchists attempted to organise international networks and organised conference, such as the London conferences of 1896 and 1913 which are covered in this book, or the Amsterdam conference of 1907. On this occasions, anarchists from different persuasions and countries debated about some of the most pressing issues of the time, about the objectives and the methods of their movement, and on a variety of social, economic, and philosophical issues. Another source of circulation of ideas were migrants and refugees, who formed anarchist groups, circles and unions wherever they went, liaised with other anarchists in their countries of origin, and tried to keep an international –not only in outlook or spirit, but above all, in practice- movement to challenge am equally globalised unjust social system. Papers and their editors were persecuted and censored; conferences were often subject of close surveillance, banned and delegates prevented from reaching them; and migrants were extensively persecuted, deported, and subject to repressive ‘alien acts’. Although repression took a heavy toll on the anarchist movement at the turn of the century, it still managed to fight back.

This first volume is concerned with a period (1900-1918) marked in Europe by the escalating militarisation, growing conflicts over boundaries and the scramble for the colonies, and the entrenchment of toxic nationalistic jingoism. But this spirit also reached across the Atlantic Ocean to the American continent, and one may say, through the colonial tentacles of the European powers to every single continent in the world. This is the backdrop against which the anarchist movement had to organise, struggle and respond to. They tried to do so to the best of their ability and they did so across the globe. However, the scope of the book is limited to mostly to urban movements in Europe, the USA and Latin America (mostly, but not exclusively, Argentina and Cuba). A truly global history of anarchism, in both towns and countryside, is beyond the capacity of any individual; and yet, in spite of this limitation, the method of following the circulation of ideas through the press, congress resolutions and manifestos, works exceedingly well. Instead of focusing on anecdotes or minute details about the anarchist movement in many countries, Zurbrugg follows the trends as they developed in the movement in response to global challenges. This in itself is a remarkable achievement.

Naturally, the rise of militarisation, colonialism, and jingoism, dominate much of the debates of these anarchists, together with other issues such as the unity of action of the socialist movement and the labour movement. The volume is thus organised in two parts. A much larger part called ‘peace’, that is, the period before the outbreak of the Great War of 1914 –a period which can be hardly described as of peace in any meaningful sense of the word, being the period when all the causes leading to the mass slaughter of the 1910s were being incubated. And a much shorter part called ‘war’, in which the book deals with the perspectives and responses of anarchists in the face of the Great War, a fateful event to which they were proved to be ill-prepared and which seemingly took them by surprise to the point that the French anarchist paper Les Temps Nouveaux claimed, a week after war between France and Germany broke out, ‘what we had refused to believe until the last moment is now an accomplished fact. War has been unleashed’ (p.158). It is not that they didn’t see such a scenario coming: they fatally overestimated their own strength (with most unions claiming that they would call for a General Strike if war broke, a scenario which didn’t materialise when war actually stormed Europe) and the internationalist feelings of the European working class. If they were slow to realize about the seriousness of the situation they were facing in the advent of the Great War, they showed far more prescience about the fact that this first war would necessarily lead to another deadlier conflagration. In the words of Malatesta, ‘it is most probably that there will be no definite victory on either side. After a long war, an enormous loss of life and wealth, both sides being exhausted, some kind of peace will be patched up, leaving all questions open, thus preparing for a new war more murderous than the present’ (p.181).

While the anarchist and syndicalist movement took a decisively anti-war and internationalist perspective, the reformist labour movement and the social-democracy took a lukewarm approach to internationalism and refrained to condemn militarisation experienced in Europe way before the Great War broke. The French CGT, the most significant revolutionary union of the time together with the US IWW, were at the foremost of anti-militarist propaganda, and tried to call for coordination of action between the working classes of potential warring countries, facing the opposition of the German social-democratic labour movement who dismissed their attempts. In reality, this showed how the parliamentary left, as long as they saw themselves as having a stake in their national-State, became progressively identified with the elites’ agenda. When war materialised, they just followed their leaders and respective governments and rolled the drums of war. However, the CGT was unable to react, since they didn’t prepare for a scenario in which they, a French organisation, wouldn’t have a significant German counterpart to oppose the war with and practice internationalist working class solidarity. This major flaw, together with overestimating their own forces and their capacity to call for a General Strike in the event of war, proved fatal, and the organisation backed from their rhetorical anti-war position to a mild justification of the French government claiming that theirs was a “defensive war”. Pierre Monatte and other staunch revolutionary syndicalists reacted in disgust and distanced themselves from these positions, while anti-war activism was seriously repressed and persecuted.

Anarchist anti-militarism, although it found a common ground with the pacifist movement, differed with the latter in important respects. The former, didn’t simply advocated ‘peace’ but they advocated revolution. Their goal was to turn the crisis caused by war into a generalised struggle of the oppressed against their oppressors. As such, the accusation of the veteran anarchists (headed by none other than Kropotkin) who signed the so-called “Manifesto of the Sixteen” in support of the supposedly ‘progressive’ France against ‘autocratic’ Germany, who claimed that ‘talk of peace at this moment would be playing the game of the Bülow’s German ministerial party and its allies’ (p.179) was completely misplaced. The real problem for the vast majority of anarchists who rejected taking sides on behalf of any State in the face of war, in my opinion, was that they were seriously ill-prepared to oppose in practice and to turn any war between States into a war between classes. In spite of their best intentions, the sincerity of their convictions, and the intensity of their agitation, the anarchists were too disorganised to be able to challenge effectively the course of events. Their attempts to form an international coordination, networks or federations, came to nothing but the formation of corresponding bureaus, at best. While talking much about organisation in their propaganda (see for instance the writings of Malatesta), this talk rarely translated into solid organisational work in practice. As mentioned by Zurbrugg, there was no secure foundation for international federations ‘in the absence of a regular pattern of regional, national and international anarchist congresses’ (p.113) which meant that the far better organised Social-Democracy prevailed in the international socialist and labour movement. Thus, they lacked the organisational resources and solid international bridges which could have effectively challenged the haunting spectre of war over Europe, and then to capitalise the deep discontent left in the wake of war, which translated into (mostly unsuccessful and aborted) mutinies, uprising, and revolutions.

This organisational failure of anarchism, led many anarchists to turn to revolutionary unionism or syndicalism from the 1890s, which the veteran anarchist James Guillaume saw as the continuation of the work of the anti-authoritarians in the International Workingmen’s Association. The relationship of anarchists with the revolutionary unions and with the labour movement more generally, was another point of contention within the broad anarchist movement: while the syndicalist sector claimed that the unions were sufficient as revolutionary tools, others –with Malatesta being probably the most visible of the critics- claimed that anarchists should also be organised in political organisations as anarchists, and that they should avoid ‘politicising’ the unions and work in mainstream and all unions bringing their programme. In 1907, in the Amsterdam conference, this debate was the most important discussion in the agenda. However, the debate was misleading. The real question was not the nature of the unions, or what should anarchists do in relation to unions in abstract; the real point was to understand the unions in context, in relation to the prevalent fighting mood of the working class in a particular region or country, and the organisational resources available to anarchists to offer other alternatives. Without consolidated anarchist organisations, to turn away from revolutionary unions and to devote all efforts and energies to working in mainstream unions would have deprived anarchists of any effective influence in the current events at the time. Irrespective of one’s opinions in the union/anarchist debate, the incontrovertible truth is that, if anarchism had any historical significance at the turn of the 20th century was mostly because of their work in militant labour organisations. As put forward by Zurbrugg, in this debate, ‘Malatesta missed the spot: the USI (ie. Italian revolutionary union) had evolved out of real frustration and the failure of the CGL (ie. Italian reformist union) to support action, and those who joined the USI had chosen something beyond the CGL’ (p.117). Theoretical preferences for this or that type of union, in other words, shouldn’t take precedence over the general mood of the working class or a sound understanding of developments on the ground. Moreover, any serious criticism of the revolutionary unionist strategy should have gone hand in hand with the development of something else being offered alternatively by the ‘pure anarchists’, so to speak.

Alas, it is this alternative which was not properly worked about. The tragic lack of solid anarchist organisations, no doubt, didn’t help anarchists make a far bigger impact to prevent the bloodshed of the Great War and to turn this event into a full-scale revolutionary offensive. But it also could be detrimental at a more local level, as Malatesta himself acknowledged: ‘It’s good, when our propaganda obstructs the people sending to parliament socialists or republicans (…), if we have the capacity, with those we have wrenched away from electoral fetishism, to facilitate them becoming active and conscious fighters for true and complete liberation. If not, we would, and will, serve the interests of conservatives and the monarchy’ (p.28). Anarchist tactics, without an anarchist strategy and organisational capacity, could be easily capitalised by precisely some of their worst enemies. This is an extremely important lesson which should be carefully considered by committed anarchists today, and which Malatesta didn’t fully comprehend. In another article, he recommends that anarchists ‘should be in the front rank when it came to a fight, but when it came to negotiations with the bosses or authorities they should not take the lead’ (p.118). This attitude is not only self-defeatist but dangerous: so what if the negotiators call for strengthening discrimination against migrant workers or against women? Malatesta put forward these ideas at a time when unions in many countries, like the US, called for restrictions to Asian workers in particular, or at a time when, even in the French CGT, it was a prevalent idea that women should stay out of the workforce because they exercised negative pressure over salaries. As such, to claim that anarchists should not take a lead in negotiations could lead to disaster, particularly if anarchists had been at the forefront of struggle. The real question, again, was what sort of leading role should anarchists adopt and how those roles derived from clear organisational structures and mechanisms which gave full control to the rank and file?

However, if the anarchist thought during this period seems inadequate to address some crucial organisational issues, it was far-sighted on other subjects. One remarkable aspect which is clear in Zurbrugg’s work is how anarchist prefigured many of the current battles across the globe over a century ago: struggles for women’s self-determination at a time when discussion on abortion or contraception was considered obscene and could lead to heavy fines or terms in prison even. This was not only a debate taking place in the USA or in Europe; important papers such as La Voz de la Mujer in Argentina proved the debate was bot one confined to the so-called advanced capitalist countries. Struggles even for participatory budgets could be traced back to anarchist discussions: in 1896, an international congress of anarchists and syndicalists, meeting in parallel to the conference of the Second International in London, proposed that while the State was not abolished, ‘communal mass meetings should meet and vote on budgets, war credits and taxation’ (p.18). This idea was part and parcel of the syndicalist emphasis in disputing the State on the economic field, way before the Brazilian PT came with these ideas in Porto Alegre in the late 1980s. The anti-militarism of the anarchists and their transformational ethos linked to anti-militaristic campaigns, challenging colonialism, imperialism, the militarisation of society, and the rise of domestic repression which accompanies war, also prefigured some of the radical anti-war movements in the world from Vietnam, to Iraq. Finally, unlike the entrenched racism and chauvinism of many social-democratic movements and parties, which favoured racially segregated unions in places such as South Africa or Australia, or which lent credence to the ‘civilising mission’ of European powers, anarchists and revolutionary unionists tended to have a radical commitment to anti-colonialism and racial equality which was well ahead of its time. Of course, there were exceptions to the rule and it is possible to find casual racism in the anarchist press at the time, or lack of sympathy with the plight of colonised peoples on occasion. Sometimes, migrant communities failed to reach native populations and were ghettoised –but this was equally true for many Spaniards in Cuba, or for Italians n Egypt, as it was for the French in the UK. By and large, anarchists were uncompromising enemies of colonialism, they rejected the civilisation/savage dichotomy which underpinned the Age of Empire, and they generally advocated working class unity regardless of creed and race –which as truly revolutionary at the time. In the highly segregated US society, the IWW played a very inspiring role in this respect.

One flaw of the book is that it lacks a conclusion chapter. The immense wealth of reflections and topics touched upon throughout the book, as well as the critical issues here raised, required a conclusion to summarise and synthesise some key questions for the reader. To be sure, this was merely the first chapter of an ambitious project consisting of four volumes and I imagine that the author is saving the concluding remarks for the last volume. However, I would suggest that in the next two volumes, the author includes a concluding chapter. The ending is abrupt and leaves the reader with the impression that something was missing in order to wrap up an otherwise brilliant contribution to anarchist studies.

Altogether, this first volume is a prime example of historical work which is not backward-looking, but forward-looking, bringing history back to life in order to feed contemporary agitated conversations, encounters and debates. I am looking forward to the next three volumes of Anarchist Perspectives: the second volume ‘Syndicalism, Revolution and Fascism 1917-1930’, the third volume ‘Revolution in Spain 1931-1939’, and the fourth volume which will deal with anarchists perspectives after the Second World War. Judging by this first volume, they will all have much to say which is significant and of relevance for socialists and revolutionaries today.

José Antonio Gutiérrez D.
3 July, 2019

Ελλάδα / Τουρκία / Κύπρος / Αναρχικό κίνημα / Αφιέρωμα Friday July 05, 2019 06:07 bymⒶnifesto & Ανθός
featured image
Image Caption Goes Here

Όποιος κι αν διαχειρίζεται την πολιτική εξουσία. Το «φως», δηλαδή το συμφέρον της τάξης μας δεν είναι η ανάθεση των ζωών μας σε επίδοξους σωτήρες και εμπόρους ελπίδας. Το μέλλον μας είναι η κοινωνική και ταξική μας χειραφέτηση, είναι να σπάσουμε τα δεσμά του σύγχρονου φασισμού. Για να πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας, για την κατάργηση κάθε συστήματος εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Διεθνή / Ιστορία (γενική) / Ανακοίνωση Τύπου Thursday July 04, 2019 17:06 byπαναγιωτης ξηρουχακης

O ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΑΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

περιεχεται στο zero geographic 25
http://www.mediafire.com/file/ag87nn2st0sdgcj/zero+geographic+25+j.pdf

O ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΑΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.Η ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΣΤΟΝ 1ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

του Παναγιώτη Ξηρουχάκη

«Φέρτε τα τουφέκια που κατασκευάσατε στους δρόμους και τα οδοφράγματα. Αφήστε όλες τις δυνάμεις του προλεταριάτου να εξεγερθούν και οπλίστε τις. Βάλτε ένα τέλος, με τη δύναμη των όπλων, στη συστηματική καταστροφή της ανθρώπινης φυλής. Προλετάριοι! Υψώστε τώρα τα τσεκούρια σας, τις αξίνες σας, τα οδοφράγματά σας, την κοινωνική επανάσταση! Προλετάριοι στρατιώτες, λιποτακτήστε! Εάν πρέπει να παλέψετε, κάνετέ το ενάντια σε εκείνους που σας καταπιέζουν! Ο εχθρός σας δεν είναι στα αποκαλούμενα σύνορα, αλλά εδώ. Προλετάριες γυναίκες, εξεγερθείτε! Εμποδίστε την αναχώρηση των αγαπημένων σας! Ας είσαι εσύ, εργάτη του εργοστασίου και της γης, ο συνειδητός και ο ισχυρός, ας είσαι εσύ που θα αφήσεις κάτω τα εργαλεία και θα φωνάξεις: Αρκετά! Όχι άλλο! Εμείς οι εργάτες δεν επιθυμούμε πλέον να κάνουμε τουφέκια που φέρνουν το θάνατο στους αδελφούς μας που αγωνίζονται και υποφέρουν».

(ΜΠΡΟΣΟΥΡΑ ΙΤΑΛΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ[1])

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η αφορμή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου υπήρξε η εκτέλεση του διάδοχου του θρόνου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας Φραγκίσκου Φερδινάνδου στο Σεράγεβο από το νεαρό Σερβοβόσνιο Γκαρβρίλο Πρίνσιπ, μέλος της οργάνωσης “Μλάντα Μπόσνα” (Νέα Βοσνία). Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη είχε προσαρτηθεί επίσημα στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία το 1908, ενώ το 50% του πληθυσμού της ήταν Σερβοβόσνιοι (Χάουρντ, 2006). Το αλυτρωτικό όμως αίσθημα της απελευθέρωσης από την Αυστροουγγαρία και της ένωσης με τη Σερβίας ήταν πολύ ισχυρό (Φεργιουσον,2006) και ο διάδοχος θα το πλήρωνε με τη ζωή του, καθώς εκτελέστηκε από μία οργάνωση, τη Νέα Βοσνία που είχε σκοπό την αποτίναξη του Αυστροουγγρικού ζυ

Μετά την κήρυξη του πολέμου στη Σερβία από την Αυστρουγγαρία οι εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες (Χάουρντ, 2006).Η μία μεγάλη δύναμη κήρυξε τον πόλεμο στην άλλη με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η ανθρωπότητα σε ένα μεγάλο παγκόσμιο πόλεμο. Σε αυτόν τον πόλεμο, που τελικά ονομάστηκε πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, τα στρατόπεδα ήταν δύο. Από τη μία η Αντάντ (την οποία αποτελούσαν η Βρετανική αυτοκρατορία, η Ρωσία, η Γαλλία και αργότερα η ΗΠΑ, η Ρουμανία, η Ιταλία και η Ελλάδα) και από την άλλη οι κεντρικές δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Βουλγαρία και Οθωμανική αυτοκρατορία). Αιτίες του πολέμου βέβαια δεν ήταν η πιθανή ανάμειξη της Σερβίας στην εκτέλεση του διαδόχου (όπως επικαλέστηκε η Αυστροουγγαρία για να κηρύξει τον πόλεμο στη Σερβία) αλλά αντίθετα οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί. Σχεδόν κανείς από τους πολιτικούς ηγέτες και τους στρατιωτικούς όμως δεν περίμενε πως αυτή η σύγκρουση θα εξελισσόταν σε ένα γενικευμένο παγκόσμιο πόλεμο με 8,5 εκατομμύρια νεκρούς στα πεδία των μαχών (Φεργκιουσον,2006).

Ο πόλεμος εξελίχθηκε σε πραγματική σφαγή καθώς εξαιτίας της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής και της τεχνολογίας (Χάουρντ, 2006) ξεπεράστηκαν οι παλιότερες στρατιωτικές τακτικές (χρήση ιππικού, έφοδοι με ξιφολόγχες κλπ) ,ενώ εισήρθε στη σκηνή το νέο τεχνολογικό βιομηχανικό οπλοστάσιο: χρήση τρένων για μαζικές μετακινήσεις στρατού, μαζική ρίψη οβίδων από το πυροβολικό, χημικά αέρια, πυροβόλα, χρήση αεροπλάνων, τανκς κλπ.

Σε όλες τις μεγάλες συγκρούσεις η ιδεολογία παίζει σπουδαίο ρόλο. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του πρώτου παγκοσμίου πολέμου όπου διάφορα ανταγωνιζόμενα ιδεολογικά ρεύματα (κομμουνισμός, εθνικισμός κλπ) συγκρούστηκαν μεταξύ τους. Εκείνη την εποχή επίσης ο αναρχισμός υπήρξε πολύ δυνατό και πολυπληθές κίνημα που σε κάποιες χώρες μάλιστα επισκίαζε τα μαρξιστικά και λοιπά αριστερά κινήματα. Ένα τέτοιο δυναμικό κίνημα δε θα μπορούσε να μην επηρεάσει τις εξελίξεις που σχετίζονταν με τον πόλεμο και ειδικά με τις επαναστατικές διαδικασίες που αυτός ο πόλεμος προκάλεσε.

Στο πρώτο μέρος θα εξετάσουμε τη σχέση της αναρχικής «τρομοκρατίας» με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Στο δεύτερο μέρος θα παρουσιάσουμε τους αναρχικούς που υποστήριξαν τον πόλεμο και θα τονίσουμε την αντιφατικότητα αυτής της στάσης. Στο τρίτο μέρος θα παρουσιαστεί η αντιπολεμική δράση των αναρχικών αλλά και η συμμετοχή τους σε επαναστάσεις τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου, όσο και σε εκείνες που ακολούθησαν την λήξη του. Στο τελευταίο μέρος θα γίνει μία προσπάθεια να εξηγηθεί η στάση των αναρχικών στη διάρκεια του πολέμου αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν, ενώ θα γίνει μία προσπάθεια αξιολόγησης του ρόλου του αναρχικού κινήματος εκείνων των χρόνων.

Τελικά θα δείξουμε ότι η πλειοψηφία των αναρχικών διακρίθηκε για την αντιπολεμική και επαναστατική τους στάση. Στα χρόνια του πολέμου αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν (1918-1922) συμμετείχαν στις μεγάλες εξεγέρσεις και επαναστάσεις.

ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ “ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ”

Ξεκαθαρίζουμε αρχικώς ότι η έννοια της τρομοκρατίας είναι ιδεολογικά φορτισμένη. Για τους αναρχικούς τα κράτη είναι τρομοκράτες. Η εξουσία αντίθετα θεωρεί κάθε μορφής επαναστατικό κίνημα (εθνικοαπελευθερωτικό, κομουνιστικό, αναρχικό κλπ) που ασπάζεται τη βία εναντίον της σαν τρομοκρατικό. Τα πράματα γίνονται ακόμα πιο μπερδεμένα καθώς οι τρομοκράτες του χθες μπορούν να θεωρηθούν μετά από μια νικηφόρα επανάσταση σαν ήρωες από το νεοσύστατος κράτος και να επιβληθεί διεθνώς για αυτούς αυτή η πεποίθηση. Κάποιες περιπτώσεις παραμένουν όμως για πάντα αμφιλεγόμενες. Έτσι πχ στον διεθνή αστικό τύπο ακόμα και σήμερα γίνεται λόγος για τη δολοφονία του διαδόχου από τον τρομοκράτη Γκαβρίλο Πρίντσιπ με εξαίρεση τη σημερινή Σερβία που ο θεωρείται εθνικός ήρωας.

Μετά από αυτή την παρένθεση μπορούμε να παρουσιάσουμε τη σχέση του αναρχισμού με αυτό που η αστική τάξη της εποχής αποκάλεσε τρομοκρατία. Σε κάθε περίπτωση στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου αι. τα σχετιζόμενα με τον αναρχισμό βίαια κινήματα μπορούν να διακριθούν στο ρώσικο μηδενισμό και τα χτυπήματα που σχετίζονταν με την «Προπαγάνδα δια της Πράξης» (Laqueur, 1977). O ρώσικος μηδενισμός σαν κίνημα ανατροπής ασπάστηκε την «τρομοκρατία» σαν μέσο επίτευξης των σκοπών της επανάστασης. Επίσης ενώ δεν είναι ταυτόσημος με τον αναρχισμό σαν κίνημα συμπορεύτηκε μαζί του και αλληλοεπηρεάστηκε με αυτόν. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο Νετσάγιεφ υπήρξε σημαντικός ρώσος μηδενιστής, ο οποίος επηρέασε σε κάποια φάση μάλιστα και τον Μπακούνιν.

Απ’ όλα τα μηδενιστικά κινήματα το σημαντικότερο ήταν η Ναρόντναγια Βόλια (Tζολ,1975)που σκότωσε αρκετούς ρώσους υψηλά ιστάμενους. Τον Σεπτέμβριο του 1879, το επαναστατικό λαϊκό δικαστήριο της Ναρόντναγια Βόλια καταδίκασε τον τσάρο Αλέξανδρο ΙΙ σε θάνατο. Τελικά και μετά από δυο αποτυχημένες απόπειρες η επιτυχία ήρθε τον Μάρτιο του 1881. Συνεχιστές των ρώσων μηδενιστών υπήρξαν δύο δεκαετίες αργότερα οι Σοσιαλεπαναστάτες.

Ένα νέο κύμα «τρομοκρατίας « ξέσπασε (κυρίως από αναρχικούς και σοσιαλεπαναστάτες) μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους το Νοέμβριο του 1917 στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Κατά ένα μέρος στόχευε εναντίον των μπολσεβίκων (τραυματίστηκε και ο Λένιν σε μία τέτοια επίθεση) αλλά και εναντίον Γερμανών διπλωματών και στρατιωτικών, για να υπονομευτούν οι ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας.

Η αναρχική “Προπαγάνδα δια της Πράξης” κατά τη δεκαετία του ’90 του 19ου αιώνα αποτέλεσε το αποκορύφωμα της αναρχικής βίαιης δράσης (κυρίως με βομβιστικές επιθέσεις ,εκτελέσεις και ληστείες) στην Ευρώπη και είχε θιασώτες μεγάλη μερίδα του αναρχικού κινήματος. Οι αναρχικοί αυτής της τάσης πίστευαν ότι εκτελώντας κυβερνώντες έφερναν πιο κοντά τις μάζες στην επανάσταση. Σύμφωνα με την άποψη τους, ήταν πολύ σημαντικό να δουν οι μάζες ότι και οι μεγάλοι μπορούν να "γονατίσουν". Επίσης οι βόμβες των δεκαετιών του 1880 και 1890 ήταν η απελπισμένη αντίδραση στην απογοήτευση που επήλθε με την αιματηρή συντριβή της Κομμούνας και την καταστολή της Α΄ Διεθνούς. Μεταξύ λοιπόν των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του 70 του 19αι. και της δεκαετίας του 30 εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο η «Προπαγάνδα δια της Πράξης». Οι πιο σημαντικές εκτελέσεις ηγετών (από τις αρκετές που εκείνα τα χρόνια έγιναν και αποδίδονται στους αναρχικούς) είναι οι ακόλουθες: Το 1894 φονεύθηκε ο Γάλλος πρόεδρος Καρνό, το 1897 ο Ισπανός πρωθυπουργός Antonio Canovas , η αυτοκράτειρα των Αψβούργων Ελισάβετ το 1898 και ο Ιταλός βασιλιάς Umberto το 1900 (Laqueur, 1977). Στην Ελλάδα το 1912 φονεύθηκε ο βασιλιάς Γεωργίου Α’ από τον αναρχικό Σχινά. Στην Ισπανία η πολιτική βία γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση καθώς έγινε μέρος των συνδικαλιστικών (και αναρχοσυνδικαλιστικών) αγώνων. Ενδεικτικά αναφέρω ότι μια ομάδα που είχε συσταθεί μεταξύ άλλων και από τον Ντουρούτι (μετέπειτα ηγετική φιγούρα της CNT-FAI) σκότωσε τον Επίσκοπο της Σαραγόσα. Στις ΗΠΑ φονεύθηκε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ενώ πολιτικές εκτελέσεις από αναρχικούς είχαμε και στην Αργεντινή. Οι «Νέοι Βόσνιοι» είδαν στην πρακτική της εκτέλεσης τη ριζοσπαστική λύση που προσδοκούσαν στο πρόβλημα της κατεχόμενης Βοσνίας (Φεργκιουσον,2006).

Κάποιοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι πολιτικοί φόνοι που αναφέραμε δεν είχαν σημαντική επίδραση παρά μόνο αύξησαν την καταστολή. Η εκτέλεση όμως του διαδόχου εκείνη τη μέρα στο Σεράγεβο, έστω και αν ήταν η αφορμή και όχι η πραγματική αιτία ενός τόσο αιματοβαμμένου πολέμου, πυροδότησε σαρωτικές και ραγδαίες εξελίξεις.

ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΩΝ 16

Ο ρόλος της αριστεράς στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο δεν υπήρξε συνεπής με το αντιμιλιταριστικό πνεύμα που τη διέκρινε προπολεμικά. Στη Γερμανία για παράδειγμα οι περισσότεροι βουλευτές του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (με πιο εμφανή εξαίρεση τον αντιμιλιταριστή Καρλ Λίμπκνεχτ) υπερψήφισαν τον προϋπολογισμό για τον πόλεμο και έτσι συνηγόρησαν στην πολεμική προσπάθεια της χώρας τους (Harman,1997). Στη Ρωσία ο μαρξιστής Πλεχάνοφ τάχθηκε ανεπιφύλακτα στην πλευρά του Τσάρου. Στη Βρετανία το Εργατικό Κόμμα στήριξε την πολεμική προσπάθεια (Φέργκιουσον,2006). Δεν ήταν μόνο η αριστερά που τάχθηκε στην πλειοψηφία της υπέρ του πολέμου. Στη Βρετανία οι περισσότερες επιφανείς φεμινίστριες τάχθηκαν με την Αντάντ για να ηττηθεί , όπως υποστήριξαν η «φαλλοκρατική» Γερμανία αν και κάποιες σημαντικές φεμινίστριες τάχθηκαν ενάντια στον πόλεμο . Στο χώρο των πνευματικών ανθρώπων επικράτησε η ίδια κατάσταση. Ακόμα και ο διάσημος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας και ανθρωπιστής Χ. Τζ. Ουέλς τάχθηκε με την Αντάντ. Αντίθετα το κόμμα των μπολσεβίκων τάχθηκε ενάντια στον πόλεμο καθώς πίστευε ότι ο πόλεμος ήταν προϊόν του καπιταλισμού και δεν υπήρχαν στους αντιμαχόμενους καλοί ή κακοί παρά μόνο ιμπεριαλιστικά συμφέροντα.

Οι αναρχικοί τήρησαν σε γενικές γραμμές αντιπολεμική στάση όπως θα δούμε παρακάτω, με κάποιες όμως τρανταχτές εξαιρέσεις. Σημαντικότερη υπήρξε η υποστήριξη που παρείχε ο διάσημος και πολύ δημοφιλής αναρχικός εκείνης της εποχής Κροπότκιν στη Ρώσικη πλευρά. Ο Κροπότκιν ήταν ρώσος πρίγκιπας και αναγνωρισμένος γεωγράφος και περιβαλλοντολόγος, όπως επίσης ένας από τους θεμελιωτές του αναρχικού κουμμουνισμού. Μαζί με άλλους αναρχικούς υπέγραψε το «Μανιφέστο των δεκαέξι» (Avrich, 2005). Σε κόντρα λοιπόν με την πλειοψηφία των αναρχικών που ήταν ενάντια στον πόλεμο (Woodcock ,1990),ο Κροπότκιν και άλλοι αναρχικοί (κυρίως αναρχοκουμουνιστές αλλά και αναρχοσυνδικαλιστές) που είχαν παρόμοιες απόψεις υποστήριξαν στη σοσιαλιστική La Bataille το 1916 (όπου πρωτοδημοσιεύτηκε το μανιφέστο) ότι οι σύμμαχοι έπρεπε να αμυνθούν στην επιθετικότητα της Γερμανίας. Επίσης προέβλεπαν ότι σε περίπτωση ήττας της Γερμανίας, εκείνη θα κατάρρεε και θα ήταν πιο εύκολο σε αυτή τη χώρα να πραγματοποιηθεί η αναρχική επανάσταση (Woodcock 1990).

Σημαντικό είναι να γίνει κατανοητό ότι ο Κροπότκιν (Τζολ,1975)διακρινόταν σε πολιτισμικό επίπεδο από «αντιγερμανική» στάση όπως και άλλοι ρώσοι επαναστάτες (όπως πχ ο αναρχικός Μπακούνιν. Ο «αντιγερμανισμός» του Μπακούνιν ήταν παροιμιώδης ). Γενικά ο Μπακούνιν κατηγορούσε το γερμανικό πολιτισμό για υπερβολικό μιλιταρισμό. Ίσως μία από τις αιτίες αυτών των απόψεων του Μπακούνιν για τη γερμανική κουλτούρα, να ανιχνεύεται στην κόντρα αυτού με τον γερμανό Μαρξ (Τζολ,1975). Σε γενικές γραμμές ο Κροπότκιν θεωρούσε ότι η Γερμανία ήταν χώρα όπου κυριαρχούσε πολιτισμικά ο μιλιταρισμός και ο επεκτατισμός (Nettlau,1996). Αν τελικά επικρατούσε η Γερμανία στην παγκόσμια σκακιέρα του ιμπεριαλισμού, ο ολοκληρωτισμός της θα διοχετευόταν παντού απομακρύνοντας όλο και περισσότερο την ιδέα μίας αναρχικής και κοινωνικής επανάστασης.

Η πλειοψηφία των αναρχικών θεώρησε ότι ο Κροπότκιν πρόδωσε τα αναρχικά πιστεύω. Ο τελευταίος έτσι δέχτηκε οργισμένη κριτική (Avrich 2005). Άλλωστε το Φεβρουάριο του 1916 (πριν το «Μανιφέστο των δεκαέξι») είχε δημοσιευτεί ένα αντιπολεμικό μανιφέστο από επιφανείς αναρχικούς (Ρούντολφ Ρόκερ, Εμμα Γκόλνμαν, Αλεξαντερ Μπέργκμαν κλπ). Ο Κροπότκιν όμως πήγε κόντρα στην κυρίαρχη αντιπολεμική στάση των αναρχικών και προχώρησε μαζί με άλλους στη δημοσίευση του «Μανιφέστου των δεκαέξι». Στη συνέχεια ο Μαλατέστα (μεταξύ και άλλων πολλών) επιτέθηκε στην φιλοπόλεμη άποψη του Κροπότκιν (Nettlau,1996). Άλλοι αναρχικοί κατηγόρησαν τον Κροπότκιν για σοβινισμό και «αναρχοπατριωτισμό» (Avrich 2005). Τέλος οι μπολσεβίκοι κατηγόρησαν τον Κροπότκιν και την ομάδα για προδοσία της επανάστασης. Ήδη από το 1915 (πριν το μανιφέστο των 16)στο "Σοσιαλισμός και πόλεμος" ο Λένιν κατηγόρησε τον Κροπότκιν σαν υποστηρικτή της πλουτοκρατίας (Lenin,1984).

Μεγάλο θέμα αποτέλεσε το αν ο Κροπότκιν υπήρξε τελικά κρυφοσοβινιστής. Αυτό υποστήριξαν εκείνη την εποχή πολλοί πολιτικοί εχθροί του, όπως οι μπολσεβίκοι. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η τάση ξενίζει ειδικά αν τη συγκρίνει κάποιος με τη στάση ζωής του Μπακούνιν, ενός ανθρώπου που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του αναρχισμού. Ο Μπακούνιν λοιπόν αν και τα πρώτα χρόνια της επαναστατικής του δράσης ήταν οπαδός της σλάβικης επανάστασης, τελικά αναθεώρησε πολλές από τις απόψεις του.

Η αλήθεια είναι ότι ο Μπακούνιν διαμορφώνοντας την ιδεολογική του ταυτότητα (και εν μέρει τον αναρχισμό του οποίου θεωρείται σήμερα πνευματικός πατέρας) τελικά έγινε διεθνιστής. Για τον Μπακούνιν προτεραιότητα είχε η κοινωνική και ταξική επανάσταση και οραματιζόταν μία ανθρωπότητα που θα βασιζόταν στον αναρχικό φεντεραλισμό. Ακόμα όμως και στην αναρχική φάση της ζωής του, οι πατριωτικές εξεγέρσεις (Μπακούνιν,2000) που γινόταν εκείνα τα χρόνια σε διάφορα σημεία του κόσμου δεν τον άφηναν αδιάφορο. Τότε λοιπόν έδειξε ενδιαφέρον και για τα εθνικοαπελευθερωτικά ζητήματα αλλά προσπαθώντας να τα στρέψει προς την ταξική και διεθνιστική κατεύθυνση.

Μία πατριωτική εξέγερση λοιπόν δεν του έλεγε τίποτα αν δεν πλησίαζε στην πραγμάτωση της αναρχίας (Μπακούνιν,2007). Γιατί σκοπός του Μπακούνιν ήταν η τελική συναδέλφωση όλων των λαών σε μία ακρατική κοινωνία. Έτσι δεν τον ενδιάφερε η δημιουργία ενός νέου έθνους-κράτους μέσω μίας εθνικής επανάστασης και αγωνιζόταν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Πίστευε μάλιστα (όπως θα δούμε στη συνέχεια πιο αναλυτικά) ότι μία πατριωτική εξέγερση (που έλπιζε ότι θα εξελισσόταν σε αντικρατική) είναι δυνατή ενάντια στους Πρώσους, όταν οι τελευταίοι εισέβαλαν στη Γαλλία το 1870 και αγωνίστηκε προς αυτή την κατεύθυνση συμμετέχοντας στην αποτυχημένη εξέγερση της Λυών. Τελικά αυτή η πολιτική πεποίθηση του Μπακούνιν ήταν σωστή, τουλάχιστον στην περίπτωση του Παρισιού όπου ο παριζιάνικος λαός πράγματι εξεγέρθηκε το 1871. Καρπός αυτής της εξέγερσης ήταν η Παρισινή κομμούνα του 1871 (στην οποία ο Μπακούνιν δε μπόρεσε να πάρει μέρος) που πνίγηκε στο αίμα (Nettlau, 1996).

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, ο Μπακούνιν δεν υπήρξε σοβινιστής αλλά το αντίθετο. Σημαντικό επίσης γεγονός αποτελεί ότι στην αναρχική φάση της ζωής του, δεν υποστήριξε καμία από τις μεγάλες κρατικές οντότητες στις ενδοιμπεριαλιστικές συγκρούσεις της εποχής του (Μπακούνιν,2007). Εναντιώθηκε στην Πρωσία βέβαια στη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού πολέμου (1870-1871), αλλά αυτό το έκανε μετά την κατάρρευση του Ναπολέοντα και όταν οι Πρώσοι είχαν εισβάλει στη Γαλλία. Απώτερος σκοπός του Μπακούνιν ήταν να μετατρέψει μία ιμπεριαλιστική σύγκρουση σε ταξική εξέγερση. «Ο αληθινός πατριωτισμός είναι κατ’ ουσίαν διεθνής… Τα όρια της προλεταριακής πατρίδας διευρύνθηκαν σε βαθμό που περιλαμβάνουν τώρα το προλεταριάτο όλου του κόσμου» (Μπακούνιν,2007,σελ. 104).

Αντίθετα ο Κροπότκιν έδωσε την υποστήριξη του (έμμεση βέβαια ) στο Τσάρο. Τελικά ο φόβος του Μπακούνιν και του Κροπότκιν απέναντι στο γερμανικό ολοκληρωτισμό θα δικαιώνονταν με την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία. Αυτό που δε θα δικαιώνονταν (ειδικά στα μάτια των αναρχικών που αισθανθήκανε προδομένοι) είναι η υποστήριξη του Κροπότκιν στη Ρώσικη πλευρά σε ένα πόλεμο που στοίχισε τη ζωή σε εκατομμύρια φτωχούς ρώσους και οδήγησε στη ρώσικη επανάσταση και στην εκτέλεση του τελευταίου ρώσου τσάρου.

Να τονιστεί ότι η αντίθεση στον πόλεμο αυτόν δεν ήταν μία ακίνδυνη πράξη. Οι άνθρωποι που αντιστάθηκαν πολλές φορές διώχθηκαν ή και φυλακιστήκαν (Φεργιουσον,2006) ενώ αρκετοί χάσανε τη ζωή τους. Ενδεικτικά αναφέρω τον Μπεν Ράσελ που πλήρωσε με φυλάκιση την αντιπολεμική του στάση. Έτσι πολλοί αναρχικοί πλήρωσαν με φυλακίσεις και διωγμούς τις επιλογές τους (Προλετοκουλτουρ,2011).

ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΕΘΝΟΠΑΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Κάποιοι αναρχικοί τάχθηκαν υπέρ ή και πολέμησαν στον 1ο παγ. πόλεμο επειδή εκεί έβλεπαν τη δικαίωση των αλυτρωτικών τους απόψεων. Οι Νέοι Βόσνιοι ήταν μία επαναστατική κίνηση πριν το 1ο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν είχε ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους καθώς αλλά μέλη της υποστήριζαν τον πανγιουγκοσλαβισμό και άλλα τον πανσερβισμό (Φεργκιουσον,2006). Σήμερα από άλλες πηγές αναφέρονται σαν εθνικιστές και από άλλες σαν αναρχικοί. Στην πραγματικότητα είχαν επιρροές τόσο από εθνικιστικές όσο και από αναρχικούς θεωρητικούς (Pavlowitch, 2002).

Ας πάρουμε όμως τα πράματα από την αρχή. Τη χρονική περίοδο από τα μέσα περίπου του 19ου αι. μέχρι και τις αρχές του 20ου , όταν δηλαδή εμφανίστηκε σαν σημαντικό επαναστατικό ρεύμα ο αναρχισμός και διαμορφώθηκε η ιδεολογική του βάση, πολλοί αναρχικοί εμφορούνταν από αντιαυτοκρατορικές ιδέες και πολέμησαν σε διάφορες πατριωτικές εξεγέρσεις ενάντια σε αυτοκρατορικούς στρατούς (Tζολ,1975). Σημαντική υπήρξε και η επιρροή του Μπακούνιν που αποσκοπούσε στην μετατροπή των πατριωτικών επαναστάσεων σε ταξικούς (Μπακούνιν,2000) πολέμους.Ο Μπακούνιν στην αναρχική περίοδο της ζωής του, υποστήριξε μία μορφή προλεταριακού πατριωτισμού που θα αποσκοπούσε στην αποτίναξη του ξένου ζυγού, όχι όμως για να δημιουργηθεί ένα νέο έθνος-κράτος αλλά για να πραγματοποιηθεί η αταξική και ακρατική κοινωνία.

Σε αυτό το σημείο καλό είναι να θυμόμαστε ότι η έννοια του πατριωτισμού έχει αλλάξει νόημα με το πέρασμα του χρόνου. Στις μέρες μας συνήθως σημαίνει διαφορετικά πράματα για ανθρώπους με διαφορετικές ιδεολογίες . Η έννοια του πατριωτισμού είναι υποκειμενική και πολλές φορές από κάποιους ταυτίζεται με τον εθνικισμό . Και στα χρόνια του Μπακούνιν, ο πατριωτισμός είχε αρχίσει να σημαίνει διαφορετικά πράματα για τα διάφορα ανταγωνιζόμενα κινήματα. Έτσι η έννοια που του έδινε ο Μπακούνιν είναι και αυτή υποκειμενική και όχι απαραίτητα αποδεκτή από την πλειοψηφία (και του τότε αλλά και του σήμερα). Όπως και να έχει, ο Μπακούνιν, όπως ήδη υποστηρίξαμε, δεν υπήρξε σοβινιστής και αντιστρατευόταν τον εθνικισμό (Μπακούνιν,2007). Το ίδιο μπορούμε να πούμε για την πλειοψηφία των αναρχικών που πολέμησαν σε διάφορα επαναστατικά μέτωπα.

Έτσι δε θα πρέπει να παραβλέπεται η συνεισφορά αναρχικών που πολέμησαν σε διάφορες επαναστάσεις ενάντια στις αυτοκρατορίες στα τέλη του 19ου αι. Ο Αμιλκάρε Τσιπριάνι είναι μια τέτοια περίπτωση αναρχικού[2]. Ο Τσιπριάνι δραστηριοποιήθηκε μάλιστα και στην Ελλάδα. Το 1862 στην διάρκεια της αντιοθωνικής εξέγερσης βρισκόταν στην Αθήνα, καταδιωκόμενος από την αυστριακή αστυνομία. Ο Τσιπριάνι συμμετείχε στα γεγονότα του 1862 από την πρώτη στιγμή. Μάλιστα, στην περιοχή της Kαπνικαρέας, δημιούργησε με άλλους οδοφράγματα όπου για πρώτη φορά στον «ελλαδικό» χώρο κυμάτισε η κόκκινη σημαία. Στη συνέχεια συνελήφθη και απελάθηκε. Το 1868 συμμετείχε στην Κρήτη στην εξέγερση εναντίον στην τουρκική εξουσία.

Το 1897 βρέθηκε ξανά στην Ελλάδα, παίρνοντας μέρος ως εθελοντής στον ελληνοτουρκικό πόλεμο μαζί με άλλους Ιταλούς αναρχικούς. Μάλιστα στη μάχη του Δομοκού συμμετείχε και ομάδα αναρχικών. Επίσης την ίδια χρονιά, κάποιοι ιταλοί αναρχικοί είχαν πολεμήσει στην εξέγερση της Κρήτης που η έναρξη της προηγήθηκε (και που αποτέλεσε την αιτία )του ελληνοτουρκικού πολέμου. Όσοι αναρχικοί επαναστάτες2, κυρίως Ιταλοί, πολέμησαν ως εθελοντές στο Δομοκό και στην Κρήτη, το έκαναν γιατί πίστευαν ότι εκεί επικρατούσε λαϊκός ξεσηκωμός και όχι οργανωμένη από ανταγωνιστικά κράτη εθνική σύγκρουση.

Η Βουλγαρία ήταν η χώρα όπου οι αναρχικοί ενεργοποιήθηκαν έντονα στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες (Προλετκουλτ,2011). Κλασσική περίπτωση υπήρξε ο αναρχικός Μποτέφ που σήμερα παρουσιάζεται σαν εθνικός ήρωας των βουλγάρων (πέθανε στην εξέγερση του 1876 ενάντια στις οθωμανικές αρχές) αλλά τα πιστεύω του ήταν αντιεθνικιστά και αντικρατικά. Οι αναρχικοί επίσης θα δραστηριοποιηθούν έντονα στις εξεγέρσεις στο μακεδονικό χώρο (Δαίμων του τυπογραφείου,2001) που αρχικά εξέφραζαν κοινωνικές διεκδικήσεις και όχι την οργανωμένη σύγκρουση των κρατικά υποκινούμενων εθνικισμών. Πολλοί αναρχικοί (Προλετκουλτ,2011) θα πάρουν μέρος στην αποτυχημένη εξέγερση του ‘Ιλιντεν .Για ένα μήνα στη Θράκη μάλιστα στη διάρκεια αυτής της εξέγερσης, οι επαναστάτες προσπάθησαν να εφαρμόσουν τον ελευθεριακό κομμουνισμό.

Στη Βουλγαρία τέλος, οι αναρχικοί αντιστέκονται στην είσοδο της χώρας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (Προλετκουλτ,2011). Η εξουσία θα απαντήσει σκληρά. Αναρχικοί θα φυλακιστούν για την αντίθεση τους στον πόλεμο. Πάραυτα στη διάρκεια του πολέμου αναρχικοί επιτίθενται ένοπλα σε σύμβολα εξουσίας και πλούτου.

Σε γενικές γραμμές όμως κάποιοι αναρχικοί προφανώς πέρασαν τη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τον επαναστατικό-προλεταριακό πατριωτισμό και πέρασαν στο σοβινισμό. Παράδειγμα αποτελούν οι Βούλγαροι αναρχικοί που πολέμησαν με το Βουλγάρικο στρατό στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων σε κόντρα της πλειοψηφίας των Βουλγάρων αναρχικών που είχαν αντιπολεμικές απόψεις(Προλετκουλτ,2011), αλλά και οι ιταλοί φουτουριστές. Πάντως όσο αφορά την οργάνωση που «πυροδότησε» τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, το αντιφατικό της υπόθεσης είναι ότι οι Νέοι βόσνιοι μία οργάνωση επηρεασμένη μερικώς από το Μπακούνιν, πήρε βοήθεια από το Μαύρο χέρι μία οργάνωση που είχε δημιουργήσει ο Σέρβικος στρατός (Φεργκιουσον,2006).

Αντιφατικές και περίεργες για τα σημερινά δεδομένα απόψεις είχε και το καλλιτεχνικό-πολιτικό κίνημα του φουτουρισμού (Μποτσολα και Τίσνταλ ,1984). Ασπαζόμενο ένα μίγμα εθνικισμού, αναρχισμού και νιτσεϊσμού το σημαντικό αυτό για την τέχνη κίνημα πήρε από την αρχή θέση υπέρ της εισόδου της Ιταλίας στον πόλεμο διοργανώνοντας μάλιστα καλλιτεχνικά happenings για να προπαγανδίσει τον πόλεμο. Να σημειωθεί εδώ ότι στην Ιταλία κυριαρχούσε εκείνη την εποχή έντονο αλυτρωτικό πνεύμα καθώς υπήρχε η πεποίθηση ότι η ιταλική ενοποίηση δεν είχε ολοκληρωθεί και ότι πολλοί ιταλοί ζούσαν υπό Αυστροουγγρικό ζυγό. Με το ξέσπασμα του πολέμου οι φουτουριστές κατατάχθηκαν στον στρατό πιστοί στις ιδέες τους με αποτέλεσμα πολλοί να χάσουν τη ζωή τους (Μποτσολα και Τίσνταλ, 1984).Τελικά στην πλειοψηφία τους προσχώρησαν στο φασισμό του Μουσολίνι (αν και υπήρχαν και οι εξαιρέσεις που προσχώρησαν στο αντιφασιστικό στρατόπεδο).

ΑΝΑΡΧΙΑ, ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΠΑΛΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

«Η επανάσταση δεν είναι τίποτα άλλο από τον πόλεμο (ακριβώς) όπως ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα»

(Έρμαν Έσσε στο Coker,σελ.11)

Ο αναρχισμός έπαιξε σημαντικό ρόλο στις επαναστάσεις που σχετίζονται με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο τόσο με άμεσο, όσο και με έμμεσο τρόπο. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι ο αναρχισμός σαν ιδεολογία επηρέασε ως ένα βαθμό τον μαρξιστή επαναστάτη Λένιν και κατά συνέπεια τους μπολσεβίκους. Οι τελευταίοι ήταν πολύ σημαντικοί για την επιτυχία της Ρωσικής Επανάστασης, ένα ιστορικό γεγονός που πυροδότησε την επανάσταση και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Πέρα όμως από την έμμεση τους επίδραση, οι αναρχικοί συμμετείχαν δραστήρια και στις επαναστατικές δραστηριότητες αυτών των ετών (1914-1922).

Τo «Γράμματα σε έναν Γάλλο στην παρούσα κρίση» (1870), είναι ένα από τα πιο σημαντικά γραπτά του Μπακούνιν, καθώς αποτελεί ουσιαστική συμβολή στη θεωρία και την πρακτική της επανάστασης. Γράφτηκε κατά τη θυελλώδη περίοδο του γαλλο-πρωσικού πολέμου, όταν η Γαλλία αντιμετώπιζε πλέον την ήττα, η κυβέρνηση του Ναπολέοντα ΙΙΙ είχε καταρρεύσει και οι Πρώσοι βρίσκονταν στις πύλες του Παρισιού. Σε αυτή την περίσταση ο Μπακούνιν ανέπτυξε την ιδέα για τη μεταστροφή των πολέμων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών σε εμφύλιους πολέμους για την Κοινωνική Επανάσταση[3].

Στο «Γράμματα σε έναν Γάλλο στην παρούσα κρίση» λοιπόν , ο Μπακούνιν καλούσε το λαό (αγρότες και εργάτες) να ξεσηκωθεί για να αποκρουστεί ο στρατός εισβολής. Επίσης καλούσε στη δημιουργία κομούνων που θα καταργούσαν το γαλλικό κράτος και ταυτόχρονα στην υπεράσπιση αυτής νέας αταξικής κοινωνίας από τις επιβουλές του γαλλικού κράτους (ο Μπακούνιν ήταν υπέρ του εμφύλιου αν αυτό εξυπηρετούσε το σκοπό της κοινωνικής επανάστασης). Λίγο αργότερα οι Παριζιάνοι θα εξεγερθούν για να προστατέψουν το Παρίσι από τους Πρώσους και θα ξεσπάσει η Παρισινή κομμούνα (1871) στην οποία ο Μπακούνιν δεν μπόρεσε να πάρει μέρος και που πνίγηκε τελικά στο αίμα από το ίδιο τα γαλλικό κράτος. ¨Όπως και να έχει όμως, αυτή η εξέγερση αποτέλεσε δικαίωση για τον Μπακούνιν που πίστευε ότι ο λαϊκός ξεσηκωμός σε εκείνη την περίσταση ήταν δυνατός (Nettlau, 1996).Μάλιστα οι πολιτικές και κοινωνικές κινήσεις της Παρισινής κομμούνας ήταν σε πολλά σημεία σύμφωνες με τις απόψεις του Μπακούνιν .

Πέρα όμως από την Παρισινή κομμούνα, η ιδεολογική αυτή τακτική (ότι οι επαναστάτες δηλαδή θα πρέπει να έχουν σαν άμεση προτεραιότητα και επιδίωξη σε καιρό ενδοιμπεριαλιστικού πολέμου την πρόκληση γενικευμένης και βίαιης επανάστασης ) θα βρει την απόλυτη δικαίωση της στη διάρκεια του 1ου παγκ. πολέμου. Εκείνα τα χρόνια, θιασώτες αυτής της ιδεολογικής τοποθέτησης, υπήρξαν (εκτός των αναρχικών) και οι μαρξιστές μπολσεβίκοι που παίξανε πολύ σημαντικό ρόλο στην οκτωβριανή επανάσταση. Ειδικότερα ο Λένιν εργάστηκε συστηματικά τόσο θεωρητικά, όσο και πρακτικά προς την κατεύθυνση αυτή (Appignanesi, 1977). Να τονιστεί εδώ ότι η αντιπολεμική γραμμή των μπολσεβίκων ονομάστηκε ντεφετισμός. Σύμφωνα με τον τελευταίο, οι επαναστάτες πρέπει να προσπαθήσουν να ηττηθεί η χώρα τους, ώστε να προκληθεί εκεί επανάσταση. Οι μπολσεβίκοι υποστήριξαν ότι ο ντεφετισμός κατάγεται από το έργο των Μαρξ και Ένγκελς αλλά κάτι τέτοιο δε δικαιολογείται από τα υπάρχουσα στοιχεία (Draper,1953/54).

Αντίθετα λοιπόν οι Μαρξ και Ένγκελς πίστευαν ότι είναι καλύτερο σε μία σύγκρουση να κερδίζει η πιο προοδευτική δύναμη (αυτή που έχει πιο αναπτυγμένη αστική συνείδηση),γιατί αυτή η ιστορική εξέλιξη αποτελεί θετική συνέπεια για την εργατική τάξη τόσο της νικήτριας όσο και της ηττημένης χώρας (Draper,1953/54). Σε αυτή τη λογική κατάγεται και η απέχθεια τους για τον τσαρισμό και η πεποίθηση τους ότι είναι καλό να ηττείται αυτός στα πεδία των μαχών. Από την άλλη πίστευαν ότι υπό περιπτώσεις μία ήττα μπορεί να προκαλέσει επαναστατικές διαδικασίες στο κράτος που θα την υποστεί (Draper,1953/54) , αλλά ήταν ο Μπακούνιν εκείνος που επεξεργάστηκε με συνέπεια ένα πρόγραμμα που να προσπαθεί να μετατρέψει τον πόλεμο σε εμφύλιο.

Είναι βέβαια πιθανόν ο Λένιν να επηρεάστηκε από τα γεγονότα της Παρισινής κομμούνας και όχι άμεσα από την ιδεολογική τοποθέτηση του Μπακούνιν. Ακόμα και έτσι όμως, η Παρισινή κομμούνα ήταν περισσότερο έργο των Μπλανκιστών κομμουνιστών και των αναρχικών (στους τελευταίους είχε βέβαια ήδη ασκήσει μεγάλη θεωρητική επίδραση εκτός του Προυντόν και ο Μπακούνιν) και όχι τόσο των μαρξιστών. Είναι λοιπόν αρκετά πιθανόν οι αναρχικοί να άσκησαν (το λιγότερο) έμμεση επιρροή στο Λένιν ,ο οποίος είχε σε μεγάλη εκτίμηση την εξέγερση της κομμούνας. Άλλωστε στο έργο του «Κράτος και Επανάσταση» (1917) είχε παρουσιάσει την κομμούνα σαν πρότυπο για τη μελλοντική επαναστατική κοινωνία (Γιαλκέτσης,2017),όπου οι ένοπλες λαϊκές μάζες θα ανέτρεπαν την εξουσία παίρνοντας το δρόμο της αυτοκυβέρνησης (βέβαια όταν ήρθε η ώρα άλλα έκαναν οι μπολσεβίκοι).

Βέβαια η τοποθέτηση του Λένιν πάνω στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους διαφέρει σε κάποια σημεία από τις απόψεις του Μπακούνιν ή και τις πρακτικές των κομμουνάρων. O Λένιν επιδίωκε την ήττα (Appignanesi, 1977) της Τσαρικής Ρωσίας από τη Γερμανία (ώστε να γίνει πιο εύκολα η επανάσταση στην ηττημένη πλέον Ρωσία) και πίστευε ότι προς την ίδια κατεύθυνση έπρεπε να αγωνιστούν και να προπαγανδίσουν και οι γερμανοί επαναστάτες (ήττα της χώρας τους). Όπως ο ίδιος δήλωνε η θεωρία του για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ήταν το αντίθετο του σοσιαλιστικού πατριωτισμού. Ο επαναστάτης ,πάντα σύμφωνα με εκείνον, πρέπει να εύχεται την ήττα της χώρας του, ώστε να επέλθει πιο εύκολα ο εμφύλιος πόλεμος (Appignanesi,1977). Οι κομμουνάροι , όπως όμως ήδη είπαμε, αγωνίστηκαν ενάντια στους Πρώσους εισβολείς (με πατριωτικά και κοινωνικά κίνητρα) , αλλά και ενάντια στο Γαλλικό κράτος (με ταξικά και κοινωνικά κίνητρα). Ο Μπακούνιν επίσης καλούσε, όπως είδαμε ήδη, σε διμέτωπο αγώνα με τελικό σκοπό την κοινωνική και ταξική επανάσταση. Όπως και να έχει, η ιδέα αυτή της επανάστασης μέσα από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, έστω και αν χρησιμοποιήθηκε από το Λένιν ελαφρά τροποποιημένη (ως «επαναστατικός ντεφαιτισμός»), δεν παύει να παρουσιάστηκε πρώτη φορά στον επαναστατικό λόγο του Μπακούνιν. Το χάσμα όμως μαρξιστών και αναρχικών εκείνα τα χρόνια είναι ήδη μεγάλο και ίσως ήταν δύσκολο για το Λένιν να παραδεχτεί ότι είχε επηρεαστεί από τον Μπακούνιν.

Εδώ να τονίσουμε ότι διάφοροι πολιτικοί εχθροί του Λένιν από το χώρο της αριστεράς όπως ο Πλεχάνοφ αλλά και ο Μάρτοφ (Γιαλκέτσης,2017), τον κατηγόρησαν στα χρόνια του εμφυλίου για «Μπακουνισμό» , κυρίως όσο αφορά την επιδίωξη του για πραγμάτωση της εξέγερσης με βίαια μέσα και της καταστροφής του παλαιού συστήματος (το αν ο Μπακούνιν θα θεωρούσε τιμή του σε περίπτωση που ζούσε να έχει επηρεάσει το Λένιν έστω και αποσπασματικά αποτελεί άλλο θέμα) .

Επίσης όπως ήδη είπα, στο έργο του «Κράτος και Επανάσταση» (1917)ο Λένιν είχε παρουσιάσει την κομμούνα σαν πρότυπο για τη μελλοντική επανάσταση (Γιαλκέτσης,2017),όπου προτάσσει τις ένοπλες λαϊκές μάζες σαν φορείς της επανάστασης που αποσκοπεί στην αυτοκυβέρνηση. Όμως το «Κράτος και Επανάσταση» αποτελεί εξαίρεση (και αντίφαση) στο σύνολο του θεωρητικού έργου του Λένιν. Γενικά αυτός πίστευε στην ανεπάρκεια του επαναστατικού αυθορμητισμού και έδινε προτεραιότητα στην πειθαρχία του κόμματος, στην επαναστατική πρωτοπορία των κομματικών μελών αλλά και στο γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό.

Δεν σταματάνε όμως εδώ οι σχέσεις του Λένιν με τον αναρχισμό. Ο Λενινισμός σύμφωνα με τον ιστορικό Ulam (1998) έχει κάποιες ομοιότητες και με το Νετσαγιαφισμό. Ο Νετσάγιεφ (Τζολ,1975) ήταν ρώσος μηδενιστής που είχε επηρεαστεί από τον Μπακούνιν (βέβαια και ο τελευταίος για κάποια περίοδο έδειχνε να είχε δεχτεί την επίδραση του Νετσάγιεφ).Ο Νετσάγιεφ πίστευε απόλυτα στην επίτευξη της επανάστασης με τη χρήση οποιουδήποτε μέσου, ακόμα και της τρομοκρατίας. Πρέπει να τονίσουμε ότι ο Λένιν στα πρώτα χρόνια της ζωής του δέχτηκε την επιρροή του ρώσικου μηδενιστικού κινήματος του οποίου μέλος ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός (Ulam ,1998) του που εκτελέστηκε μάλιστα για την προσπάθεια του να δολοφονήσει με άλλους μηδενιστές τον Τσάρο. Επίσης στη συνέχεια της ζωής του αν και ασπάστηκε τον μαρξισμό, δεν τον άφησε αδιάφορο η επιρροή του Νετσάγιεφ (Service, 2000). Πάντως η επιρροή του Νετσάγιεφ στη διαμόρφωση του επαναστατικού οράματος του Λένιν είναι δύσκολο να αποδειχτεί καθώς ο τελευταίος ποτέ δεν την παραδέχτηκε τουλάχιστον στα επίσημα γραπτά του.Υπάρχει λοιπόν η πεποίθηση ότι ο Λένιν εμπνεύστηκε από το Νετσάγιεφ την ιδέα της ολοκληρωτικής καταστροφής του τσαρικού κράτους[4].
Επίσης ότι επηρεάστηκε από την ιδέα του Νετσάγιεφ για τον επαναστάτη που πρέπει να ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την επανάσταση και για τίποτε άλλο. Στο λενινισμό όμως και σε αντίθεση με το νετσαγιαφισμό αυτή η ιδέα (ότι η επανάσταση είναι η απόλυτη προτεραιότητα) δε θα πραγματοποιηθεί μέσα από τη δράση μηδενιστών που στα μάτια του φάνταζαν ρομαντικοί και ότι δεν εξέφραζαν πλήρως την εργατική τάξη4. Αντίθετα ο Λένιν θεωρούσε το μπολσεβίκικο κόμμα (που καθοδηγεί την εργατική τάξη) σαν ιδανικό φορέα της επανάστασης. Έτσι προσάρμοσε την ιδέα του Νετσάγιεφ στη δική του πολιτική αντίληψη ( Radzinsky,1997). Το επαναστατικό κόμμα όφειλε να αφοσιωθεί απόλυτα στην ιδέα της επανάστασης. Η τελευταία έγινε έτσι ο αυτοσκοπός των μπολσεβίκων. Πάντως ο σημαίνον μαρξιστής Πλεχάνοφ κατηγόρησε τους μπολσεβίκους για χρήση της τακτικής του Νετσάγιεφ (Γιαλκέτσης,2017),όταν αυτοί πήραν την εξουσία και κατέφυγαν στη χρήση τρομοκρατικών μεθόδων απέναντι στους εχθρούς τους (ή σε όσους θεωρούσαν εκείνοι σαν εχθρούς).

Πεποίθηση του γράφων είναι ότι η μετέπειτα μαρξιστική ιστοριογραφία αποσιώπησε όσο μπορούσε αυτές τις επιρροές κάτι που βρίσκει άλλωστε σύμφωνο (τουλάχιστον όσο αφορά την επιρροή του ρώσικου μηδενισμού) και τον Eric Hobsbawm (Hobsbawm, 1959). Βλέπουμε όμως ότι ο αναρχισμός του 19ου αι (μέσω του Μπακούνιν, των αναρχικών της Παρισινής Κομμούνας και του Νετσάγιεφ) επηρέασε μέχρι κάποιου σημείου την ιδεολογική ταυτότητα του μπολσεβικισμού (ο οποίος βέβαια είναι σαφέστατα επηρεασμένος περισσότερο από τον Μαρξ και τη γενικότερη μαρξιστική πολιτική φιλοσοφία).

Όμως και οι αναρχικοί εκείνων των πολεμικών χρόνων, πιστοί στην ιδέα της επανάσταση, πήραν μέρος με ζήλο στα επαναστατικά γεγονότα τα σχετικά με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (Nettlau,1996).

Σε διεθνή επίπεδο, η πλειοψηφία των αναρχικών τάχθηκε ενάντια στον πόλεμο, όπως οι ισπανοί αναρχοσυνδικαλιστές της CNT. Στη Ρωσία οι περισσότεροι αναρχικοί δεν ακολούθησαν τον Κροπότκιν και την ομάδα του στην φιλοπόλεμη και αντιμπολσεβίκικη στάση τους (Avrich 2005). Μάλιστα πολλοί αναρχικοί ευνόησαν αρχικά μία συμμαχία με το κόμμα των μπολσεβίκων. Τέτοια ήταν και η περίπτωση των μαχνοβιτών.

Το κίνημα του Νεστωρ Μάχνο αποτελεί μία αναρχική προσπάθεια με τεράστια γεωπολιτική επιρροή στα γεγονότα τα σχετιζόμενα με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και τις μεταεπαναστατικές του συνέπειες (Μπιελάς και Μπιελάς,2008). Κατά την Αυστρογερμανική εισβολή του 1918 που έγινε ενάντια στη Ρώσικη επανάσταση (που από τον Οκτώβριο του 1917 είχε αποκτήσει ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά), ο Μάχνο οργάνωσε μια ένοπλη αντίσταση. Στη συνέχεια και στη διάρκεια του ρώσικου εμφυλίου οι Μαχνοβίτες συμμάχησαν με τους μπολσεβίκους ενάντια στους «Λευκούς» και άλλους «εχθρούς της επανάστασης» (Tζολ ,1975). Η σημαντικότερη δύναμη των αντεπαναστατών υπήρξαν οι «Λευκοί». Αν και πολλοί «Λευκοί» υπήρξαν τσαριστές, ο τσαρισμός δεν ήταν ο συνδετικός ιδεολογικός κρίκος αυτού του κινήματος (πράγματι υπήρξαν «Λευκοί» που ήταν οπαδοί της δημοκρατίας, ρεπουμπλικάνοι, σοσιαλιστές κλπ).Το κύριο ιδεολογικό στίγμα των Λευκοφρουρών υπήρξε ο αντικομουνισμός.

Τελικά ο στρατός του Μάχνο (που μάλιστα έφτασε στην ακμή του να αριθμεί δεκάδες χιλιάδες και βασιζόταν στην αυτοδιαχείριση) αφού συνέτριψε τους ουκρανούς εθνικιστές και τους «Λευκούς», προδόθηκε από τον παλιό του σύμμαχο, τον Κόκκινο Στρατό και τελικά ηττήθηκε. Μέχρι και πρόσφατα ο Μάχνο ήταν ξεχασμένος ακόμα και στην Ουκρανία (όπου οι νικητές μπολσεβίκοι τον είχαν κατασυκοφαντήσει). Η συνεισφορά του Μάχνο και του αντάρτικου του όμως στη ρώσικη επανάσταση υπήρξε τεράστια (Tζολ ,1975). O στρατός του Μάχνο ήταν εξαιρετικός σε τακτικό επίπεδο (Tζολ, 1975) πετυχαίνοντας πολλές νίκες ενάντια στους εχθρούς της επανάστασης. Επίσης καινοτόμησε χρησιμοποιώντας "έξυπνα όπλα", όπως πχ τα αγροτικά ιππήλατα άρματα που ήταν εξοπλισμένα με πολυβόλα (και που ονομαζόταν tachanka).Τέλος για κάποιο διάστημα, οι μαχνοβίτες στις πόλεις και στην ύπαιθρο που έλεγχαν προσπάθησαν να εφαρμόσουν αναρχικές κοινωνικές πρακτικές όπως η κολεκτιβοποίηση.

Στην Ουγγαρία το μικρό αλλά μαχητικό ουγγρικό αναρχικό κίνημα (Everett , 2006) συνεργαζόμενο με το μπολσεβίκικο κόμμα και με αριστερούς σοσιαλιστές βοήθησε στη δημιουργία της Κομμούνας της Βουδαπέστης (που κράτησε από τις 21 Μαρτίου μέχρι την πρώτη Αυγούστου του 1919). Στις 21 Μαρτίου μάλιστα ανακηρύχτηκε η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία που υπήρξε η πρώτη μετά από αυτή της Ρωσίας. Η σχέση των αναρχικών με το μπολσεβίκικο κόμμα στην περίπτωση της Ουγγαρίας παρά τις κάποιες προστριβές ήταν καλή. Αλλά και το ίδιο το κόμμα είχε ένα σχετικά αντιεξουσιαστικό χαρακτήρα. Και αυτό γιατί το 1918 (Everett , 2006) κάποιοι από τους Ούγγρους αναρχικούς συμμετείχαν στο νεοϊδρυθείς κομουνιστικό κόμμα της Ουγγαρίας (που διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο στα γεγονότα της κομούνας) και προσπάθησαν να στρέψουν το κόμμα σε πιο ελευθεριακά μονοπάτια. Αυτό το γεγονός (η συμμετοχή κάποιων αναρχικών σε μπολσεβίκικο κόμμα) αποτελεί μία κίνηση πράγματι σπάνια στα χρονικά.

Τελικά η κομμούνα κατάρρευσε, όταν ο Ρουμάνικος στρατός για λογαριασμό της Αντάντ εισέβαλε στην Ουγγαρία και κατανίκησε τις επαναστατικές δυνάμεις. Την κομούνα διαδέχτηκε μια κυβέρνηση συνδικαλιστών, ενώ στις 6 του Αυγούστου ο ρουμάνικος στρατός καταλαμβάνει τη Βουδαπέστη. Τα πράγματα όμως θα γίνουν χειρότερα. Ακολουθεί το πραξικόπημα του Ούγγρου Ναύαρχου Μίκλος Χόρτυ (ο οποίος τα επόμενα χρόνια ως αντιβασιλέας πρόσδεσε την Ουγγαρία στο άρμα της ναζιστικής Γερμανίας) που ρίχνει την κυβέρνηση. Στη συνέχεια οι Ούγγροι εθνικιστές υπό τα βλέμματα του ρουμάνικου στρατού κατοχής εξαπολύουν τη «Λευκή» τρομοκρατία που άφησε πίσω τις χιλιάδες θύματα (μεταξύ τους και αρκετούς αναρχικούς).Να τονιστεί επίσης ότι οι Ούγγροι αναρχικοί αντιστάθηκαν στην πολεμική προσπάθεια της Αυστροουγγαρίας (μέρος της οποίας αποτελούσε τότε και η Ουγγαρία) στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Στην αρχή του 20ού αιώνα, το ιταλικό αναρχικό κίνημα γνώρισε άνθιση. Επιπλέον μέχρι το 1914 το αναρχικό κίνημα ενισχύθηκε από την εισροή νέων μελών ως αποτέλεσμα των αγώνων ενάντια στην εκστρατεία στη Λιβύη, αλλά και των αγώνων για την προάσπιση της εργατικής τάξης. Στην Ιταλία, τα αποτελέσματα της ενδοαναρχικής πάλης πάνω στο θέμα του πολέμου, ήταν λιγότερο καταστρεπτικά για το αναρχικό κίνημα από ό,τι σε άλλες χώρες. Όμως και σε γενικές γραμμές και η Ιταλική αριστερά δεν είχε τόσο φιλοπόλεμη διάθεση όπως στις άλλες χώρες. Έτσι Το Partito Socialista Italiana (PSI - Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) δεν ενίσχυσε φανατικά την πολεμική προσπάθεια όπως έκαναν διάφορα σημαντικά σοσιαλιστικά κόμματα στην υπόλοιπη Ευρώπη1.

Οι αναρχικοί παρεμβατιστές υπέρ της εισόδου της Ιταλίας στη σύγκρουση δεν ήταν πολλοί, ενώ έχει υποστηριχθεί 1 αυτές οι προσπάθειες ξεκινούσαν από νιτσεϊκούς και στιρνερικούς αναρχοατομικιστές. Είδαμε ήδη τη περίπτωση των φουτουριστών που εμπίπτουν εν μέρει στην κατηγορία των αναρχοατομικιστών (Μποτσολα και Τίσνταλ, 1984) .

Η σύγκρουση εντός της επαναστατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης USI, ένα μέρος της οποίας ήταν υπέρ της ιταλικής συμμετοχής στον πόλεμο, έφερε την οργάνωση στα χέρια της αντιμιλιταριστικής πλειοψηφίας τον Σεπτέμβριο του 19141.Επίσης το σημαντικό περιοδικό Volonta, διέθετε την πλέον ισχυρή αντι-εθνικιστική και αντιπολεμική γραμμή και προήγαγε το διεθνιστικό και αντικαπιταλιστικό ρόλο του αναρχισμού. Τελικά οι αναρχικοί οπαδοί της παρέμβασης στάθηκαν ανίκανοι να επιβληθούν μέσα στο αναρχικό κίνημα. Αντίθετα η αντιμιλιταριστική τάση του αναρχισμού όταν τελικά η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο, εκδηλώθηκε μέσα στο στράτευμα με πολλές λιποταξίες και άλλες πράξεις ανυπακοής . Επίσης οι αναρχικοί διοργάνωσαν και συμμετείχαν σε λαϊκές αντιπολεμικές διαδηλώσεις 1.

Οι αναρχικοί συμμετείχαν στην εξέγερση του Τορίνο τον Αύγουστο του 1917 - όπου η εχθρότητα του ιταλικού προλεταριάτου στον πόλεμο και η επιθυμία για την κοινωνική αλλαγή έφτασε στα ύψη. Τον τελευταίο χρόνο όμως του πολέμου λόγω της υπερβολικής καταστολής οι αναρχικές δραστηριότητες σημείωσαν κάμψη. Παρ’ όλα αυτά, το τέλος του πολέμου σηματοδότησε μια επιστροφή στη μαζική δράση και την οργάνωση στο εσωτερικό του κινήματος. Πάντως η Οκτωβριανή Επανάσταση ξύπνησε ελπίδες στους αναρχικούς. Σε γενικές γραμμές το τέλος του μεγάλου πολέμου βρήκε τους αναρχικούς έτοιμους για επαναστατική δράση (Staid, 2013).

Στη Γερμανία οι αναρχικοί στράφηκαν ενάντια στον πόλεμο. Επίσης η καλλιτεχνική ομάδα των ντανταιστών σε αντίθεση με τους φουτουριστές (από τους οποίους σε καλλιτεχνικό επίπεδο είχαν επηρεαστεί αρκετά) αντέδρασε στον πόλεμο (Χανς,1983). Μετα από τον πόλεμο αναδείχτηκε και η φιλοαναρχική καλλιτεχνική ομάδα των «Προοδευτικών της Κολονίας», οι οποίοι ήταν συμβουλιακοί κουμουνιστές(Έβερετ,2013). Τα πιο σημαντικά όμως γεγονότα που αφορούν τους αναρχικούς έγιναν στη Βαυαρία με το τέλος του πολέμου. Η Βαυαρική σοβιετική δημοκρατία (η οποία διάρκεσε περίπου πέντε μήνες) αποτέλεσε μέρος της γερμανικής επανάστασης του 1918-1919 που ακολούθησε την ήττα των γερμανών στο 1ο παγκόσμιο πόλεμο (Harman,1997). Τόσο στη γερμανική επανάσταση όσο και στη δημιουργία και λειτουργία της βραχυχρόνιας δημοκρατίας οι αναρχικοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο.

Ο Καρτ Άισνερ (σοσιαλιστής και μέλος του Independent Social Democratic Party of Germany (USPD) ) κήρυξε στις 8 Νοεμβρίου του 1918 (Harman,1997) την Βαυαρία σαν ελεύθερο κράτος, αφού τις προηγούμενες μέρες είχε ξεσηκώσει τα πλήθη.Eπίσης έγινε και ο πρόεδρος του ελεύθερου κράτους [5] . Πρωτεύουσα του νέου κράτους ήταν το Μόναχο. Αν και η μπολσεβίκικη επανάσταση αποτελούσε έμπνευση για τους περισσότερους επαναστάτες της Ευρώπης, ο Άισνερ προσπάθησε να μη ταυτιστεί μαζί με τους μπολσεβίκους και έτσι δεν έθιξε την ιδιοκτησία. Ο Άισνερ δολοφονήθηκε τελικά από κάποιον ακροδεξιό (Harman,1997). Σταδιακά οι αναρχικοί και οι κομμουνιστές άρχισαν να αποκτούν περισσότερη δύναμη και στις 6 Απριλίου του 1919, ανακηρύχτηκε η Σοβιετική δημοκρατία στην οποία κυρίαρχη θέση είχε ο αναρχονιτσειστής Γκουστάβ Λαντάουερr[6] (1870-1919), όπως και ο αναρχικος Έριχ Μούζαμ. Πρόεδρος ανακηρύχτηκε ο Toller μέλος του USPD.

Αυτή η φιλοαναρχική φάση του σοβιέτ όμως δεν κράτησε πολύ. Τελικά στις 12 Απριλίου του 1919, το κομουνιστικό κόμμα πήρε τον έλεγχο της επαναστατημένης σοβιετικής δημοκρατίας με αρχηγό τον Eugen Leviné6. Ο στρατός και τα ακροδεξιά Freikorps μπήκαν τελικά στο Μόναχο και νίκησαν μετά από σκληρές μάχες τους επαναστάτες, ενώ εκτέλεσαν πολλούς από αυτούς. Στο σοβιέτ συμμετείχε και ο Ρετ Μαρούτ ο οποίος στη διάρκεια του πολέμου εξέδιδε το αναρχικό περιοδικό Der Ziegelbrenner. Μετά την ήττα της κομμούνας ο Μαρούτ έφυγε εξόριστος στο Μεξικό για να γλυτώσει τη ζωή του. Μπορούμε να πούμε ότι σχεδόν εξαφανίστηκε από τους παλιούς του συντρόφους για να προστατευτεί, ενώ άλλαξε και το όνομα του. Δεν είναι άλλος από το διάσημο συγγραφέα Μπ.Τρέηβεν (Έβερετ,2013).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ-ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ

Oι αναρχικοί παίξανε πολύ σημαντικό ρόλο στα γεγονότα τα σχετιζόμενα με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Είδαμε ήδη ότι είχαν σχέση με την έκρηξη του πολέμου. Μία ομάδα επαναστατών λοιπόν, επηρεασμένοι από διάφορες ιδεολογίες μεταξύ των οποίων και από τον αναρχισμό, πυροδότησε τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο. Βέβαια η εκτέλεση του διαδόχου στο Σεράγεβο ήταν η αφορμή και όχι η αιτία. Σίγουρα ο πόλεμος θα ξεσπούσε αργά ή γρήγορα αλλά θα είχε προφανώς διαφορετική μορφή και ίσως διαφορετική πορεία.

Επίσης είδαμε ότι οι αναρχικοί στην πλειοψηφία τους αντιστάθηκαν στον πόλεμο, σε αντίθεση με τους σοσιαλιστές και τους σοσιαλδημοκράτες. Εξαίρεση στην αντιπολεμική στάση των αναρχικών αποτέλεσαν κάποιοι αναρχικοί που προσπάθησαν να επηρεάσουν το σύνολο του αναρχικού κινήματος υπέρ του πολέμου. Τελικά δεν τα κατάφεραν.

Για να κατανοήσει κάποιος αυτή τη φιλοπόλεμη αναρχική τάση πρέπει να εξετάσει την ιστορία της αναρχίας. Μέχρι και το ξέσπασμα του 1ο παγκ. πολέμου δεν είχαν ταυτιστεί όλοι οι αναρχικοί ξεκάθαρα με τη διεθνιστική και αντιμιλιταριστική πάλη. Αυτό οφείλεται στο παρελθόν του Μπακούνιν πριν γίνει αναρχικός (ήταν σλάβος εθνικιστής) αλλά και σε κάποιες αμφιλεγόμενες κινήσεις σημαντικών αναρχικών (με μεγάλη επιρροή στο τότε επαναστατικό κίνημα) όπως πχ η συμμετοχή του Προυντόν στην (δημοκρατικά εκλεγμένη) κυβέρνηση του Ναπολέοντος Γ' (Preposier,2011 και Tζολ,1975). Τα παραπάνω συμβάντα είχαν δημιουργήσει κάποιες παρεξηγήσεις και ιδεολογικές ασάφειες. Όπως και να έχει οι προαναφερθέντες αναρχικοί αυτοί φιλόσοφοι υπήρξαν διεθνιστές και επαναστάτες, ενώ κάποιες «περίεργες» και ρατσιστικές τους απόψεις (όπως πχ του Προυντόν για τους εβραίους) αποτελούν εξαιρέσεις και δεν αντικατοπτρίζουν την κατά γενική ομολογία ανθρωπιστική και επαναστατική σκέψη τους (Preposier,2011 και Nettlau,1996).

Έτσι και πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο κάποιοι αναρχικοί είχαν ξεπεράσει τα διεθνιστικά πρότυπα του Μπακούνιν και είχαν σοβινιστικές απόψεις. Με το ξέσπασμα του μεγάλου πολέμου αυτό έγινε πιο έντονο. Οι φουτουριστές (στην πλειοψηφία τους γιατί υπήρχαν και εξαιρέσεις) στην Ιταλία είναι κλασσική περίπτωση αναρχοπατριωτών που έγιναν μετά φασίστες (Μποτσολα και Τίσνταλ 1984). Σίγουρα δεν ήταν οι μόνοι. Πάντως το γεγονός πως κάποιοι αναρχικοί στην Ιταλία ασπάστηκαν εύκολα κάποια φασιστικα -εθνικιστικά πιστεύω, καταδεικνύει ότι και πριν προσχωρήσουν στο φασιστικό κόμμα και ενώ τότε ακόμα δήλωναν αναρχικοί, δεν πρέπει να είχαν αληθινά διεθνιστικές απόψεις. Ενδεικτικό της ιδεολογικής ασάφειας της εποχής είναι ότι ακόμα και ο Μουσολίνι καταγόταν από οικογένεια αναρχικών, ενώ στη σοσιαλιστική του περίοδο συμπαθούσε τους αναρχικούς τρομοκράτες. Καλό είναι να αναφερθεί ότι οι αναρχικοί που συνηγόρησαν υπέρ του πολέμου προέρχονταν από όλα τα ιδεολογικά ρεύματα του αναρχισμού: αναρχοκουμουνισμό, αναρχοσυνδικαλισμό, αναρχοατομικισμό κλπ. Το ίδιο ισχύει και για όσους ήταν ενάντια στον πόλεμο.

Τέλος σημαντικότατη δράση είχαν οι αναρχικοί στις επαναστάσεις που προκλήθηκαν από τον πόλεμο. Σημαντική δράση είχαν στην επανάσταση της Ρωσίας αλλά και σε επαναστάσεις και εξεγέρσεις που ακολούθησαν το τέλος του πολέμου (ειδικότερα σε Ιταλία, Ουγγαρία, Γερμανία). Έτσι χιλιάδες αναρχικοί συμμετείχαν σε αυτές τις επαναστάσεις, παίζοντας ενεργό ρόλο, ενώ πολλοί θυσίασαν και τη ζωή τους για τον επαναστατικό σκοπό (πχ ο Λαντάουντερ δολοφονήθηκε). Μάλιστα οι ιταλοί αναρχικοί συμμετείχαν στους αντιφασιστικούς αγώνες της Ιταλίας το 1920-1922 (Staid,2013). Στην Ισπανία λίγα χρόνια αργότερα (Paz,2006) οι αναρχικοί της CNT–FAI θα πολεμήσουν ενάντια στους Ισπανούς εθνικιστές στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου (1936-1939). Τα χρόνια λοιπόν εκείνα (1917-1939) οι αναρχικοί βρέθηκαν να συγκρούονται στην Ευρώπη με εθνικιστές, συντηρητικούς, ακροδεξιούς και φασίστες. Αυτά τα γεγονότα χαλύβδωσαν την αντισοβινιστική στάση των αναρχικών.

Καθώς η πολεμική και στρατιωτική πάλη των αναρχικών ενάντια στο φασισμό και τον εθνικισμό λοιπόν έπαιρνε δραματική τροπή, η ιδεολογική ταυτότητα του αναρχισμού έγινε πιο ξεκάθαρη εξαιτίας και κάποιων διανοητών όπως ο Μπέργκμαν, η Γκόλντμαν και ο Ρόκερ. Ενδεικτικά αναφέρω το παράδειγμα του Ρόκερ. Το βιβλίο του «Εθνικισμός και Πολιτισμός», ο Ρόκερ το έγραψε σαν απάντηση στον εθνικισμό που γινόταν κυρίαρχο ρέμα εκείνη την εποχή στη Γερμανία. Ο εθνικισμός σύμφωνα με τον Ρόκερ υποδουλώνει το άτομο στο κράτος (Ρόκερ,1998). Το βιβλίο αυτό είχε τεράστια επίδραση στους αναρχικούς.

Η γενικότερη πολιτική του στάση προσδιόρισε (μαζί με άλλους βέβαια διανοητές) το αναρχικό κίνημα σαν απόλυτα αντιεθνικιστκό και διεθνιστικό ξεκαθαρίζοντας έτσι και πολλές παρεξηγήσεις που είχαν δημιουργηθεί από τη ζωή και το έργο των Προυντόν, Μπακούνιν και Κροπότκιν. Όπως και να έχει όμως και άσχετα με την επιρροή του Ρόκερ και άλλων διεθνιστών αναρχικών, η πλειοψηφία των αναρχικών ήδη από εκείνα τα ταραγμένα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου είχε ξεκάθαρη στάση ενάντια στον πόλεμο.

Αναφέραμε ήδη την αναρχοσυνδικαλιστική CNT αλλά το ίδιο ισχύει για όλες τις μεγάλες αντιεξουσιαστικές ομάδες και οργανώσεις όπως η αμερικάνικη IWW. Αλλά και οι πιο επιφανείς αναρχικοί στράφηκαν το 1914-1918 ενάντια στον πόλεμο. Ο Λαντάουερ, ο Σορέλ, ο Μπέργκμαν, η Έμμα Γκόλνμαν, ο Μαλατέστα (Τζολ,1975) είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα γνωστών και επιδραστικών αναρχικών που είπαν όχι στον πόλεμο.

Το αντιεθνικιστό, αντιρατσιστικό, αντιμιλιταριστικό και διεθνιστικό πνεύμα μέσα στους αναρχικούς (αν και στη διάρκεια του 1ου παγκοσμίου πολέμου ήταν ήδη το πιο ισχυρό) θα γίνει στα χρόνια που ακολούθησαν τη λήξη του 1ου παγκοσμίου πολέμου το κυρίαρχο με αποτέλεσμα στις μέρες μας ο αναρχισμός να έχει γίνει σχεδόν συνώνυμο του αντιμιλιταρισμού και του αντισοβινισμού.

Στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο πολλοί αναρχικοί πολέμησαν σε αντιφασιστικά αντάρτικα σε όλη την Ευρώπη. Αυτοί οι αναρχικοί είδαν το 2ο παγκόσμιο πόλεμο σαν συνέχεια του ισπανικού εμφυλίου, δηλαδή σαν συνέχεια της αντιφασιστικής μάχης. Όπως και να έχει ιστορικά αυτή η επιλογή τους (το ότι πολέμησαν ενάντια στις δυνάμεις του άξονα) δείχνει να έχει δικαιωθεί, καθώς ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος σήμερα θεωρείται σαν ένας δίκαιος πόλεμος, τουλάχιστον αν το δει κάποιος από την αντιναζιστική του πλευρά. Αντίθετα ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος δείχνει τόσο άδικος και παράλογος. Έτσι η επιλογή της αναρχικής μειοψηφίας που τάχθηκε υπέρ του πολέμου είναι ακόμα και σήμερα καταδικαστέα από το αναρχικό κίνημα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΕΙΑ

ΞΕΝΩΓΛΩΣΗ

Abel P. (2006) Durruti in the Spanish Revolution. AK Press

Avrich, P. (2005). The Russian Anarchists,AK Press.], Edinburgh

Appignanesi, R. (1977) Lenin For Beginners, p. 118. Writers and Readers Cooperative,London

Ulam, A. B. ( 1998) The Bolsheviks: The Intellectual and Political History of the Triumph of Communism in Russia, pp 628. Harvard University Press

Coker C. (1994).War and the 20th Century: A Study of War and Modern Consciousness. Brassey's (UK) Ltd

Everett M. (2006). War and Revolution : the Hungarian Anarchist Movement in World War I and the Budapest Commune, 1919. Kate Sharpley Library

Edvard Radzinsky (1997)Stalin : The First In-depth Biography Based on Explosive New Documents from Russia's Secret Archives . Anchor

Harman Chr. (1997) The Lost Revolution: Germany 1918 to 1923, Bookmarks

Draper Η. (1953/1954) The Myth of Lenin’s “Revolutionary Defeatism”, New International magazine, Vol.XIX No.5 (September-October 1953), Vol.XIX No.6 (November-December 1953) and Vol.XX No.1 (January-February 1954)

Gaab J. S. (2006) Munich: Hofbräuhaus & history, Peter Lang International Academic Publishers

Laqueur W. (1977) TERRORISMUS , Resegensburg.

Lenin V.(1984) Socialism and war ,progress

Nettlau M. (1996) A Short History of Anarchism. Freedom Press.

Service R (2000). Lenin: A Biography. Macmillan, London

Skirda Al. (2002) Facing the enemy : a history of anarchist organization from Proudhon to May 1968. Edinburgh; Oakland, CA: AK Press/Kate Sharpley Library.

Pavlowitch S. K. (2002) Serbia: The History of an Idea. New York University Press.

Ulam A. B. (1969) Lenin and the Bolsheviks, FONTANA

Woodcock G. (1990) Peter Kropotkin: From Prince to Rebel. Black Rose Books.

Hobsbawm E. (1959). Primitive Rebels.University of Manchester Press ,Manchester

ΕΛΛΗΝΩΓΛΩΣΗ

Andrea St. (2013), Arditi del Popolo.Ο πρώτος ένοπλος αγώνας ενάντια στο φασισμό 1921-1922, εκδόσεις Ευτοπία,Αθήνα

Αρσίνοφ Π (1980), Η ιστορία του Μαχνοβίτικου Κινήματος (1918-1921),ελεύθερος τύπος,Αθήνα

Γιαλκέτσης Θ (2017),H ουτοπία στην εξουσία, εκδόσεις Εφημερίδα συντακτών

Δαίμων του τυπογραφείου (2001), Οι βαρκάρηδες, εκδόσεις Δαίμων του τυπογραφείου

Έβερετ Μ.(2013), Η τέχνη ως όπλο. Ο Φραντς Ζάιμπερτ και οι Προοδευτικοί της Κολωνίας, εκδόσεις συναδέρφων, Αθήνα

Μπακούνιν Μ.(2000), Από τον εθνικό πόλεμο στον ταξικό πόλεμο, Ελεύθερος τύπος

Μπακούνιν Μ.(2007), Κριτική της υπάρχουσας κοινωνίας, Πανόπτικον

Μπιελάς Β. και Μπιελάς Α. (2008), Οι δρόμοι του Νεστορ Μαχνο, εκδόσεις βαβυλωνία

Μποτσολα Α. και Τίσνταλ Κ. (1984), Φουτουρισμός, υποδομή

Φέργκιουσον Ν. (2006), Α’ παγκόσμιος πόλεμος. Στρατιωτική,διπλωματική και κοινωνική ιστορία-1914-1918, εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα

Preposier B. (2011), «Προυντόν ο πατέρας του αναρχισμού», περιοδικό ευτοπία, σελ 32-37,εκδόσεις ευτοπία,Aθήνα

Προλετκουλτ, (2011) Ταξικός πόλεμος στη Βουλγαρία ,εκδόσεις προλετκουλτ

Ρόκερ Ρ. (1998) ,Εθνικισμός και Πολιτισμός, Άρδην,Αθήνα

Tζολ (1975), Αναρχικοί, εκδόσεις Επίκουρος, Αθήνα

Χανς Ρ(1983), Νταντα, υποδομή, Αθήνα

Χαουρντ Μ (2006), Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, θΥΡΑΘΕΝ, Αθήνα

north america / mexico / the left / feature Wednesday July 03, 2019 15:37 byWayne Price
featured image

Many liberals and other Democrats see Trump as the main problem facing the U.S. Therefore their focus is on defeating him in the next election (or impeachment). They focus on the electoral system and hope for salvation through government action. I disagree. Trump is a major problem, but he is the culmination of years of political and economic development, and is related to similar politics in other countries. The fight against Trumpism requires a non-electoral and militant program.

This page has not been translated into 한국어 yet.

This page can be viewed in
English Italiano Català Ελληνικά Deutsch



Neste 8 de Março, levantamos mais uma vez a nossa voz e os nossos punhos pela vida das mulheres!

Neste 8 de Março, levantamos mais uma vez a nossa voz e os nossos punhos pela vida das mulheres!

Tue 16 Jul, 09:35

browse text browse image

bakunin1.png imageΜ. Μπακούνιν: Διαχ&#... Jul 12 19:47 by Αργύρης Αργυριάδης 0 comments

anarchist_perspectives_book_1_v3b1.jpg image[Book Review] “Anarchist Perspectives in Peace and War 1900-1918” by A.W. Zurbrugg (London... Jul 05 07:47 by José Antonio Gutiérrez D. 0 comments

antieklafisa_anthosmanifesto740x1024.jpg imageΑποχή για την ταξ ... Jul 05 06:07 by mⒶnifesto & Ανθός 0 comments

textO ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΑΝ ΕΠΑΝ&#... Jul 04 17:06 by παναγιωτης ξηρουχακης 0 comments

primaries_lead_jan31.jpg imageTrump is Not the Main Problem Jul 03 15:37 by Wayne Price 0 comments

460_0___30_0_0_0_0_0_scan0001_1.jpg imageLa organización anarco-comunista en Chile (4ª Parte): Acerca de la Organización Revolucion... Jul 01 10:26 by José Antonio Gutiérrez D. 0 comments

whatsapp_image_20190625_at_8.01.jpeg imageLa Experiencia militante del Grupo Libertario Vía Libre Jun 26 10:31 by Grupo Libertario Via Libre 0 comments

power2.jpeg imageAfter the election dust settles: Class struggle, the Left and power Jun 25 22:09 by Jonathan Payn 0 comments

carlo_cafiero.jpg imageΑναρχία και κομμ_... Jun 24 21:24 by Κάρλο Καφιέρο 0 comments

textCanada’s ‘Liberals’ Have a Disturbing Imperial Streak Jun 24 04:13 by Vijay Prashad 0 comments

25n.jpg imageElementos para una política de género Jun 21 12:44 by Grupo Libertario Via Libre 0 comments

textThe USA’s Favorite Weapon: Sanctions Are Genocidal Jun 21 01:47 by Justin Podur 0 comments

elections.jpg imageΝα αψηφίσουμε τι`... Jun 19 22:29 by Αναρχικό Στέκι Φιλοσοφικής 0 comments

33943273_1646283872159112_1744580939285004288_o.jpg image[Colombia] Comunicado sobre prácticas machistas y violencias de género al interior de nues... Jun 18 12:48 by Grupo Libertario Via Libre 0 comments

copertina libro imageLibro: a las barricadas, testimonianze anarchiche e antifasciste internazionali Jun 17 17:15 by leo 0 comments

460_0___30_0_0_0_0_0_p1110496338280_1.jpg imageUnion Communiste Libertaire (UCL) Jun 17 06:33 by Union Communiste Libertaire 0 comments

cga_1.jpg imageLa Unión hace la fuerza Jun 15 21:42 by Coordination des Groupes Anarchistes 0 comments

cga.jpg imageL'Union fait la force Jun 15 21:28 by Coordination des Groupes Anarchistes 0 comments

p1110496338280_2.jpg imageFinal declaration of the founding congress of the Union Communiste Libertaire (UCL) Jun 15 21:11 by Union Communiste Libertaire 0 comments

texttiny housing...BIG PROBLEM Jun 15 11:13 by Pink Panther 0 comments

62640788_654419058375695_2622299253304721408_n.jpg imageLibertarian Atheneon of Volos (Greece) Jun 14 20:44 by Management Assembly 0 comments

elv_logo.jpg imageΕλευθεριακή Λέσχ... Jun 14 20:38 by Διαχειριστική Συνέλευση 0 comments

templateucl26.png imageCompartimos nuestro saludo por la conformación de la hermana UCL (Unión Comunista Libertar... Jun 13 19:33 by Diversas organizaciones de Sudamérica 0 comments

p1110496338280_1.jpg image[Francia] Congreso fundacional de la Unión Comunista Libertaria (UCL): declaración final Jun 13 19:31 by Union Communiste Libertaire 0 comments

constrcomlib2f1ae8_1.jpg image[Francia] Alternative Libertaire se disuelve para crear Union Comuniste Libertaire Jun 13 19:27 by Alternative Libertaire 0 comments

p1110496338280.jpg imageCongrès de fondation de l’Union communiste libertaire (UCL) : déclaration finale Jun 13 19:24 by Union Communiste Libertaire 0 comments

constrcomlib2f1ae8.jpg imageAlternative libertaire se dissout pour créer l’Union communiste libertaire Jun 13 19:07 by Alternative Libertaire 0 comments

votailsf.jpg imageSinn Féin: From Full Confidence Of Victory To Arrogance And Entitlement Jun 13 18:04 by Eimhéar Ní Fhearóir 0 comments

blackanarchistcnt.png imageAnarchism's Relevance to Black and Working Class Strategy Jun 11 05:47 by Lucien van der Walt 0 comments

acg.jpg imageInterview with the Anarchist Communist Group (ACG) from Great Britain Jun 09 04:27 by Die Plattform 0 comments

more >>
© 2005-2019 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]