user preferences

Upcoming Events

No upcoming events.
Διεθνή / Αναρχική Ιστορία / Γνώμη / Ανάλυση Saturday January 23, 2021 19:15 byMorris Brodie*

Συνοψίζοντας, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το διατλαντικό Αναρχικό κίνημα δεν αναζωογονήθηκε εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών, της έλλειψης χρημάτων και ,κατά συνέπεια, της αδυναμίας του να ξεφύγει από τη δική του απομόνωση. Η Ισπανική Επανάσταση έδωσε την ευκαιρία σε αυτούς τους αγωνιστές να αμφισβητήσουν αυτήν την κατάσταση και να θέσουν στην πράξη τις ιδέες τους σε ένα ευρύτερο κοινό. που έκανε, και για λίγο, ο αναρχισμός έγινε σχετικά δημοφιλής και πάλι. Ωστόσο, η συντριβή της επανάστασης, πρώτα από τους κομμουνιστές και τους φιλελεύθερους Ρεπουμπλικάνους και μετά από τη νίκη του Φράνκο ήταν καταστροφική για το κίνημα.

Το διατλαντικό Αναρχικό κίνημα τη δεκαετία του 1930

Morris Brodie*

Ο αναρχισμός βρίσκεται σε μια ολοένα αυξανόμενη αναβίωση τα τελευταία χρόνια, με πολλούς σχολιαστές να αναρωτιούνται εάν το κρατικό σύστημα της Βεστφαλίας (Westphalian) είναι ικανό να επιβιώσει από τις απειλές της παγκοσμιοποίησης, τα νέα κοινωνικά κινήματα και την ολοένα και πιο ασταθή φύση του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου. Σε αυτό το κλίμα είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι αναρχικοί στην πρόσφατη ιστορία, ιδιαίτερα στα μέσα του εικοστού αιώνα, ο οποίος θεωρείται συχνά ως ένας τριπλός ανταγωνισμός μεταξύ των ιδεολογιών του κομμουνισμού, της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του φασισμού. Η αυξανόμενη ενοποίηση της κρατικής εξουσίας, του μιλιταρισμού και του εθνικισμού ήταν σημαντικά θέματα κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά υπήρχε επίσης ένα επίμονο, αν και μικρό, διεθνές αναρχικό κίνημα, που συνεχώς πρότεινε την υπόθεση της επαναστατικής αλλαγής, προκαλώντας εκείνους που υποστήριζαν την αυξανόμενη κυβερνητική παρέμβαση για την καταπολέμηση των επιπτώσεων της μεγάλης ύφεσης (του 1929).

Σε αυτήν την εργασία θα ήθελα να διερευνήσω το αναρχικό κίνημα σε τρεις χώρες τη δεκαετία του 1930: τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, εφεξής αποκαλούμενο «διατλαντικό» Αναρχικό κίνημα. Οι πολιτικές ιδέες δεν υπάρχουν στο κενό, και οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες σε καθεμία από αυτές τις χώρες -με την κάθε μια σε διαφορετικό στάδιο ανάπτυξης- είχε μεγάλο αντίκτυπο στην ανάπτυξη των εργατικών τους κινημάτων, συμπεριλαμβανομένης της αναρχικής πτέρυγας. Ωστόσο, οι ομοιότητες στη γλώσσα, τον πολιτισμό και τους θεσμούς (καθώς και την ανταλλαγή μεμονωμένων αναρχικών μεταξύ των χωρών) επιτρέπουν σημαντικές συγκρίσεις. Θα τελειώσω με έναν απολογισμό της αντίδρασης του διατλαντικού Αναρχικού κινήματος στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας, που αποτέλεσε μια τεράστια ώθηση στο κύρος του αναρχισμού κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.

Το αναρχικό κίνημα στις ΗΠΑ ήταν κάπως το μεγαλύτερο στις διατλαντικές χώρες, με πολλές χιλιάδες ακτιβιστές να διασκορπίζονται σε όλη τη χώρα σε διάφορες τοποθεσίες, όπως η Νέα Υόρκη, το Σικάγο, το Νιου Τζέρσεϋ και οι μεγαλύτερες πόλεις της Καλιφόρνιας. Το κίνημα στις ΗΠΑ είχε ισχυρούς δεσμούς με τη μετανάστευση, με διαφορετικά δίκτυα συγκεντρωμένα σε διαφορετικές εθνοτικές κοινότητες. Πράγματι, ο αναρχικός ιστορικός Paul Avrich, υποστήριξε ότι «ο αναρχισμός, για όλες τις διεθνείς προσδοκίες του, για όλη την πίστη του στην ενότητα της ανθρωπότητας, ήταν πάντα χωρισμένος σε εθνικές και εθνοτικές ομάδες». Οι πιο σημαντικές από αυτές τις εθνοτικές κοινότητες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν οι Εβραίοι, οι Ρώσοι, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί. Από ορισμένες απόψεις, κάθε κίνημα είχε μια ξεχωριστή αναρχική ιδεολογία που επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπίδρασαν με άλλους τομείς του εργατικού κινήματος. Οι Εβραίοι και οι Ρώσοαμερικανοί αναρχικοί, για παράδειγμα, είχαν την κύρια δύναμή τιυς στα συνδικάτα, ιδιαίτερα στην Ένωση Ρώσων Εργαζομένων (Union of Russian Workers - URW), στην Διεθνή Ένωση Γυναικών Εργαζομένων στην Ένδυση(International Ladies Garments Workers’ Union - ILGWU) και στους Ενωμένους Εργαζόμενους στον Ρουχισμό (Amalgamated Clothing Workers of America - ACWA). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 οι δύο από αυτές αποτέλεσαν σκηνές φαύλων εσωτερικών διαφορών μεταξύ κομμουνιστών και μη κομμουνιστών για τον έλεγχο των συνδικάτων. Σε αυτές τις μάχες πολλοί Εβραίοι Αναρχικοί συμμάχησαν με συντηρητικούς συνδικαλιστές για να πολεμήσουν τους Κομμουνιστές. Σύμφωνα με τον Αναρχικό Sam Dolgoff, αυτό τους οδήγησε να ενταχθούν πλήρως στην «δεξιά πτέρυγα» του συνδικαλιστικού κινήματος και πολλοί στράφηκαν προς τον φιλελευθερισμό και το New Deal του Franklin D. Roosevelt τη δεκαετία του 1930.

Η εχθρότητα στον κομμουνισμό ήταν σήμα κατατεθέν των δραστηριοτήτων άλλων αναρχικών στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1930. Παρά την κάποια συνεργασία σε προηγούμενες εποχές, η δίωξη των Αναρχικών από τους Μπολσεβίκους κατά τη διάρκεια και μετά τη Ρωσική Επανάσταση έπληξε τις σχέσεις μεταξύ των δύο κινημάτων, και οι Αναρχικοί θεώρησαν ως αποστολή τους τα τελευταία χρόνια να αποκαλύψουν τα ελαττώματα της έννοιας της «δικτατορίας του προλεταριάτου» που υποστηριζόταν από οπαδούς του Τρότσκι και του Λένιν. Στον τομέα της ναυτιλίας (maritime), για παράδειγμα, οι ριζοσπάστες των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (International Workers of the World ή Wobblies, αναγκάστηκαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους με μερικούς αρκετά αντιδραστικούς ηγέτες συνδικάτων για να αποφύγουν την κομμουνιστική διείσδυση σε όλη την ακτή του Ειρηνικού. Οι εντάσεις μεταξύ των Wobblies και των Κομμουνιστών διαίρεσαν τελικά τη Ναυτιλιακή Ομοσπονδία της Ακτής του Ειρηνικού (Maritime Federation of the Pacific Coast - MFPC) το 1937, και αποτέλεσαν επίσης το επίκεντρο των διαφορών στην ακτή του Κόλπου. Πράγματι, μερικοί νεότεροι αναρχικοί, όπως ο Abe Bluestein, θυμούνται με πάθος να παλεύουν με τους κομμουνιστές έξω από συναντήσεις και διαλέξεις, όπου «προστατεύονταν από τους Wobblies με σιδερένιους σωλήνες τυλιγμένους με μαντήλια». Μερικές φορές, φαίνεται ότι οι Αναρχικοί ξόδεψαν περισσότερο χρόνο με τους κομμουνιστές παρά με τους εργοδότες τη δεκαετία του 1930, αλλά συμμετείχαν σε άλλες δραστηριότητες.

Ο αντιφασισμός έδωσε ώθηση στο ιταλικό αναρχικό κίνημα της εξορίας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 και συνεχίστηκε η δραστηριότητα από ομάδες τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μερικές από τις πιο θεαματικές επιχειρήσεις περιλάμβαναν απόπειρες δολοφονίας εναντίον του φασίστα δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι. Στο Λονδίνο, για παράδειγμα, ο Ιταλός επιχειρηματίας Emidio Recchioni παρείχε βόμβες, ένα φορτωμένο περίστροφο και 35 £ για να βοηθήσει μια αποτυχημένη κατά του Il Duce στη Ρώμη το 1931. Στο Λονδίνο, η φιλο-φασιστική εφημερίδα Daily Telegraph πήρε τις πληροφορίες αυτές και τις δημοσίευσε, μια κίνηση που εξόργισε τον Recchioni, ο οποίος υποστήριξε ότι αυτό είχε καταστρέψει τη θέση του στην τοπική κοινότητα. Μήνυσε την εφημερίδα για δυσφήμιση, παρά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί ήταν απολύτως αληθινοί. Στη συνέχεια, η Telegraph ζήτησε από το Υπουργείο Εσωτερικών να επιβεβαιώσει την αλήθεια της πηγής της στη Ρώμη, αλλά η τελευταία ήταν απρόθυμη να δώσει πληροφορίες, καθώς ο Recchioni ήταν προσωπικός φίλος του πρωθυπουργού Ramsay MacDonald, ο οποίος τον είχε βοηθήσει να αποκτήσει βρετανική υπηκοότητα. Ως αποτέλεσμα, η Telegraph έχασε την υπόθεση και της ζητήθηκε να καρταβάλει ως αποζημίωση στον Recchioni 1.750 £ (συν κόστος), το οποίο χρησιμοποίησε για να προωθήσει το τοπικό αντιφασιστικό κίνημα.

Στις ΗΠΑ, οι Ιταλοαμερικανοί Αναρχικοί συγκρουστηκαν με τους Blackshirts κατά τη διάρκεια των εορτασμών της Ημέρας του Κολόμβου, όπου ήταν πολύ λιγότεροι αριθμητικά. Υπήρξε διαχωρισμός στο ιταλοαμερικανικό αναρχικό κίνημα μεταξύ των οπαδών του Carlo Tresca -ο οποίος συμμετείχε σε πολλές από τις εργατικές κινητοποιήσεις της δεκαετίας του 1910- και οπαδών του Luigi Galleani, του εξεγερτικού αναρχικού που απελάθηκε από τις ΗΠΑ το 1919 για το ρόλο του σε σειρά βομβιστών ενεργειών. Ο Tresca, ο οποίος εξέδωσε το περιοδικό Il Martello, ήταν πιο πρόθυμος να συνεργαστεί με άλλους σε αντιφασιστικές δραστηριότητες από τους Galleanistas, οι οποίοι ήταν πολύ πιο σεχταριστικοί στις απόψεις τους. Ο Walter Starrett, ο οποίος επιμελήθηκε την αγγλική εφημερίδα «Road to Freedom», παραπονέθηκε ότι η τελευταία ομάδα «θα κρεμάσει έναν άνδρα σε τεχνικότητα» (‘would hang a man on a technicality’) και ονομάστηκαν «φανατικοί» από άλλους συντρόφους.

Μία από τις άλλες κύριες δραστηριότητες των Αναρχικών, ιδιαίτερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 ήταν η εκστρατεία υπέρ του ελεύθερου λόγου (free speech). Στη Σκωτία, για παράδειγμα, υπήρξε μια συνεχής εκστρατεία από τους Αναρχικούς που ήταν μέλης της Αντικοινοβουλευτικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας (Anti-Parliamentary Communist Federation - APCF) και άλλους ακτιβιστές σχετικά με το δικαίωμα διεξαγωγής δημόσιων συναντήσεων στη Glasgow Green, η οποία υπήρξε σημαντικός τομέας για τους δημόαιους ομιλητές από όλο το πολιτικό φάσμα για αρκετές δεκαετίες. Το υπό τον έλεγχο του Εργατικού Κόμματος δημοτικό συμβούλιο εισαγάγει ένα σύστημα αδειών για ομιλητές που επιθυμούσαν να μιλήσουν στην πλατεία Jail, σε μεγάλη ενόχληση ενός γεννημένου στο Λονδίνο αναρχικού, του Guy Aldred, ο οποίος κατηγορήθηκε και τελικά απαλλάχθηκε από μια κατηγορία βλασφημίας που έλαβε κατά τη διάρκεια της στο Hyde Park. Επιχειρήθηκαν νομικά κανάλια, αλλά όταν απέτυχαν, δημιουργήθηκε ένα Συμβούλιο Δράσης που αποτελείτα από το APCF, το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα (Independent Labour Party - ILP), το Κομμουνιστικό Κόμμα Μεγάλης Βρετανίας (Communist Party of Great Britain - CPGB) και άλλους. Διοργάνωσαν συναντήσεις και διαδηλώσεις, με αποκορύφωμα κάποια επεισόδια στην πλατεία Τζορτζ το 1931, όταν η αστυνομία επιτέθηκε σε 50.000 διαδηλωτές που προσπαθούσαν να διαδηλώσουν στην πόλη. Μια δικαστική παρέμβαση έσπρωξε το θέμα στο long grass και το ζήτημα της ελευθερίας του λόγου αντικαταστάθηκε τελικά από τις κομμουνιστικές ηγετικές πορείες Hunger Marches,, στις οποίες οι αναρχικοί δεν είχαν καμία επιρροή.

Η ανεργία ήταν επίσης ένα μεγάλο ζήτημα για τους διατλαντικούς Αναρχικούς, με πολλά από τα μέλη τους να είναι άνεργοι. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, συνεχίστηκαν οι στάσεις και οι μικροεξεγέρσεις ενάντια σε κυβερνητικά στρατόπεδα εργασίας που ανάγκασαν άνεργους εργαζόμενους από περιοχές που πλήττονταν από την Ύφεση, με τον φόβο της απώλειας των χρημάτων τους, να αναλάβουν υποτιμητικά καθήκοντα όπως κατασκευή δρόμων, υλοτομία και ισοπέδωση χωραφιών. Οι Αναρχικοί ονόμασαν αυτά τα στρατόπεδα (στα οποία απεστάλησαν περισσότεροι από 200.000 άνδρες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930) «στρατόπεδα σκλαβιάς» ή «στρατόπεδα συγκέντρωσης», και τα είδαν ως απόπειρα της κυβέρνησης να «σκληρύνει» τους ανθρώπους στην προετοιμασία για έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο. Στις Η.Π.Α. Ιδρύθηκαν συνδικάτα ανέργων (Unemployed Unions) με πρωτοβουλία της IWW, σε διάφορες πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα προκειμένου να συγκεντρώσουν πόρους και να συντηρήσουν ανθρώπους χωρίς να βασίζονται στην κυβέρνηση. Συγκέντρωσαν προμήθειες από τοπικές κοινότητες και επίσης πίεζαν εργοδότες όπου μειώθηκαν οι μισθοί.

Συνολικά, ωστόσο, ο αναρχισμός στις διατλαντικές χώρες στις αρχές της δεκαετίας του 1930 βρισκόταν σε μια σαφώς χαμηλή πτώση. Ο αριθμός τους είχε καταρρεύσει από τη δεκαετία του 1910 και στις αρχές της δεκαετίας του 1920, εν μέρει μέσω της κρατικής καταστολής. Ο λεγόμενος «κόκκινος τρόμος» (Red Scare) στις ΗΠΑ από το 1919 έως το 1920 είχε ως αποτέλεσμα τεράστιες απελάσεις και οι μεταναστευτικοί νόμοι (Immigration Acts) του 1921 και του 1924 μείωσαν σημαντικά τη μετανάστευση από χώρες με σημαντικό αναρχισκό και ριζοσπαστικό κλινημα όπως η Ιταλία και η Ρωσία. Η βρετανική κυβέρνηση στόχευσε επίσης τους Αναρχικούς για την αντιπολεμική στάση τους κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και έκλεισε την κύρια εβραϊκή αναρχική εφημερίδας Der Arbeter Fraint, μεταξύ άλλων εκδόσεων. Η Ιρλανδία γνώρισε το δικό της «κόκκινο τρόμο» στις αρχές της δεκαετίας του 1930, με την κυβέρνηση να απαγορεύει μια σειρά ριζοσπαστικών ομάδων, πολλές από τις οποίες δεν υπήρχαν πλέον, δείχνοντας την περιορισμένη γνώση τους για την κατάσταση του κινήματος. Η Ιρλανδία δεν είχε οργανωμένο αναρχικό κίνημα, όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά υπήρχαν ορισμένοι αγωνιστές που εγκατέλειψαν την ασφυκτική ατμόσφαιρα, που δημιουργήθηκε τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την Καθολική Εκκλησία, προκειμένου να ενταχθούν σε δίκτυα Αναρχικών στο Ηνωμένο Βασίλειο ή τις ΗΠΑ.

Ωστόσο, η κρατική και η εκκλησιαστική καταστολή ευθύνονται εν μέρει για την αδυναμία του αναρχικού κινήματος κατά τα πρώτα χρόνια της Ύφεσης. Οι αναρχικές ομάδες, παρά το ότι ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητες και αρκετά μικροσκοπικές, αναλώνονταν σε εξαιρετικά διχαστικές αντιπαραθέσεις, τόσο από ιδεολογική όσο και από προσωπική άποψη. Αναπτύσσονταν επιχειρήματα σχετικά με την οργάνωση έναντι της μη οργάνωσης, την τρομοκρατία έναντι της ειρηνικής δουλειάς και το κατά πόσονθα συνεργαστούν με άλλους στο συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα. Ωστόσο, αυτά τα ζητήματα μερικές φορες αποδεικνύονταν ασήμαντα μπροστά σε μνησικακίες μεταξύ τους. Η ομάδα Vanguard στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, διαλύθηκε όταν ο «ηγέτης» της ομάδας έκλεψε τη φίλη ενός άλλου μέλους. Η ομάδα του Λονδίνου Freedom, η οποία κυκλοφορούσε την ομώνυμη εφημερίδα Freedom από το 1886, διασπάστηκε όταν ο συντάκτης της Tom Keell, αποφάσισε να αποσυρθεί από την ομάδα, αλλά θεώρησε καλό να πάρει μαζί του ό,τι υπήρχε σχεδόν στο γραφείο της Freedom από το Whiteway Colony στο Gloucestershire, εξοργίζοντας πολλούς άλλους συντρόφους του. Ήταν τόσο εξοργισμένοι που ξεκίνησαν ένα αντίπαλο περιοδικό με τον ίδιο τίτλο Freedom, και δημοσίευσαν ένα επιθετικό άρθρο κατά του Keell στην πρώτη σελίδα του πρώτου τεύχους. Η διαμάχη ήταν τόσο δημόσια που ορισμένες ομάδες αρνήθηκαν να πουλήσουν την εφημερίδα, αναρωτώμενοι, και πολύ σωστά, «πόσο σεβασμό είναι πιθανό να τρέφουν οι αναγνώστες για μια ομάδα που επιτρέπει τη λάσπη μεταξύ των μελών της εν, από την άλλη, κηρύσσει αμοιβαία κατανόηση και καθολική αγάπη προς τους άλλους;» Εκτός από αυτό, η μεταναστευτική φύση του κινήματος, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, δυσκόλευε ορισμένους αναρχικούς των οποίων τα αγγλικά δεν ήταν πολύ καλά να συνδεθούν με το ευρύτερο εργατικό κίνημα. Συχνά ήταν ενεργοί στις δικές τους κοινότητες -το ισπανικό κίνημα ειδικότερα έκανε μια έντονη προσπάθεια να προσελκύσει τον ευρύτερο πληθυσμό των μεταναστών - αλλά παρέμεινε μακριά από το ευρύ κοινό.

Το γεγονός ότι πολλοί Αναρχικοι αγωνιστές ήταν άνεργοι σήμαινε ότι τα μέλη δεν μπορούσαν να πληρώσουν τις συνδρομές τους και η χρηματοδότηση ήταν ένα επίμονο ζήτημα καθ‘ όλη τη διάρκεια της Ύφεσης. Υπήρξε μια γενική αποτυχία του κινήματος να κερδίσει νέα μέλη, και έτσι αρκετοί προσελκύθηκαν από τον κομμουνισμό σε βάρος του αναρχισμού. Οι νεότεροι αγωνιστές ήταν γενικά τα παιδιά των Αναρχικών και αγωνίστηκαν να ξεπεράσουν την απομόνωσή τους, αν και πρέπει να ειπωθεί ότι έκαναν διάφορες προσπάθειες για να διαδώσουν την επιρροή τους, αλλά με λίγη επιτυχία. Για παράδειγμα, μια προσπάθεια οργάνωσης ενός Αναρχικού Συνεδρίου στις Μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ (Midwest Anarchist Conference), τελείωσε άδοξα όταν οι περισσότεροι αντιπρόσωποι ομάδων απέτυχαν να παρευρεθούν. Όταν ρωτήθηκε για την ομάδα της στο Κλίβελαντ και γιατί ήταν η μόνη που εμφανίστηκε, η αναρχική Rose Krutchkoff απάντησε: «Λοιπόν, οι Ιταλοί δεν πιστεύουν στα συνέδρια και οι δύο Εβραίοι δεν μιλιούνται μεταξύ τους».

Η Ύφεση παρουσίασε ένα άλλο δίλημμα για τους Αναρχικούς: η μαζική ανεργία σήμαινε ότι οι άνθρωποι εξαρτώνταν όλο και περισσότερο από την κυβερνητική βοήθεια για να ξεπεράσουν την πείνα. Το New Deal στις ΗΠΑ παρείχε σχετικά σταθερές θέσεις εργασίας σε εκατομμύρια Αμερικανούς και οι περισσότερες από τις διαμαρτυρίες στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία επικεντρώθηκαν στην αύξηση των μέτρων κρατικής ανακούφισης, χωρίς να απαλλαγούν εντελώς από το κράτος. Η αναρχική πεποπιθηση της αλληλοβοήθειας υπονομεύθηκε με την αύξηση του κρατικού ελέγχου στην οικονομία και οι Αναρχικοί συχνά θεωρείτο -αρκετά λανθασμένα όμως- ότι υποστήριζαν την ίδια laissez-faire στάση που υποστηρίζουν και οι συντηρητικοί. Αυτό ώθησε τον Αμερικανό Αναρχικό Harry Kelly, να θρηνήσει: «Νομίζω ότι ο καπιταλισμός είναι συγκλονιστικός και οι μέθοδοι και τα μέτρα του Ρούσβελτ πιθανότατα θα παραμείνουν και θα συγκρατήσουν την Ύφεση για τουλάχιστον για ένα χρόνο τουλάχιστον. Με άλλα λόγια, φοβάμαι ότι δεν θα ζήσω για να δω την επανάσταση για την οποια εργάστηκα και ονειρευόμουν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα». Οι Αναρχικοί στις διατλαντικές χώρες είχαν πνιγεί στα εθνοτικά τους πλαίσια και χωρίς κάποια δραστική αλλαγή κινδύνευαν να χάσουν κάθε συνάφεια με το ευρύτερο εργατικό κίνημα.

Δεδομένης της διεθνούς φύσης του Αναρχισμού, ίσως δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι τα γεγονότα στο εξωτερικό, στην Ισπανία, θα έδιναν την ευκαιρία αναζωογόνησης του κινήματος. Το πραξικόπημα στην Ισπανία, με επικεφαλής τους στρατηγούς, στις 19 Ιουλίου 1936, επιτάχυνε μια κατάσταση σχεδόν ολικής κατάρρευσης του κράτους στη χώρα, με τον στρατό, το ναυτικό, το κοινοβούλιο και την αστυνομική δύναμη να διαχωρίζονται μεταξύ υποστηρικτών και εχθρών της Ισπανικής Δημοκρατίας. Οι απαλλοτριώσεις της ααρχοσυνδικαλιστικής CNT και της σοσιαλιστικής UGT σηματοδότησαν την έναρξη ενός επαναστατικού κύματος στην Ισπανία, με τον ελευθεριακό κομμουνισμό να διακηρύσσεται σε τεράστιες περιοχές της Καταλονίας, της Ανδαλουσίας και της Αραγονίας.

Η διατλαντική αναρχική απάντηση σε αυτά τα γεγονότα ήταν μια αυξημένη και, αναμφισβήτητα, άνευ προηγουμένου δραστηριότητα. Στις ΗΠΑ, η Ισπανική Επανάσταση προκάλεσε την ενοποίηση πολλών αναρχικών ομάδων στις Ενωμένες Ελευθεριακές Οργανώσεις (United Libertarian Organizations - ULO). Η ULO κυκλοφόρησε την εφημερίδα Spanish Revolution (Ισπανική Επανάσταση, σε 7.000 αντίτυπα, και περιέγραψε λεπτομερώς την πρόοδο της επανάστασης στη χώρα, ιδίως στην Καταλωνία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πραγματοποιήθηκε παρόμοιο εγχείρημα με την έκδοση της εφημερίδας Spain and the World (Η Ισπανία και ο Κόσμος), η οποία είχε 4.000 αναγνώστες. Αυτές οι εφημερίδες ήταν ζωτικής σημασίας, δεδομένου ότι ήταν μια από τις ελάχιστες πηγές από τις οποίες οι άνθρωποι μπορούσαν να διαβάσουν για την Ισπανική Επανάσταση χωρίς την εγγενή προκατάληψη των φιλελεύθερων και κομμουνιστικών πηγών, η οποία δυσφήμηζε και λεηλατούσε την επανάσταση. Οι Αναρχικοί πίστευαν ότι αν δεν διεξαχθούν ταυτόχρονα ο πόλεμος και η επανάσταση, δεν θα υπήρχε αρκετή υποστήριξη από τον λαό για να νικήσει τελικά τον φασισμό. Αναρχικοί όπως η Έμμα Γκόλντμαν ταξίδεψαν στην Ισπανία και μετέφεραν τις εμπειρίες τους σε εφημερίδες και σε συναντήσεις πίσω στην Αγγλία. Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν σε αυτές τις συναντήσεις, με πρωταρχικό στόχο τη βοήθεια στην Καταλονία και τους Ισπανούς Αναρχικούς απευθείας μέσω της οργάνωσης Solidaridad Internacional Antifascista (Διεθνης Αντιφασιστική Αλληλεγγύη - SIA). Οι επιτροπές Aid Spain θεωρήθηκαν από τους Αναρχικούς ως κανάλια διοχέτευση κεφαλαίων καθαρά μέσω του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, χωρίς βοήθεια ή κεφάλαια που δόθηκαν στους Αναρχικούς της CNT. Από τον Μάη του 1937 έως τον Νοέμβρη του 1938, το αμερικανικό τμήμα της SIA συγκέντρωσε πάνω από $55.000. Δύο Αναρχικές από τη Σκωτία, οι Ethel MacDonald και Jenny Patrick, ταξίδεψαν στην Ισπανία για να εργαστούν στο τμήμα προπαγάνδας της αγγλικής γλώσσας της CNT. Η MacDonald βοήθησε επίσης τους Αναρχικούς να εγκαταλείψουν την Ισπανία όταν εκδηλώθηκε το κύμα των διωγμών που ακολούθησε τις Ημέρες του Μάη στη Βαρκελώνη το 1937, όταν ξέσπασαν μάχες μεταξύ επαναστατικών ακτιβιστών και της Ρεπουμπλικανικής κυβέρνησης, με τη βοήθεια των Κομμουνιστών, κερδίζοντας το ψευδώνυμο «Scots Scarlet Pimpernel».

Οι προσπάθειες αποστολής όπλων ήταν λιγότερο επιτυχημένες. Ο Ιρλανδός Jack White, πρώην διοικητής του Irish Citizen Army, πήγε στην Ισπανία με μονάδα ασθενοφόρων όπου μετατράπηκε σε αναρχικό. Συνέλαβε ένα ευφυές σχέδιο για λαθρεμπόριο όπλων και το έθεσε σε εφαρμογή μόλιςεπέστρεψε στην Αγγλία. Χρησιμοποιώντας τη διεύθυνση ενός Τσέχου κατασκευαστή όπλων στο Λονδίνο, του οποίου η σοφίτα καταλήφθηκε από έναν Αναρχικό, ο White και οι σύντροφοί του κατάφεραν να στείλουν τρεις αποστολές στην Ισπανία μέσω ενός γερμανικού λιμανιού. Όταν το πλοίο, σηματοδοτημένο για τους εθνικιστές, έφτασε στην Ισπανία, τα όπλα κατασχέθηκαν από τους Αναρχικούς, φέρνοντας σε αμηχανία τη βρετανική κυβέρνηση, η οποία δεν έπρεπε να επιτρέψει να περάσουν όπλα στο πλαίσιο της συμφωνίας μη παρέμβασης.

Η ισπανική CNT αποθάρρυνε την αποστολή εθελοντών στην Ισπανία, προτιμώντας χρήματα και όπλα σε περισσότερους άνδρες, αλλά αρκετοί υπερατλαντικοί Αναρχικοί έκαναν το ταξίδι τους για να πολεμήσουν σε αναρχικές πολιτοφυλακές, όπως στη Μαδρίτη και την Αραγονία με τη Διεθνή Ομάδα της Φάλαγγας Durruti. Άλλοι εντάχθηκαν στη Φάλαγγα Ascaso ή στο περίφημο Batallón de la Muerte (Τάγμα του Θανάτου). Περίπου 100-200 Αναρχικοί από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία πολέμησαν στην Ισπανία, μερικοί από αυτούς με τις κομμουνιστικές Διεθνείς Ταξιαρχίες. Ένας Ιρλανδός, ο Pat Read, διώχθηκε από την Ταξιαρχία Λίνκολν για τη συνεχή κριτική του στη γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Συνοψίζοντας, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το διατλαντικό Αναρχικό κίνημα δεν αναζωογονήθηκε εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών, της έλλειψης χρημάτων και ,κατά συνέπεια, της αδυναμίας του να ξεφύγει από τη δική του απομόνωση. Η Ισπανική Επανάσταση έδωσε την ευκαιρία σε αυτούς τους αγωνιστές να αμφισβητήσουν αυτήν την κατάσταση και να θέσουν στην πράξη τις ιδέες τους σε ένα ευρύτερο κοινό. που έκανε, και για λίγο, ο αναρχισμός έγινε σχετικά δημοφιλής και πάλι. Ωστόσο, η συντριβή της επανάστασης, πρώτα από τους κομμουνιστές και τους φιλελεύθερους Ρεπουμπλικάνους και μετά από τη νίκη του Φράνκο ήταν καταστροφική για το κίνημα. Πολλοί αγωνιστές φυλακίστηκαν ή σκοτώθηκαν, και πολλοί άλλοι εγκατέλειψαν το κίνημα απογοητευμένοι εντελώς. Τελικά, ακόμη και το κύρος των Αναρχικών στην Ισπανία δεν μπόρεσε να σταματήσει την πτωτική τάση και θα περνούσαν άλλα τριάντα χρόνια, τουλάχιστον, πριν ο Αναρχισμός αρχίσει να έχει ξανά σημαντικό αντίκτυπο σε ευρύτερα πολιτικά ζητήματα στις διατλαντικές χώρες.

*Υποψήφιος διδάκτωρ, Queen’s University Belfast. Μετάφραση: Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης.

image transatlantic1.jpg 0.01 Mb

brazil/guyana/suriname/fguiana / imperialismo / guerra / opinião / análise Thursday January 21, 2021 06:40 byBrunoL

O “trumpismo tropical” representa o conjunto de mensagens, signos, identidades políticas e posições reacionárias mesclando um passado conservador imaginário que relativiza o período colonial e a escravidão. Esse conjunto de horrores ganhou força com a eleição de Trump em 2016, não por acaso o mesmo ano em que o governo de centro de Dilma Rousseff sofreu um golpe de Estado apelidado de impeachment. Na sua condição subalterna, Bolsonaro apostou que uma relação “privilegiada” com o representante da extrema direita estadunidense poderia fornecer alguns ganhos na diplomacia e nas relações econômicas. Nada disso aconteceu.

Bruno Beaklini (@estanalise) – artigo originalmente publicado no Monitor do Oriente Médio (www.monitordooriente.com)
Dois líderes de países membros da Organização das Nações Unidas (ONU) seguiram fielmente os passos do derrotado presidente Donald Trump. Um, de forma subalterna e colonizada, é o presidente brasileiro e protofascista, Jair Bolsonaro. Outro é o premiê israelense, Benjamin Netanyahu. Comecemos pelo segundo.
O líder do Likud passou os últimos quatros anos na forma de simbiose, como um gêmeo univitelino do ex-dono de cassino. Sim, trata-se do mais que polêmico chauvinista assumido e acusado formalmente de corrupção, Benjamin Netanyahu, que atende pelo codinome de “Bibi”. As relações entre Israel e EUA são de complementaridade, inclusive na massificação discursiva. Se por um lado o Estado sionista depende da ajuda militar e financeira do Império, por outro consegue impor sua agenda doméstica como se fosse de primeira grandeza internacional para os estrategistas de Washington.
Para quem ainda tiver alguma dúvida dessa capacidade, sugerimos a leitura do livro de John Mearsheimer e Stephen Walt, “O lobby de Israel e a política externa dos EUA” (indico aqui o artigo traduzido e não o livro completo, disponível em https://www.scielo.br/pdf/nec/n76/03.pdf). Nessa obra seminal, a dupla de consagrados cientistas políticos estadunidenses e professores de Relações Internacionais - ambos muito vinculados ao establishment da oligarquia do Império – explicitam a relação direta e, por vezes, subordinada dos Estados Unidos para com o governo de Tel Aviv.
Dessa forma, Israel consegue impor uma agenda ao Império, sendo o próprio Estado criado a partir da Nakba, na guerra de limpeza étnica liderada por Ben Gurion, entre 1947 e 1949, uma parte dessa articulação imperialista. Ao contrário do Brasil, o Estado sionista opera como cabeça de ponte dos cruzados, atuando com vontade própria. Já o governo sediado em Brasília, pelo próprio peso gravitacional do país sul-americano, tende a entrar em rota de colisão com a gravitação e projeção de excedentes de poder dos Estados Unidos. Em todos os territórios latino-americanos ocorre o mesmo fenômeno mas, no Brasil, Argentina e México, pelo tamanho e dimensão destes países, a pressão dos EUA tende a ser maior, embora com presença direta menos perceptível.
Trump, o ídolo de Bolsonaro e a colonialidade da posição subalterna
Existe um nível de dependência que é intrínseco à formação dos países latino-americanos, e se refere ao conceito definido por Aníbal Quijano como “a colonialidade do poder” (http://www.decolonialtranslation.com/espanol/quijano-colonialidad-del-poder.pdf). Dessa forma, a dominação se dá tanto de fora para dentro, como em um desembarque de fuzileiros navais no início do século XX (entre 1898 e 1934) durante as chamadas “guerras bananeiras” (https://www.historiando.org/guerras-bananeras/), como também pode existir na estrutura de mentalidade que organiza as instituições nacionais. Assim, por mais ousada que seja uma correta política externa, sem mudar as correlações de força domésticas, a tendência de somar ignorantes, imbecis, arrivistas e parasitas, todos devidamente colonizados intelectualmente, é gigantesca (http://www.ihuonline.unisinos.br/artigo/6926-revisitando-anibal-quijano-e-a-colonialidade-do-poder-na-america-latina). Tal é o caso do desgoverno Bolsonaro e seu espelho retorcido diante do ex-dono de hotéis de luxo e apresentador de reality show.
O “trumpismo tropical” representa o conjunto de mensagens, signos, identidades políticas e posições reacionárias mesclando um passado conservador imaginário que relativiza o período colonial e a escravidão. Esse conjunto de horrores ganhou força com a eleição de Trump em 2016, não por acaso o mesmo ano em que o governo de centro de Dilma Rousseff sofreu um golpe de Estado apelidado de impeachment. Na sua condição subalterna, Bolsonaro apostou que uma relação “privilegiada” com o representante da extrema direita estadunidense poderia fornecer alguns ganhos na diplomacia e nas relações econômicas. Nada disso aconteceu.
Os descalabros da chancelaria brasileira serão abordados em outro artigo. Já as supostas vantagens comparativas entre Estados Unidos e Brasil nunca existiram, concluindo o governo de Trump com o anúncio de que a transnacional e montadora estadunidense Ford Motor vai simplesmente encerrar suas atividades no Brasil (https://g1.globo.com/economia/noticia/2021/01/11/ford-fecha-fabricas-e-encerra-producao-no-brasil-em-2021.ghtml). A desastrosa administração de Bolsonaro e Paulo Guedes nada fez e tampouco nada faz para defender o emprego industrial no país, culminando com a saída de uma empresa que está no Brasil há mais de cem anos (https://www.noticiasautomotivas.com.br/apos-101-anos-ford-encerra-producao-no-brasil/). Se isso caracteriza uma “aliança estratégica”, como seria uma “aliança tática” com outro governo? Nenhum governo “amigo” deveria permitir a saída de uma fábrica vinculada ao Tesouro dos EUA, deixando em depressão econômica as regiões em que a empresa tem plantas industriais instaladas.
O caso da saída da Ford segue o padrão desde a primeira viagem oficial do presidente Bolsonaro e toda sua trupe aos Estados Unidos. Na ocasião, em março de 2019, dos quatro pontos considerados positivos por parte da comitiva brasileira, pragmaticamente apenas um teria algum significado concreto. Vejamos: apoio dos EUA para a entrada do Brasil na OCDE; inclusão do Brasil como aliado extra da OTAN; visão positiva de parcerias para questões diplomáticas e, por fim, o início de conversas para firmar tratados comerciais, principalmente na área da agricultura (https://www.correiobraziliense.com.br/app/noticia/politica/2019/03/20/interna_politica,744063/um-saldo-positivo-na-viagem-de-bolsonaro-aos-estados-un...shtml). Três alinhamentos subalternos e uma promessa de pragmatismo que não se realizou. Ao contrário, jamais houve reciprocidade em termos efetivos entre o Itamaraty e o Departamento de Estado americano durante o período. Ou seja, além da pregação em defesa da “civilização ocidental” e outras fantasias reacionárias, não houve avanço algum em área nenhuma.
O efeito final do “trumpismo nos EUA” sem Trump na Casa Branca pode ser o alinhamento de uma legião com milhões de manipulados em teorias conspirativas e alucinações semelhantes, culminando no ataque ao Capitólio de 06 de janeiro desse ano (https://www.bbc.com/portuguese/internacional-55568031). No Brasil, o “trumpismo tropical” pode recorrer a práticas semelhantes em 2022. Mas, até lá, o protofascismo terá de conviver com um “patrão diferente”, lembrando-se de quem fez campanha contra sua candidatura.
Bolsonaro e o isolamento do Brasil no Sistema Internacional
O governo da extrema direita brasileira pode ficar isolado diante do reposicionamento do Império sob a administração Biden. Parece inevitável algum nível de tensão nos temas de meio ambiente, na retomada dos Acordos de Paris e em iniciativas multilaterais na prevenção do câmbio climático. Na defesa da soberania brasileira na Amazônia Legal é possível novo embate, já que os EUA podem ter no governo Bolsonaro, o “vilão perfeito”, já que o presidente é aliado de Trump e defensor das piores práticas ambientais da história do Continente.
Retomando o início do artigo, a diferença entre Benjamin Netanyahu e Jair Bolsonaro é o peso relativo de cada um dos países. Israel se comporta com a mesma arrogância da África do Sul durante as décadas de 1970 e 1980 no conflito ampliado da África Austral. Já o Brasil, sob a tenebrosa administração da extrema direita aliada a especuladores e militares entreguistas, é como um gigante que tem medo e vergonha do próprio tamanho. Ao invés de exercer seu peso geopolítico e liderar o Continente voltando-se às relações Sul-Sul, se contenta em ser subordinado às agendas do Império, com o agravante de internalizar a agenda política doméstica para fins de manobra e manipulação de amplas bases eleitorais.
A tendência é o Brasil se tornar, de fato, um país não respeitado no Sistema Internacional no período que resta do desgoverno Bolsonaro.
Este artigo originalmente publicado no Monitor do Oriente Médio (www.monitordooriente.com)
Bruno Beaklini (Bruno Lima Rocha Beaklini), de origem árabe-brasileira, é cientista político, professor de relações internacionais e de jornalismo e colunista do Monitor do Oriente Médio. Contatos: blimarocha@gmail.com / https://www.facebook.com/blimarocha/ / www.estrategiaeanaliseblog.com / t.me/estrategiaeanalise (Telegram) e https://www.youtube.com/channel/UCweS5s_1c0AvbXe5_iXYjKA (canal do Youtube)

Διεθνή / Αναρχικό κίνημα / Γνώμη / Ανάλυση Saturday January 16, 2021 20:31 byΓιάννης Βολιάτης*

Για τους επαναστάτες πάντως, ισχύει πάντοτε η θέση της υπεράσπισης των εξεγέρσεων των από-τα-κάτω ενάντια στους δυνάστες τους, η συμμετοχή σε αυτές με τις δικές τους δυνάμεις, σύμβολα και προτάγματα και η αιώνια προσπάθεια για την ταξική αυτο-συνείδηση των εκμεταλλευόμενων τάξεων, μέσα και από τις εξεγερσιακές διαδικασίες.

Στην Αλβανία εξέγερση, στην Λευκορωσία “απόπειρα πραξικοπήματος”; – Σκέψεις πάνω σε προβληματικές στάσεις και απόψεις κομματιού του ευρύτερου κινήματος.

Στις 8/12, στις 01:05 το βράδυ, στην λούμπεν αστική δημοκρατία της Αλβανίας, στην πόλη των Τιράνων, έλαβε χώρα η κρατική δολοφονία του 25χρονου Κλόντιαν Ράσα από το πιστόλι ενός μπάτσου, ο οποίος δεν δίστασε ούτε λεπτό να τον πυροβολήσει δυο φορές στο σώμα, επειδή ο νεαρός δεν σταμάτησε σε σήμα για έλεγχο, φοβούμενος προφανώς το πρόστιμο για την παραβίαση του κορονο-ωραρίου, μόλις 50 μέτρα μακριά από την πόρτα του σπιτιού του.

Μετά από την δολοφονία βγήκαν καλέσματα για συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας από ένα ετερόκλητο μείγμα οργανώσεων, οι οποίες πολύ γρήγορα μετατράπηκαν σε βίαιη εξέγερση των από τα κάτω, των καταπιεσμένων, ενάντια στην αστυνομοκρατία, την καταστολή και τον αυταρχισμό του καθεστώτος του Έντι Ράμα, ο οποίος ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας το 2013.

Ο Ράμα και η Αλβανία

Ο Ράμα ήταν ένα πουλέν του παλιού Χοτζικού “κομμουνιστικού” κύκλου, από οικογενειακών καταβολών (οι γονείς του ήταν και οι δυο άρρηκτα συνδεδεμένοι με το καθεστώς). Σπουδαγμένος στην Ευρώπη και ανοιχτά κριτικός ως προς το μετα-χοτζικό κράτος του Σαλί Μπερίσα, ο Ράμα εξαργύρωσε την στάση του με υπουργικές θέσεις στις “σοσιαλδημοκατικές” κυβερνήσεις του Φάτος Νάνο στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Από το 2005 εμφανίζεται ως ο “ηγέτης της ενωμένης Αριστεράς”, ως αρχηγός του μεγαλύτερου αριστερού κόμματος, του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Αλβανίας -μεταλλαγμένου διαδόχου του Αλβανικού Κόμματος Εργασίας του Χότζα και του Νάνο- ηγούμενος ενός σχηματισμού που όσο πλησίαζε στην εξουσία και μετά την κατάκτησή της, μετατοπιζόταν σταδιακά προς το Κέντρο (μας θυμίζει κάτι αυτό;). Ταυτόχρονα, διετέλεσε και Δήμαρχος Τιράνων από το 2000 έως το 2011.

Στην πορεία του προς την πρωθυπουργία, αντίπαλός του ήταν το λεγόμενο “συντηρητικό μπλοκ” του Μπερίσα, του πρώτου εκλεγμένου προέδρου της Αλβανίας μετά την πτώση του καθεστώτος, με κύριο πυλώνα το δεξιό Δημοκρατικό Κόμμα. Τον Μπερίσα διαδέχθηκε στο κόμμα ο Μπάσα μετά την εκλογική ήττα του 2013, ο οποίος προσπάθησε να “εκμοντερνίσει” την Δεξιά και πρωτοστάτησε στις διαμαρτυρίες ενάντια στην κυβέρνηση το 2017. Όσο ο Ράμα ατσάλωνε την θέση του στην Πρωθυπουργία, μετά και την επανεκλογή του το 2017, τόσο προχωρούσε προς απολυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης, αστυνομοκρατία και βία, ενώ ταυτόχρονα κινούνταν προς φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, και παράλληλα κατηγορούταν για υπεξαίρεση χρημάτων, απάτες, αλλά και για σχέσεις με τις ναρκομαφίες της χώρας. Εξαιτίας όλων αυτών δέχθηκε κριτική ακόμη και από το εσωτερικό του ίδιου του κόμματός του, συγκεκριμένα από την πιο αριστερή πτέρυγα, υπό τον παλαιό μέντορά του, Νάνο.

Ουσιαστικά, η δολοφονία του Κλόντιαν Ράσα ήταν το “φυσικό επακόλουθο” μιας διακυβέρνησης βασισμένης στα παραπάνω στοιχεία, και μιας χώρας ευρισκόμενης σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, λόγω του κορονοϊού, της καραντίνας και της περαιτέρω απολυταρχικοποίησης και αστυνομοκρατίας. Τόσο η δολοφονία αυτή καθαυτή, όσο και η μεγάλη κοινωνική έκρηξη που την ακολούθησε, ήταν αναπόφευκτο να συμβούν, σε μια χώρα που, εκτός των άλλων, συνεχίζει να ταλανίζεται από πολύ σοβαρά και διαχρονικά οικονομικά προβλήματα, με ένα τεράστιο μέρος του πληθυσμού να ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Σε αυτή την εξέγερση έχουν βγει μπροστά, λαμβάνοντας δυσανάλογη προβολή από τα ΜΜΕ, τα αντιδραστικά στοιχεία και οι οπαδοί της παλιάς κυβέρνησης, νυν αντιπολίτευσης, δηλαδή οι οπαδοί του Μπερίσα και του Μπάσα, ακόμη και με συνθήματα όπως “κάτω ο κομμουνισμός” (στο μυαλό του μέσου λοβοτομημένου εθνικιστή, ο κομμουνισμός ξεκινάει από την “κεντροαριστερά” του Ράμα και φτάνει μέχρι την “κομμουνιστική” δικτατορία του Χότζα).

Φυσικά όμως δεν είναι μόνο αυτοί. Υπάρχει μια τεράστια μάζα κόσμου, φτωχών και καταπιεσμένων προλετάριων, που δεν αντέχει άλλο την οικονομική εκμετάλλευση και την αστυνομική και κρατική καταστολή. Υπάρχουν και οργανωμένα πολιτικά κομμάτια, πολύ κοντά στο ευρύτερο ανταγωνιστικό κίνημα, όπως π.χ. η Organizata Politike.

Εξαιτίας λοιπόν αυτού, εξαιτίας όλης της παραπάνω κατάστασης, ολόκληρο το ελληνικό ανταγωνιστικό, αντικαπιταλιστικό κίνημα, από την Αριστερά μέχρι και την Αναρχία, έχει τοποθετηθεί επάνω στα γεγονότα, συμφωνώντας πως πρόκειται περί εξέγερσης, βγάζοντας κείμενα και αφίσες και πραγματοποιώντας δράσεις αλληλεγγύης στους εξεγερμένους της Αλβανίας. Και πολύ καλά κάναμε, γιατί αυτό συμφωνεί με τους τρόπους που ως επαναστάτες πιστεύουμε ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις εξεγέρσεις των από τα κάτω:

Οι επαναστάτες και οι “αυθόρμητες” εξεγέρσεις των “από τα κάτω”

Στο σημείο αυτό να ξεκαθαρίσουμε πως με τον όρο “αυθόρμητες εξεγέρσεις” δεν αναφερόμαστε σε κάτι άλλο, παρά σε μια εξέγερση, μια κινητοποίηση, που δεν είναι αποτέλεσα κάποιας πολιτικής δουλειάς μυρμηγκιού, με στόχο τη κατάληψη ή την κατάργηση της εξουσίας, αλλά που συμβαίνει επ’ αφορμής κάποιου συγκεκριμένου περιστατικού ή υπό την σκιά μιας κατάστασης γενικευμένης κοινωνικής αναταραχής, δυσαρέσκειας κλπ, που μπορεί να έχει κάποιο συγκεκριμένο αίτημα ή σύνθημα (παραίτηση της κυβέρνησης, ενός υπουργού, ελεύθερες εκλογές σε μια δικτατορία κλπ) ή μπορεί και όχι, αλλά πρακτικά, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο υπάρχει, η όλη διαδικασία κινείται πολύ πέραν αυτού και αναλόγως των συνισταμένων δυνάμεων που αποτελούν την εξέγερση. Όπως συνέβη π.χ. στην Ελλάδα τον Δεκέμβρη του 2008, μετά την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και αργότερα με τους αγανακτισμένους, υπό την σκιά της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων. Πολύ διαφορετικές συγκυρίες, σίγουρα διαφορετικό το επίπεδο οργάνωσης στο εσωτερικό τους, αλλά και πάλι, το ένα περισσότερο από το άλλο, εμπεριείχαν το συστατικό του “αυθόρμητου”, μη καθοδηγούμενου από κάποιον πολιτικό φορέα. Με όλα τα καλά και τα κακά που αυτό φέρει.

Σε τέτοιες καταστάσεις λοιπόν, σε τέτοιου είδους εξεγέρσεις, όπως αυτή που συμβαίνει αυτή την στιγμή στην Αλβανία, ποια πρέπει να είναι η στάση των Επαναστατών; Πρέπει να στέκονται παράμερα, μέσα στην πολιτική τους καθαρότητα και να κουνάνε το δάκτυλο, σχετικά με το ποιος συμμετέχει σε αυτή την εξέγερση, ποιον προβάλουν τα κανάλια περισσότερο, αν υπάρχουν αντιδραστικά στοιχεία και συνθήματα από τα οποία μπορεί να “λερωθεί” η δική μας ιδεολογία; Πολλές τέτοιες φωνές και νουθεσίες ακούστηκαν και πάλι, μέσα από το ίδιο το επαναστατικό κίνημα, με αφορμή την Αλβανία και σε σχέση με το “αμφίβολο” ποιόν και την σύσταση των εκεί εξεγερμένων. Όμως πλέον, μετά τις εμπειρίες του Δεκέμβρη, αλλά κυρίως των Αγανακτισμένων -αλλά και άλλες παρόμοιες καταστάσεις διεθνώς και διαχρονικά, στις οποίες σταθήκαμε επαρκείς ή ανεπαρκείς των περιστάσεων- μπορούμε ασφαλώς να πούμε πως ΟΧΙ, δεν πρέπει να είναι αυτή η στάση μας.

Αντίθετα, σε μια γενικευμένη εξεγερσιακή κατάσταση, η στάση των επαναστατών πρέπει να είναι αυτή που αρμόζει σε μια οργανωμένη πολιτική δύναμη που θέλει να φέρει την κοινωνική αλλαγή και τον επαναστατικό μετασχηματισμό. Δηλαδή, οι επαναστάτες θα πρέπει να χωθούν μέσα σε όλη αυτή την διαδικασία, διακριτά, με τα δικά τους συνθήματα και προτάγματα, να αποπειραθούν να βρουν κοινούς τόπους με τις δυνάμεις εκείνες της κοινωνίας που είναι εν δυνάμει επαναστατικές -δηλαδή το προλεταριάτο, τους καταπιεσμένους, τους φτωχοδιαβόλους, την νεολαία δίχως μέλλον- και να τους προπαγανδίσουν τις θέσεις τους, χωρίς να προσπαθήσουν να τους καπελώσουν από την μία, αλλά από την άλλη, προσπαθώντας να αποτινάξουν από την διαδικασία αυτή τα αντιδραστικά στοιχεία και τις αστικές ή εθνικιστικές προκαταλήψεις. Αναδεικνύοντας το γιατί και το πώς οι δυνάμεις αυτές φέρνουν μόνο την διαίρεση και την ήττα, σε αντίθεση με την ταξική ενότητα, που μπορεί να φέρει την κοινωνική απελευθέρωση.

Σίγουρα αυτή η “συνταγή” δεν θα φέρει μια βέβαιη νίκη. Τέτοιου είδους κινήματα υποστηρίζονται πολλές φορές από πυλώνες της εξουσίας και δυνάμεις της αστικής αντιπολίτευσης, για τα δικά τους ιδιαίτερα οφέλη και την δική τους πολιτική ατζέντα. Οι δυνάμεις αυτές έχουν πολύ συχνά πολλαπλάσιες οικονομικές δυνατότητες και κοινωνικές προσβάσεις από τους επαναστάτες και μπορούν πολύ εύκολα να τους απομονώσουν ως προβοκάτορες, ενώ μπορούν να δώσουν μια στρεβλή εικόνα προς τα έξω, σε σχέση με τα πραγματικά μεγέθη και την σύσταση εντός του εξεγερσιακού κινήματος, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που μπορεί να φτάσουν στο τέλος να κερδίσουν μέσω της προπαγάνδας, αυτά τα οποία ήθελαν να προβάλουν ως αληθή εξαρχής.

Ακόμη όμως κι αν έρθουν έτσι τα πράγματα και μια εξέγερση ηττηθεί ή ενσωματωθεί από αντιδραστικές ή αστικές δυνάμεις, αυτό δεν σημαίνει πως οι προσπάθειες των επαναστατών ήταν μάταιες. Η ταξική συνείδηση, η στράτευση ολοένα και περισσότερων καταπιεσμένων στον αγώνα, συμβαίνει με πολλαπλάσιο ρυθμό μέσα στην φλόγα μιας εξέγερσης, μέσα από την δράση και διαμέσου της αδέκαστης στάσης και προσήλωσης των επαναστατών σε αυτές, ώστε να λειτουργήσουν και ως παράδειγμα. Έτσι αποκτά συνείδηση γρηγορότερα η τάξη μας, έτσι οι συνειδητοποιημένοι προλετάριοι πλαισιώνουν τις επαναστατικές δυνάμεις και οργανώσεις. Στο κάτω κάτω, αυτή είναι και η ίδια η πεμπτουσία μιας εξέγερσης μετά το κόπασμά της, περισσότερο ακόμη και από την κατάκτηση κάποιων μερικών αιτημάτων που ίσως να υπήρχαν.

Και πάμε τώρα πίσω στο κυρίως θέμα του άρθρου μας…

Η εξέγερση στην Λευκορωσία του Λουκασένκο

Τους τελευταίους μήνες όμως, έλαβε χώρα και άλλη μία εξέγερση, στην Λευκορωσία του δικτάτορα Λουκασένκο. Η Λευκορωσία είναι το πιο αστυνομοκρατούμενο κράτος στην Ευρώπη, ίσως και στον κόσμο (μάλλον όχι όμως). Στην Λευκορωσία συμβαίνουν σε καθημερινή βάση κρατικές απαγωγές, φυλακίσεις, ακόμη και δολοφονίες αντιφρονούντων πάσης φύσεως. Αν και το μεγαλύτερο κομμάτι όσων ζουν υπό των φόβο της δίωξης ανήκει στην φιλελεύθερη αντιπολίτευση από την μια και τους λιγοστούς επαναστάτες και αναρχικούς από την άλλη, όπως θα δούμε παρακάτω, αυτός δεν είναι πλέον ο κανόνας.

Το καθεστώς του Λουκασένκο αυτοαποκαλείται “Λαϊκή Δημοκρατία” και θεωρεί ότι αποτελεί συνέχεια του Σοβιετικού καθεστώτος της περιοχής, που παρέμεινε ακέραιο και μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, αφού ο “Λούκα” αρνήθηκε την διάλυσή της και τις πολιτικές “ανοίγματος”. Προσοχή εδώ, δεν μιλάμε για την ΕΣΣΔ του Λένιν έστω, για όσους έχουν ακόμη αυταπάτες για τα πρώτα δύο-τρία χρόνια της Οκτωβριανής, αλλά την ΕΣΣΔ της Τσεκά και της GPU, την ΕΣΣΔ του Στάλιν, του Μπρέζνιεφ, του Χρουστσόφ και του Γκορμπατσόφ (ναι φυσικά και υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα σε όλους αυτούς, αλλά το νόημα παραμένει πως μιλάμε για ένα εκφυλισμένο, κρατικο-καπιταλιστικό, αστυνομικό και απολυταρχικό κράτος).

Ο Λουκασένκο κυβερνά την Λευκορωσία με σιδηρά πυγμή επί 26 χρόνια, από την ίδρυση δηλαδή του σύγχρονου κράτους της Λευκορωσίας το 1994, όταν και με δημοψήφισμα πέτυχε να πάρει όλες τις εξουσίες του ανώτατου Σοβιέτ της χώρας. Έχει δημιουργήσει ένα πελατειακό κράτος-εργοδότη-συλλογικό καπιταλιστή, από το οποίο είναι εξαρτημένοι εργασιακά εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια Λευκορώσοι, οι οποίοι αποτελούν και ως επί το πλείστον τους μέχρι πρότινος θερμούς υποστηρικτές του. Η χώρα, διατηρώντας το παλαιό σοβιετικό καθεστώς, κατάφερε βραχυπρόθεσμα να αποφύγει την εξαθλίωση που υπέστησαν οι άλλες πρώην ΣΣΔ μετά το άνοιγμα στην ελεύθερη αγορά, κάτι όμως που δεν έμελλε να κρατήσει πολύ. Έτσι, πολλοί από τους υποστηρικτές του προέδρου αλλάζουν γνώμη, βλέποντας εκτός των άλλων ΚΑΙ τα οικονομικά αδιέξοδα του κρατικού καπιταλισμού και της πρόσδεσης στο Ρωσικό ιμπεριαλιστικό άρμα.

Ουσιαστικά, πριν τις μεγάλες εξεγέρσεις ακόμη, που ξεκινούν και σταματούν ανά διαστήματα από το 2017, η αποδοχή προς το πρόσωπο του “Πατερούλη” Λουκασένκο μετά βίας άγγιζε το 30% της κοινωνίας, σύμφωνα με ανεξάρτητες, έξω από την Λευκορωσία, μετρήσεις, των οποίων βέβαια την πιστότητα δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με θετικό τρόπο. Μιλώντας πάντα για την προ 4 χρόνων πραγματικότητα, προ της πρόσφατης μεγάλης οικονομικής κρίσης στην Λευκορωσία και πριν από τις μεγάλες διαμαρτυρίες, πριν την ανεπαρκή διαχείριση του covid-19 κλπ, μπορούμε να βγάλουμε το ασφαλές συμπέρασμα πως αυτό το ποσοστό, αν είναι πραγματικό, έχει πέσει ακόμη χαμηλότερα.

Βέβαια, όπως συμβαίνει σε κάθε απολυταρχία, έτσι και στην Λευκορωσία δεν υπάρχει απόλυτη ελευθερία στον τύπο, με πρόσχημα την αιώνια σοβιετική δικαιολογία, ότι δηλαδή αυτό αποτελεί μέτρο καταστολής του αστικού και αντεπαναστατικού τύπου. Στην ουσία όμως, καταστέλλεται κάθε φωνή αντίδρασης, αστική ή επαναστατική. Ταυτόχρονα, οι επαναστάτες και οι αναρχικοί δεν έχουν δικαίωμα να δημιουργούν φανερά ομάδες ή ανεξάρτητα συνδικάτα, πέρα των επίσημων κρατικών, ενώ κάθε ύποπτη κίνηση καταστέλλεται άγρια εν τη γενέσει της. Όλη αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει πολλούς πολιτικοποιημένους ανθρώπους να επιλέξουν μορφές οργάνωσης που ευκαιριακά μόνο τους χρησιμεύουν, αν και δεν τους αντιπροσωπεύουν πολιτικά, όπως οι αφορμαλιστικές ομάδες συγγένειας από αναρχο-κομμουνιστές, οι μυστικές οργανώσεις που συνεννοούνται δια αντιπροσώπων και πολλές φορές τα μέλη τους δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους. Οι δημόσιες δράσεις των αναρχικών,π.χ., πριν και εν μέσω της εξέγερσης περιορίζονταν σε flash-mob συγκεντρώσεις ή παρεμβάσεις σε συγκεντρώσεις άλλων φορέων, για μερικά λεπτά.

Μερικές πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε σε ΑΥΤΟ το άρθρο (σ.σ. οι τακτικές και οι πολιτικές της ομάδας PRAMEΝ δεν αντιπροσωπεύουν τις θέσεις των ανθρώπων του alerta.gr, οι οποίες έτσι κι αλλιώς δεν είναι ομοιογενείς, αλλά μας δείχνουν ωστόσο την πραγματικότητα μέσα στην οποία είναι αναγκασμένοι οι Λευκορώσοι αναρχικοί να δρουν και να παίρνουν τις αποφάσεις αυτές).

Φυσικά, η οργανωμένη πολιτική αντίδραση στον Λουκασένκο δεν έρχεται μόνο από τα αριστερά, αλλά από όλο το πολιτικό φάσμα. Για την ακρίβεια, αυτό που ενώνει το μεγαλύτερο κομμάτι του Λευκορωσικού λαού πλέον, είναι η αντίθεση στον Λουκασένκο και η θέληση για την ανατροπή του. Όπως είναι φυσικό, με βάση όλα τα παραπάνω, όταν τα αποτελέσματα των εκλογών του Αυγούστου 2020 έδειξαν “νίκη” του Λουκασένκο με ποσοστό 80%(!!!), αυτό ήταν απλά η αφορμή για εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές να αψηφήσουν το αστυνομικό καθεστώς και να βγουν στους δρόμους, αντιδρώντας αρχικά στην καταφανέστατη νοθεία. Πολύ σύντομα, αυτές οι διαμαρτυρίες μετατράπηκαν σε παλλαϊκή εξέγερση.

Σε αυτή την εξέγερση έλαβαν και πάλι, όπως και στην περίπτωση της Αλβανίας σήμερα, δυσανάλογη προβολή από τα ΜΜΕ, τα αντιδραστικά και φιλοδυτικά στοιχεία, που αντιπροσωπεύονται κυρίως από τη φιλελεύθερη αντιπολίτευση, η οποία έχει άκρες και πόρους από τα συμφέροντα της Ε.Ε. στην χώρα, αλλά πρακτικά δεν έχει σχεδόν κανέναν πολιτικό ρίζωμα στην κοινωνία. Μια κοινωνία που, σύμφωνα με τα λόγια Λευκορώσων ακτιβιστών “δεν αναγνωρίζει καν τους ηγέτες της αντιπολίτευσης“. Με λίγα λόγια, η αποπολιτικοποίηση της ζωής στην Λευκορωσία υπό τον ζυγό του Λουκασένκο είναι τέτοια, που το μοναδικό κριτήριο της ψήφου των πολιτών είναι η συμφωνία ή μη με τις πολιτικές του. Είναι επόμενο λοιπόν, όσο οι επαναστάτες και οι αναρχικοί καταλήγουν με συνοπτικές διαδικασίες στις φυλακές, χωρίς καμία δυνατότητα οργάνωσης ή την θέληση για συμμετοχή σε εκλογικές διαδικασίες (έστω και νόθες), το πάνω χέρι στο “φαίνεσθαι” του κινήματος να το έχουν οι φιλελεύθερες δυνάμεις, που ακόμη διατηρούν κάποια στοιχειώδη δικαιώματα οργάνωσης. Ενώ οι επαναστάτες και οι αναρχικοί αρχικά απλά παρέμβαιναν στις διαδηλώσεις με τον τρόπο που προαναφέραμε και που μπορείτε να διαβάσετε στο λινκ του άρθρου παραπάνω.

Η καταστολή ήταν γενική. Και αν το καθεστώς δεν μπορούσε να φυλακίσει εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, παρά μόνο να τους καταστέλλει με την βία, δεν συνέβη το ίδιο με όσους αναγνώριζε ως επικεφαλής των ταραχών ή τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία.

Σύμφωνα με συνέντευξη του αναρχικού Vlad M., ο οποίος κρατήθηκε φυλακισμένος για 30 ημέρες, χωρίς κανέναν λόγο πέρα από την συμμετοχή του στις διαδηλώσεις, αυτοί που βρίσκονται μέσα στα κελιά ποικίλουν, τόσο από άποψη πολιτικής θέσης, όσο και μορφωτικού επιπέδου και επαγγελματικής σταδιοδρομίας.

Πράγματι, πέρα από τους αναρχικούς, τους αντιφασίστες και τους ακτιβιστές (για τους οποίους ο Αναρχικός Μαύρος Σταυρός κάλεσε εβδομάδα αλληλεγγύης – 23 έως 30 Νοεμβρίου) και οι οποίοι συνελήφθησαν για βίαιες ενέργειες κατά τις διαδηλώσεις, είδαμε να φυλακίζονται και διάφορες ηγετικές μορφές, τόσο της πιο φιλελεύθερης, φιλο-ευρωπαϊκής και κεντροαριστερής αντιπολίτευσης, όπως ο Mikola Statkevich του Λευκορωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, αλλά και της δεξιάς, όπως ο Paval Sieviaryniec των Χριστιανοδημοκρατών, οι ποίοι βρίσκονται αμφότεροι υπό κράτηση από το καλοκαίρι. Πέρα όμως από τους πολιτικούς του αντιπάλους, ο Λουκασένκο δεν δίστασε να φυλακίσει για μικρά χρονικά διαστήματα “παραδειγματικά” και άλλες σημαντικές προσωπικότητες της χώρας, από διάφορους τομείς της κοινωνικής ζωής, την τέχνη και τον αθλητισμό, οι οποίες τάχθηκαν ενάντια στο καθεστώς του και στην εκλογική νοθεία. Τέτοια παραδείγματα είναι η αρχηγός της Εθνικής Ομάδας Γυναικείου Ράγκμπι της χώρας, Μαρία Σακουρο και η μπασκετμπολίστρια του Womens’ NBA, Γιελένα Λεουτσάνκα.

Ωστόσο, ο αναρχικός Vlad M. είδε και κάτι θετικό στην όλη υπόθεση των επιλεκτικών διώξεων του Λουκασένκο: Σύμφωνα με τον ίδιο, πλέον ο κόσμος που ως τώρα περίμενε μια οργανωμένη διαμαρτυρία της επίσημης αντιπολίτευσης για να κινητοποιηθεί, μετά και την καταστολή ως προς αυτήν και την άμβλυνση της δικής της συμμετοχής, αλλά και των αυτο-οργανωμένων δράσεων των αναρχικών και αντιφασιστών που μπήκαν δυναμικά μέσα στο κίνημα,έμαθε να οργανώνεται μόνος του, αδιαμεσολάβητα και ακηδεμόνευτα. Το αν αυτό θα έχει επίπτωση και στην πολιτική του συνείδηση, πέρα από το πρακτικό κομμάτι, μένει να φανεί στο μέλλον.

Παραφωνίες της ντόπιας αριστεράς και όχι μόνο

Σε αυτή την δεύτερη λοιπόν εξέγερση, υπήρξαν φωνές από μερίδα της επίσημης αριστεράς, κυρίως της “κομμουνιστογενούς” (και δεν μιλάμε μόνο για το ΚΚΕ και τις πάγιες θέσεις του), που σε κάθε τους άρθρο, σε κάθε τους τοποθέτηση, υπερτόνιζαν την αντιδραστική, αστική και φιλοευρωπαϊκή συμμετοχή στις διαδηλώσεις, ουσιαστικά παίζοντας το ίδιο παιχνίδι με τα αστικά μέσα, χαρίζοντας έναν ολόκληρο λαό άλλοτε στους… φασίστες -οι οποίοι όμως ιστορικά δεν υπάρχουν καν στην Λευκορωσία οργανωμένοι σαν δύναμη, μπορείτε να δείτε εδώ μια πολύ ωραία ανάλυση– και άλλοτε στους αστούς, αναδεικνύοντας τον ρόλο της Σβετλάνα Τιχανουσκάγια, μιας αστής πολιτικού και υποψήφιας στις εκλογές του 2020, η οποία ήταν η πρώτη που αμφισβήτησε το αποτέλεσμα και διεκδίκησε η ίδια την νίκη. Δείχνουν μάλιστα με το δάκτυλο την συμμετοχή αναρχικών και αντιφασιστών στις ίδιες συγκεντρώσεις με τους από πάνω (ενώ είπαμε πως δρουν οι αναρχικοί- παρεμβατικά- αλλά και πως γίνονται βασικά μέχρι πριν λίγο καιρό οι συγκεντρώσεις), ενώ παραδίπλα κυματίζουν λάβαρα που θεωρούνται από τους ίδιους “ναζιστικά” και στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια εθνική σημαία (όντως αντιδραστικού χαρακτήρα αλλά όχι φασιστικού ή ναζιστικού) που χρησιμοποιήθηκε σε πολλές μη-κομμουνιστικές χρονικές περιόδους της Λευκορωσίας και την χρησιμοποιούν ευρέως οι φιλοευρωπαϊστές Λευκορώσοι. Ο “λαός”, το υποκείμενο που υποτίθεται ότι θέλει να εκπροσωπήσει η αριστερά, αγνοήθηκε, σχεδόν υπέρ του Λουκασένκο, η καταστολή και η ελευθερία του λόγου και του τύπου υποτιμήθηκαν και υποβιβάστηκαν σε δευτερεύοντα ζητήματα, από τις ίδιες δυνάμεις που στον πολιτικό τους λόγο για τα εγχώρια ζητήματα μιλάνε για “δημοκρατικές ελευθερίες που κερδήθηκαν με το αίμα του λαού”.

Τηρώντας πάντα όμως οι δυνάμεις αυτές στα άρθρα τους μια διακριτική “ουδετερότητα” (εκτός φυσικά από το ΚΚΕ όπως είπαμε), φρόντισαν να μην ταχθούν ξεκάθαρα υπέρ του Λουκασένκο, μίλησαν όμως για υποκινούμενο από την Ευρώπη πορτοκαλί πραξικόπημα τύπου Ουκρανίας! Το ότι στην Ουκρανία οι φασίστες είχαν ιστορική παρουσία και συνεργασία με τους Γερμανούς Ναζί, ενώ στην Λευκορωσία, κομμάτι του εθνικού μύθου της χώρας είναι η ολόψυχη αντίσταση στους τελευταίους, αυτά όλα επιμελώς αποκρύφτηκαν, γιατί δεν ωφελούσαν τον σκοπό.

Ξέρουμε όμως ποιον ωφελεί η ουδετερότητα σε μια κατάσταση καταπίεσης έτσι; Από παλιά τα έχουμε λύσει αυτά οι επαναστάτες. Και επίσης, σε μια συνθήκη όπως αυτή μιας κοινωνικής εξέγερσης, είναι πολύ σημαντική η οπτική γωνία υπό την οποία θα εξετάσει κάποιος ένα ζήτημα στα άρθρα του και τις τοποθετήσεις του. Το αν θα αναδείξει την βαρβαρότητα του καθεστώτος ή την “μη καθαρότητα” των εξεγερμένων, αν θα “κουνήσει το δάκτυλο” από την γωνιά του, όπως ακριβώς αναλύσαμε στο παραπάνω κεφάλαιο για τον ρόλο των επαναστατών σε τέτοιου είδους εξεγέρσεις. Η οπτική γωνία που επιλέγεις δείχνει πολλά παραπάνω από όσα θες να πεις.

Δυστυχώς αυτή την στάση κράτησε και ένα πολύ μικρό τμήμα του α/α χώρου, ευτυχώς όχι οργανωμένα, αλλά μεμονωμένα, με τοποθετήσεις, σχόλια και αναρτήσεις στα social media, με απίθανες δικαιολογίες στην ίδια κατεύθυνση με αυτή μερίδας της αριστεράς, αλλά εμπλουτισμένη με διάφορες “πικάντικες” λεπτομέρειες εκτός θέματος, με στόχο όμως και πάλι την απόρριψη του κινήματος . Αυτή την στάση δεν θα την πιάσω πάρα πολύ, καθώς ήταν πιο μετριασμένη και όχι επίσημη, αλλά και επειδή πονάει πολύ περισσότερο το ίδιο το α/α κίνημα.

Γιατί ακολουθήθηκε αυτή η στάση;

Στην Αλβανία λοιπόν εξέγερση.
Στην Λευκορωσία απόπειρα φιλοδυτικού πραξικοπήματος;
Γιατί;

Ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς υποστηρίζει πως, μέσω της κριτικής και της αυτο-κριτικής, έχει απαλλαγεί από ψευδαισθήσεις του παρελθόντος, όπως ο ρόλος της Ε.Σ.Σ.Δ. στο παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα, τουλάχιστον στην ύστερη φάση της. Η κριτική ιδιαίτερα στην εποχή του Σταλινισμού είναι πολύ έντονη. Ωστόσο, θα ήταν καλό η κριτική ενός περασμένου παρελθόντος να μπορεί να βρει και πρακτικό πάτημα στις συνθήκες του σήμερα. Το κομμάτι της αριστεράς (αλλά και του ευρύτερου κινήματος) που αντέδρασε με τόσο προβληματικό τρόπο απέναντι και ενάντια στην εξέγερση που λαμβάνει χώρα στην Λευκορωσία, παρ’ όλα τα στοιχεία που υπάρχουν γι αυτήν, φαίνεται πως δεν μπορεί να αποδεχθεί εξίσου μια εξέγερση που λαμβάνει χώρα απέναντι σε συμβολισμούς και ονοματολογία, όπως τα κόκκινα αστέρια, τα σφυροδρέπανα και ο τίτλος “Λαϊκή Δημοκρατία” που χρησιμοποιεί ο Λουκασένκο. Η υπεράσπιση για όλα αυτά έχει μάλλον ιστορικούς λόγους παρά ουσιαστικούς, και στρέφεται αυτόματα απέναντι σε εξεγερμένους που, μην έχοντας γνωρίσει άλλου είδους συμβολισμό καταπίεσης από αυτόν (τον “κομμουνιστικό”), στρέφονται τόσο ενάντια στο καθεστώς, όσο και ενάντια στα σύμβολα που έχει οικειοποιηθεί. Και αν αυτό υποκινείται εσκεμμένα από την Δεξιά και τους φιλελεύθερους στην Λευκορωσία και την Ευρώπη, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως η εγχώρια αριστερά θα πρέπει να υπερασπιστεί τους σφετεριστές των επαναστατικών συμβολισμών, αλλά τουλάχιστον, αν τόσο πολύ πια το έχει ανάγκη, τους ίδιους αυτούς τους συμβολισμούς, τόσο απέναντι στους σφετεριστές τους, όσο και απέναντι στους λασπολόγους τους. Ίσως ακόμη περισσότερο απέναντι σε αυτούς που στο όνομα ευγενικών ιδεών κάνανε τέρατα.

Μια άλλη πιθανότητα είναι πως κομμάτι της αριστεράς ίσως να βλέπει στο καθεστώς του Λουκασένκο κάτι που προσομοιάζει σε κάποιο δικό της σχέδιο, έστω και ως ενδιάμεσο στάδιο, προς μια “επαναστατική προοπτική”. Ίσως το υπερασπίζεται ως μια παρατραβηγμένη εκδοχή της “δικτατορίας του προλεταριάτου”, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που μεγάλο κομμάτι της αριστεράς υποστήριξε την ΕΣΣΔ, παρ’ όλες τις αντιδραστικές της πολιτικές, μέχρι και την πτώση της. Θεωρούν ίσως πως το καθεστώς του Λουκασένκο δεν είναι μια απλή κρατιστική παραλλαγή του καπιταλισμού (όπως ήταν δηλαδή κατά γενική ομολογία η ΕΣΣΔ, στα τελειώματά της τουλάχιστον, για όσους ακόμη τσινάνε), αλλά ένα ενδιάμεσο καθεστώς που έχει διατηρήσει σοβιετικές “κατακτήσεις”, όπως η κρατική (και φυσικά όχι δημόσια, από τα κάτω, κολεκτιβιστική ή οτιδήποτε άλλο προοδευτικό) ιδιοκτησία πολλών μεγάλων βιομηχανιών, κάποιες σημαντικές κοινωνικές παροχές και η μικρή ανεργία, κλείνοντας τα μάτια στην αστυνομοκρατία, την ανελευθερία της καθημερινής ζωής, αλλά και την ίδια την υπερ-εκμετάλλευση που υφίστανται οι εργαζόμενοι μέσα σε αυτές τις κρατικές επιχειρήσεις, που τους έχουν ωθήσει πολλές φορές στο να οργανωθούν παράνομα και παράλληλα με τον επίσημο συνδικαλισμό του κράτους. Ουσιαστικά η οπτική αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θεοποίηση του ίδιου του κράτους ως φορέα κοινωνικής αλλαγής. Σε αυτό θα αντιτασσόταν ακόμη και ο ίδιος ο Λένιν (Κράτος κι Επανάσταση).

Τέλος, υπάρχει σίγουρα εκείνο το κομμάτι ανάλυσης μέσα στην αριστερά (και όχι μόνο) που ιεραρχεί τους ιμπεριαλισμούς, ανάλογα με το ποιος από αυτούς κάνει μεγαλύτερο κουμάντο ή ποιος από αυτούς υπερισχύει στον ελλαδικό χώρο, ως ο άμεσος εχθρός. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, είναι επιτρεπτή ακόμη και η “συμμαχία” με ή έστω η “ανοχή” του αντίθετου ιμπεριαλιστικού πόλου, δηλαδή στην περίπτωσή μας, της Ρωσίας έναντι των ΗΠΑ-Ε.Ε.-ΝΑΤΟ. Εφόσον λοιπόν ο Λουκασένκο αντιτίθεται στις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της Ε.Ε. στην ανατολική Ευρώπη (π.χ. Ουκρανία), τότε είναι σύμμαχός μας και κάθε προσπάθεια υπόθαλψης του καθεστώτος του είναι σίγουρα υποκινούμενη από την Δύση. Αυτό φυσικά προσομοιάζει με παλαιότερες αντιλήψεις για τον αντι-ιμπεριαλισμό, περασμένων δεκαετιών, που μιλούσαν για αντι-ιμπεριαλιστικά κράτη και προοδευτικές εθνικές αστικές τάξεις, τις οποίες έπρεπε να στηρίξει το επαναστατικό κίνημα ενάντια στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ. Κάτι που βέβαια, πρακτικά σήμαινε πως μπορεί να στηριχθεί μια απολυταρχική κυβέρνηση κάποιας χώρας του Τρίτου ή του Αραβικού Κόσμου, η οποία σε καθημερινή βάση εκμεταλλεύεται και καταστέλλει την δική μας τάξη στο εσωτερικό της.

Αντί επιλόγου

Φυσικά, τελειώνοντας, να αναφέρουμε πως όλα τα παραπάνω δεν υπάρχουν ως παράμετροι στην Αλβανική εξέγερση, οπότε η Αριστερά, σε όλο της το φάσμα, μπορεί να συνταχθεί με τους Αλβανούς προλετάριους. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια κυβέρνηση (Ράμα) η οποία αποτελεί ιστορικο-πολιτικά την άρνηση και την μετατόπιση από θέσεις όπως αυτές που υποστηρίζει ο Λουκασένκο, δηλαδή για την “Κεντραριστερά” του Σ.Κ.Α. που προέρχεται από το “ξεπέρασμα” του Χοτζισμού. Ελπίζουμε οι ίδιες αυτές δυνάμεις της αριστεράς να μην αποσύρουν την υποστήριξή τους, αν αρχίσουν να βγαίνουν προς τα έξω εικόνες από την Αλβανία που θα δείχνουν κάποιο συντηρητικό κομμάτι της εξέγερσης, π.χ. τους υποστηρικτές του Μπερίσα και του Μπάσα, να καίνε σημαίες με σφυροδρέπανα (ήδη όπως είπαμε υπάρχουν και τέτοια συνθήματα) αφού αυτό αντιλαμβάνονται πως ακόμη πολεμούν στο πρόσωπο του Ράμα.

Για τους επαναστάτες πάντως, ισχύει πάντοτε η θέση της υπεράσπισης των εξεγέρσεων των από-τα-κάτω ενάντια στους δυνάστες τους, η συμμετοχή σε αυτές με τις δικές τους δυνάμεις, σύμβολα και προτάγματα και η αιώνια προσπάθεια για την ταξική αυτο-συνείδηση των εκμεταλλευόμενων τάξεων, μέσα και από τις εξεγερσιακές διαδικασίες.

Όλα τα υπόλοιπα είναι πολιτική. Με την κακή έννοια.

*Από το alerta
**Εδώ αναδημοσιεύεται από εδώ: https://www.aftoleksi.gr/2020/12/14/stin-alvania-exegersi-stin-leykorosia-apopeira-praxikopimatos/

southern africa / migration / racism / review Thursday January 14, 2021 18:27 byLAMA

A review of a movie about a cross-cultural marriage with political implications.

Love knows no borders. That’s one of the main messages of A United Kingdom. This is a film based on the true story of Seretse Khama (David Oyelowo), the heir to the kingdom of Bechuanaland (modern Botswana), and Ruth Williams (Rosamund Pike), a ‘white’ clerical worker from London. The couple wanted to get married and faced a series of challenges to this from family and the powers-that-be in both countries.

The central protagonists meet in foggy post-World War II London. Khama is with friends at a function, he is holding forth on tactical approaches to dealing with the colonial power. The acting of Oyelowo in this scene and a couple of similar ones when addressing crowds in his homeland is electric. Ruth Williams looks at him, rightly mesmerised by his rhetoric and things move rapidly from there. The chemistry between the actors is one of the positive components of the movie. If perhaps this was a purely romantic story, the subsequent familial conflicts and opposition to their union based on their ‘race’ would be enough to provide a satisfying tale. It's been done before in Look Who’s Coming to Dinner (1967) or in fact anything Sidney Poitier did in the 1960s’. So while it might not do anything new, such a tale could still work in showing a certain time and place.

What adds another thematic layer to the story is the political implications of their relationship. The post-war eclipsing of Britain meant that the latter's approach to Empire was less confident. In the case of Bechuanaland, the British held ultimate control over the territory while holding up the pretense that the local monarchy and its views were important to them. The movie shows that due to this situation, the colonial authority was sometimes outmaneuvered by Khama. He was an astute political player who knew how to use the public proclamations of the British government against itself to gain moral backing for his aspirations.

At times the movie hits home by outlining the blatant betrayal by both wings of the British establishment. The Labour Government under Atlee is often held in the same saintly regard by British Social Democrats as the Savage Government is by their equivalents in Aotearoa. A United Kingdom shows attempts by a very small minority of Left-wingers to alleviate the plight of Seretse and Ruth (who were physically divided at one point as a result of bureaucratic skullduggery) being countered by the leadership of their own party. Atlee explains that Britain is dependent on South Africa through its gold resources. A policy of Apartheid is about to be introduced, and having a neighbouring country ruled by a black and white couple would cause trouble for that financial relationship. Churchill while in opposition promises to help the Khamas, but upon subsequent election, the old Tory reactionary openly breaks this promise.

While it's clear skewering of imperialism is a welcome theme, there are other bits that are more problematic. For example, the scenes set on location in Bechuanaland only have the locals appear as background props. They mostly show up en masse to acclaim their hereditary leader or to sing spontaneously to his wife. The passivity or adulation of the masses and the rigid attention on the Chief as the focus of the story is a saddening aspect of the film. We are meant to buy into the liberal view of the makers that somehow this is all ok since Khama is a nice guy, speaks well, and evinces a paternal concern for these downtrodden subjects.

As noted, Oyelowo is in top form when talking to tribal members in big groups. One occasion near the end involves a declaration in which he declines a future monarchical role. Khama had spent a large period of his life being trained to adopt such a position so you could say his renunciation was a brave and situationally progressive one. However, it becomes clear his intention in doing so is to put himself forward as a potential leader in a future independent Botswana. He later went on to be the first President of that country. So in reality, the scion of an elite family merely changed titles, while gaining even more power than previously. It has to be admitted that the results have been a qualitative improvement over other places. Post-independence Africa is sadly full of examples of kleptocracy, corruption, civil wars, and a host of serious problems. Botswana is a rare exception to a lot of this. Yet holding it up as a model underplays the reality that there are still disparities in wealth and power that no hierarchical system of authority can overcome.

To conclude, A United Kingdom has bits that hold your interest. The romantic strand of the story is effectively shown thanks to the acting of the leads and is generally the most satisfying element to watch. The political dimension is less adequate. This is so both in the portrayals expected of the supporting cast (the British bureaucrats are viewed simplistically and the common tribespeople are mostly there as human wallpaper) and as noted, its overall liberal stance regarding the desired outcome. So if you want a surface look at a particular time and location that tends to be neglected, or you like a feel-good romance where the protagonists triumph over adversity, A United Kingdom might be your cup of tea old chap. If you want something weightier, you might have to grab your movie passport and head somewhere else.



Κείμενο του Trivo Indic μεταφρασμένο στα Ελληνικά από την σελίδα "Λυσσασμένοι Προλετάριοι" (https://rabidproletarians.espivblogs.net/archives/1058 Δημοσιεύτηκε αρχικά στα ιταλικά στην “Umanità Nova”, 27 Μάη 1990. Αγγλική μετάφραση: Paul Sharkey (from Kate Sharpley Library in London).

H αναρχική παράδοση στο Γιουγκοσλαβικό έδαφος

Οι αναρχικές ιδέες ήρθαν στο προσκήνιο στο Γιουγκοσλαβικό έδαφος κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μέσω Γιουγκοσλάβων που είχαν δουλέψει ή σπουδάσει στις ευρωπαϊκές χώρες, όπου το εργατικό κίνημα ήταν δυνατό. Ενώ μελετούσε νομική και οικονομικά στο Μόναχο και τη Ζυρίχη, ο Σέρβος σοσιαλιστής Ζίβογιν Ζούγιοβιτς [Živojin Žujovič, 1838-1870 (2)] έγινε ένας απ’ τους πρώτους ανθρώπους που ενστερνίστηκαν τις ιδέες του Προυντόν. Υπήρξε ο πρώτος Σέρβος σοσιαλιστής και μέντορας του Σβέτοζαρ Μάρκοβιτς [Svetozar Marković, 1846-1875], ενός θεωρητικού και οργανωτή του σερβικού εργατικού κινήματος. Υπήρχε μια αξιοσημείωτη αποικία νοτίων Σλάβων φοιτητών κιι επαναστατών στην Ελβετία, που κρατούσε επαφές με το Μπακούνιν και το σλαβικό τομέα της Ομοσπονδίας της Γιούρα. Ανάμεσά τους οι Γιόβαν Ζούγιοβιτς [Jovan Žujović], Μάνογιλο Χρβάτσανιν [Manojlo Hrvaćanin, 1849-1909], Πέρα Τόντοροβιτς [Pera Todorović] και άλλοι. Στις αρχές του 1872, στη Ζυρίχη φιλοξενήθηκε το συνέδριο των Σέρβων σοσιαλιστών, στο οποίο συμμετείχε ο Μπακούνιν, στη διάρκεια του οποίου σχεδιάστηκε το πρόγραμμα του Σέρβικου Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Ο αγώνας για την εθνική απελευθέρωση των νοτίων Σλαβικών περιοχών (ένας αγώνας που στόχευε κυρίως στην απελευθέρωση των περιοχών από τον αυστροουγγρικό και τουρκικό έλεγχο) ενθάρρυνε την εξάπλωση της σκέψης που εστιάζει στην ελευθερία.

Στη διάρκεια των αναταραχών του 1875 στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη, υπήρχε ένα αριστερό ρεύμα που υπερασπίστηκε το κοινωνικό πρόγραμμα. Ήταν υπό την ηγεσία του Βάσο Πελάγκιτς [Vasa Pelagic (3)] και δέχθηκε την υποστήριξη αναρχικών όπως ο Μάνογιλο Χρβάτσανιν, ο Κόστα Ούγκρινιτς [Kosta Ugrinić, 1848-1933] και άλλοι. Πολλοί Ιταλοί αναρχικοί συμμετείχαν στις αναταραχές (ο ίδιος ο Μαλατέστα έκανε δύο προσπάθειες να φτάσει στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη), καθώς και αναρχικοί από τη Ρωσία και άλλα μέρη της Ευρώπης.

Στις αρχές του Απρίλη του 1871, ο Γιόχαν Μοστ (4) έφτασε στην Λιουμπλιάνα κι εκεί ήρθε σε επαφή με μέλη της Κοινωνίας των Εργατών. Ο Μάτιγια Κουντς [Matija Kunc], ο πρόεδρος της Κοινωνίας, ήταν ο προπαγανδιστής των ιδεών του Μοστ. Σε πολλές δικαστικές υποθέσεις εναντίον της ριζοσπαστικής πτέρυγας των Αυστροούγγρων σοσιαλιστών στο Ζάγκρεμπ, το Σελόβιτς και το Γκρατς, οι κατηγορούμενοι ήταν τόσο Κροάτες, όσο και Σλοβένοι αναρχικοί. Η αναρχική επιρροή (εκφραζόμενη για παράδειγμα απ’ τους R. Golouh, Giovanni Marchetti and Ivan Endliher) έφτασε μέχρι την Δαλματία μέσω της Τεργέστης και της Ανκόνα. Αναρχικές διαδηλώσεις λάμβαναν χώρα στο Ροβίγκο (1904) και το Σπλιτ (1908). Ο Κροάτης δάσκαλος, Μίλος Κρπαν [Milos Krpan], ήταν σε επικοινωνία με Ελβετούς αναρχικούς ήδη από το 1898: διέδωσε τα αναρχικά ιδεώδη ανάμεσα στις επονομαζόμενες σοσιαλιστικές ομάδες του Slavonski Brod (στμ. Ανατολική Κροατία) και της ευρύτερης περιοχής (συμπεριλαμβανομένου του Ντουμπρόβνικ), ενώ το 1909 και 1910 επιχείρησε να θέσει τις βάσεις για μια Διεθνή Αναρχική Αποικία. Οι αρχές της Αυστροουγγαρίας απαγόρευσαν την εισαγωγή και διακίνηση αναρχικών εφημερίδων και βιβλίων στις νοτιοσλαβικές περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους.

Αναρχισμός και κοινωνική απελευθέρωση

Οι ελευθεριακές ιδέες εισήχθησαν στην Μακεδονία μέσω νέων ανθρώπων που φοιτούσαν στην Ελβετία και τη Βουλγαρία στα τέλη του 19ου αιώνα. Ανάμεσα στο 1897 και το 1898, δύο αναρχικές εφημερίδες δημοσιεύτηκαν από τη Γενεύη- η Glas (H Φωνή) και Otmachtenie (Εκδίκηση), της επονομαζόμενης Μυστικής Μακεδονικής Επαναστατικής Επιτροπής, που αγωνιζόταν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους και την εδραίωση μιας σοσιαλιστικής Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Οι ιδέες του ρωσικού ναροντνικισμού (στμ. ή “λαϊκισμού” όπως μεταφράζεται συχνά, αλλά δεν αποδίδει το νόημα του όρου στην τότε συγκυρία) και αναρχισμού υιοθετήθηκαν από τον πρώτο μακεδόνα σοσιαλιστή, το Βάσιλ Γκλάβινοβ [Vasil Glavinov, 1869-1929]. Στη Σόφια, ο Γκλάβινοβ γνώρισε τον Γκότσε Ντέλτσεβ [Goce Delčev, 1872-1903], μια αχτίδα φωτός στον αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, τον ιδρυτή της -βασισμένης στην Αδριανούπολη- Μακεδονικής Μυστικής Επαναστατικής Οργάνωσης (που στήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Οκτώβρη του 1893), τον άντρα πίσω από την εξέγερση του Ίλιντεν το 1903. Ο Ντέλτσεβ είχε επίσης συνεισφέρει στην εδραίωση της «Δημοκρατίας του Κρούσεβο», της πρώτης σοσιαλιστικής δημοκρατίας των Βαλκανίων (που επιβίωσε περίπου 3 μήνες).

Ο Ντέλτσεβ είχε στενές επαφές και προσωπικούς φίλους με τις ηγετικές μορφές του βουλγαρικού αναρχικού κινήματος Μιχαήλ Γκερντζίκοβ [Mihail Guerdzhikov, βουλγ. Михаил Герджиков] και Βαρμπάν Καλιφάρσκι [Varban Kilifarski, βουλγ. Върбан Килифарски]. Πολλοί άλλοι αναρχικοί αγωνιστές για μια ανεξάρτητη Μακεδονία συγκεντρώθηκαν γύρω απ’ τον Ντέλτσεβ, ανάμεσά τους ο Πέταρ Μάντζουκοβ [Petar Mandžukov, 1879-1966] που δημοσίευσε το Αλφάβητάρι της Αναρχικής Θεωρίας, στα Σκόπια το 1898, ο Ντάμε Γκρούεβ [Dame Gruev 1871-1906], ο Γιάνε Σάνντανσκι [Jane Sandanski, 1872-1915], ο Νίκολα Κάρεβ [Nikola Karev, 1877-1905], ο Ντίμο Χατζιδίμοβ [Dimo Hadzidimov, 1875-1915] και άλλοι. Oι μακεδόνες αναρχικοί είχαν παράλληλα μια μυστική τρομοκρατική ομάδα (brodara), την Guemidzija, στην Θεσσαλονίκη (ανάμεσα στα μέλη της, οι Γιόρνταν Ποπ-Γιόρντανοβ, Μάρκο Μπόσνακοβ, Ντίμιτερ Μάτσεβ, Κόνσταντιν Κίρκοβ, Πάβελ Σάτεβ, Μίλαν Άρσοβ, Βλάντιμιρ Πίνγκοβ [Jordan Pop-Jardanov, Marko Bosnakov, Dimiter Mecev, Konstantin Kirkov, Pavel Satev, Milan Arsov, Vladimir Pingov]). Οργανώνοντας ένα κύμα βομβιστικών επιθέσεων [τον Απρίλη του 1903] σε δημόσια κτίρια προσπάθησαν να στρέψουν τα μάτια του κόσμου στον μακεδονικό αγώνα για την ελευθερία (5). Κάποιοι απ’ αυτούς σκοτώθηκαν, άλλοι συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν σε θάνατο ή εξορίστηκαν στην Τουρκία.

Μια διεθνής βαλκανική επαναστατική αναρχική οργάνωση που ονομάστηκε Κόκκινη Αδελφότητα δραστηριοποιήθηκε απ’ το 1910 ως το 1912 στην Θεσσαλονίκη, τη Στρούμιτσα, το Κουμάνοβο και το Κράτοβο, και πολέμησε τους Τούρκους σε μια προσπάθεια να απελευθερώσει τη Μακεδονία.

Στη Βοσνία Ερζεγοβίνη

Η καμπάνια για εθνική και σοσιαλιστική απελευθέρωση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, που βρισκόταν υπό Αυστροουγγρική κατοχή από το 1878, οδήγησε στην ανάγκη για την δημιουργία ενός, αναρχικού τύπου, επαναστατικού νεολαιίστικου κινήματος γνωστό ως Νεαρά Βοσνία (Mlada Bosna). Σ’ αυτό ηγήθηκε ο Μπόγκνταν Ζέραγιτς [Bogdan Žerajić, 1886-1910], μεγάλος θαυμαστής του Κροπότκιν. Ο θάνατος του Ζέραγιτς ήρθε σε μια απόπειρα να δολοφονήσει τον κυβερνήτη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, Στρατηγό Βαρεσάνιν [Marijan Varešanin]. Η απόπειρα τον Ιούνιο του 1910 απέτυχε και ο Ζέραγιτς χρησιμοποίησε την τελευταία του σφαίρα για τον εαυτό του. Η αστυνομία αργότερα αποκεφάλισε το πτώμα του πριν το κάψει με μυστικότητα και κρατήσει το κεφάλι στην αστυνομική συλλογή ως παράδειγμα αναρχικού κεφαλιού.

Τον Ιούλιο του 1912 ο Λούκα Γιούκιτς [Luka Jukic] επιχείρησε τη δολοφονία του Κυβερνήτη Τσούβαϊ [Slavko Cuvaj] (6) στο Ζάγκρεμπ, αλλά κι αυτό απέτυχε και ο Λούκα Γιούκιτς καταδικάστηκε σε ισόβια, ελευθερώθηκε όμως όταν κατέρρευσε η αυτοκρατορία. Μαζί του καταδικάστηκε σε επταετή φυλάκιση και ο Αούγκουστ Τσέσαρετς [August Cesarec, 1893-1941], συγγραφέας και μελλοντικός εκδότης αριστερών κριτικών (Φλόγα, 1919). Η δολοφονία του διαδόχου του Αυστροουγγρικού θρόνου και τελευταίου απόγονου της δυναστείας των Αψβούργων, Φραγκίσκου Φερδινάνδου, οργανώθηκε στο Σαράγιεβο στις 28 Ιουνίου του 1914 από μέλη της ομάδας Νεαρά Βοσνία. Την αρχή έκανε ο Νέντελικο Τσάμπρινοβιτς (Nedeljko Čabrinović, 1895-1916), ένας στοιχειοθέτης, πετώντας στον Αρχιδούκα μια βόμβα, η οποία απέτυχε να ενεργοποιηθεί· έτσι ο Φραγκίσκος Φερδινάνδος συνέχισε το ταξίδι του. Κατόπιν, ο Γκαβρίλο Πριντσίπ τον δολοφόνησε με ένα ρεβόλβερ. Οι περίπου 25 συνωμότες δικάστηκαν: ένας από αυτούς ήταν ο Ντάνιλο Ίλιτς [Danilo Ilić, 1890-1915], που κρεμάστηκε. Ο Γκαβρίλο Πριντσίπ καταδικάστηκε σε 20 χρόνια καταναγκαστικής σκληρής εργασίας και πέθανε από τις ασθένειες και τα βασανιστήρια. Στη δίκη ο Τσάμπρινοβιτς δήλωσε πως η ανάμειξή του στην δολοφονία ήρθε ως αποτέλεσμα της αναρχικής του ιδεολογίας. Πέθανε από έναν συνδυασμό πείνας και ψυχικών διαταραχών στη φυλακή, σε ηλικία 20 χρόνων. Ένας από τους πνευματικούς καθοδηγητές της σερβικής αναρχικής νεολαίας ήταν ο Βλάντιμιρ Γκατσίνοβιτς [Vladimir Gaćinović, 1890-1917] που είχε συνδεθεί με τους Ρώσους επαναστάτες μετανάστες που εξορίστηκαν στο ξεκίνημα της επανάστασης του 1905: αυτό συνέβη ενώ φοιτούσε στη Γενεύη και τη Λοζάνη. Ο Γκατσίνοβιτς ήταν ακόλουθος του Μπακούνιν, του Κροπότκιν και μελών της Λαϊκής Θέλησης (Narodnaya Volya). Ήταν φίλος με τους Βίκτορ Σερζ, Μαρκ Νάτανσον, Γιούλι Μαρτόφ (7) και το νεαρό Τρότσκι. Δηλητηριάστηκε στην Ελβετία από την αστυνομία (με την συνεργασία πολλών χωρών, ανάμεσά τους η Αυστρία, η Σερβία και η Γαλλία) τον Αύγουστο του 1917.

Μέλη της οργάνωσης «Νεαρά Βοσνία» [Млада Босна]Στενές επαφές με την οργάνωση Νεαρά Βοσνία είχε μια ομάδα γνωστή ως Preprod (Αναγέννηση) στην Λιουμπλιάνα: αυτή δημιουργήθηκε το 1911-1912 γύρω από μια εφημερίδα με το ίδιο όνομα. Τα πιο ενεργά της μέλη ήταν οι Φράντσε Φαμπιγιαντσιτς [France Fabijancic] και Ιβάν Έντλιχερ [Ivan Endliher], που διατηρούσαν επικοινωνία με τον Γκατσίνοβιτς. Ειδικά ανάμεσα στο 1910 και το 1914, οι δύο αυτές ομάδες αγκάλιασαν τις ιδέες της Γιουγκοσλαβικής απελευθέρωσης και ένωσης και δούλεψαν για τη δημιουργία ενός ενωμένου Γιουγκοσλαβικού επαναστατικού νεολαιίστικου κινήματος.

Σέρβικος Αναρχοσυνδικαλισμός

Ο Ουγγρικός επαναστατικός συνδικαλισμός υιοθετήθηκε από αναρχικούς στη Βοϊβοντίνα γύρω από τη φιγούρα του Κρστα Ίσκρουλιεβ [Krsta Iskruljev 1881-1914], ενός Ούγγρου θεωρητικού του αναρχοσυνδικαλισμού και στενού συνεργάτη του Έρβιν Σάμπο [Ervin Szabó].

Οι αναρχικές ιδέες του Ζιβόγιν Ζουγιόβιτς συνεχίστηκαν στη Σερβία μέσω των Ντράγκισα Στάνογιεβιτς [Dragiša Stanojević, 1884-1918], Μίτα (Ντίμιτριγιε) Τσένιτς [Mita (Dimitrije) Cenić, 1851-1888] και Πέρα Τοντόροβιτς [Pera Todorović, 1852-1907], με τον τελευταίο να ιδρύει τη πρώτη σερβική σοσιαλιστική εφημερίδα, τη Rad (Εργασία) το 1874, ενώ παρέμεινε φίλος του Μπακούνιν από τις μέρες του ως φοιτητής στη Ζυρίχη. Υπήρχε επίσης ο Γιόβαν Ζούγιοβιτς [Jovan Zujovic, 1856-1936], ένας αναγνωρισμένος γεωλόγος και Πρόεδρος της Σερβικής Ακαδημίας Επιστημών, και πολλοί άλλοι. Στη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα οι αναρχοσυνδικαλιστικές ιδέες διείσδυσαν στη Ρωσία, με εφημερίδες όπως ο Προλεταριακός (Proleter, 1906) και ο Εργατικός Αγώνας (Radnička Βorba, 1907) αλλά και με ένα τμήμα στην αριστερή πτέρυγα του Σερβικού Σοσιαλιστικού Κόμματος- γνωστού ως Direktaši – να υποστηρίζει την τακτική της άμεσης δράσης. Καθοδηγητής τους ήταν ο Κρστα Τσίτσβαριτς [Krsta Cicvarić, 1879-1944], ιδρυτής πολλών εφημερίδων όπως Ψωμί και ελευθερία (Hleb i Sloboda, 1905) και Εργατικός Αγώνας το 1907. Ίδρυσε ομάδες αναρχικών εργατών και έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Το Αναρχικό Πρόγραμμα», το 1909. Αποσύρθηκε από το κίνημα μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο Παρίσι, ο Μίλοραντ Πόποβιτς [Milorad Popović, 1874-1905] ίδρυσε την Ένωση των Γιουγκοσλάβων Εργατών και την Επιτροπή Κοινωνικής Δράσης (1900). Αργότερα μετακόμισε στη Βουδαπέστη όπου δημοσίευσε σέρβικες σοσιαλιστικές εφημερίδες πριν επιστρέψει στη Σερβία το 1904. Κάθε στιγμή κρατούσε ζωντανή την πίστη στις ιδέες του επαναστατικού συνδικαλισμού τις οποίες εφάρμοζε μέσω της ίδρυσης πολυάριθμων ανεξάρτητων επαγγελματικών σωματείων. Οι Direktaši (Νέντελικο Ντίβατς, Βλάγικο Μάρτινοβιτς, Σίμα Μάρκοβιτς, Βάσα Κνέζεβιτς κλπ.) [Nedeljko Divac, Vlajko Martinović, Sima Marković, Vasa Knezević] ήταν μια αναρχοσυνδικαλιστική φράξια του Σερβικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, που αναπτύχθηκε μέσα στο 1909. Αργότερα εκδιώχθηκαν από το κόμμα. Ο Σίμα Μάρκοβιτς συνέχισε ως γραμματέας του Κομουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας έως ότου ήρθε σε ρήξη με το Στάλιν και στη διάρκεια των εκκαθαρίσεων της ΕΣΣΔ στάλθηκε στη φυλακή, όπου και πέθανε το 1939.

Μοναρχία και κρατικός κομμουνισμός

Ανάμεσα στους πολέμους, το αναρχικό κίνημα στην μοναρχική Γιουγκοσλαβία του Βασιλιά Αλεξάνδρου ήταν αδύνατο να ανθίσει λόγω των ρεπουμπλικανικών, φεντεραλιστικών και σοσιαλιστικών ιδεών του, που καταστέλλονταν ανοιχτά από την απόλυτη δικτατορία του βασιλιά. Παρόλα αυτά περίπου 200 άνθρωποι ταξίδεψαν από τη Γιουγκοσλαβία για να πολεμήσουν για την Ισπανική δημοκρατία, ανάμεσά τους πολλοί εκφραστές ενός σοσιαλισμού ελευθεριακού τύπου.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γιουγκοσλαβία διοικούνταν από ένα Κομουνιστικό Κόμμα που κήρυξε παράνομη κάθε άλλη πολιτική ομάδα. Η γνωριμία με συγκεκριμένες μορφές αυτοδιαχείρισης (που ακολούθησε μετά τη ρήξη με το Στάλιν το 1948) καθώς και οι φοιτητικές αναταραχές το 1968 οι οποίες έφεραν στο προσκήνιο μια νέα γενιά, ξεσήκωσαν ένα σημαντικό ενδιαφέρον προς τις αναρχικές ιδέες(βιβλία του Κροπότκιν, του Μπακούνιν και του Ντάνιελ Γκερέν μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν, ενώ οι αναρχικές ιδέες και πρακτικές συζητιούνται και μελετώνται δημόσια).

Umanità Nova, 27 Μαίου 1990. Αγγλική μετάφραση από τον: Paul Sharkey.

Σημειώσεις της μετάφρασης:

1) Το παρόν κείμενο του Ίντιτς προειδοποιούμε πως είναι δύσκολο στην ανάγνωση. Έχει μαζεμένα τα περισσότερα από τα ονόματα του γιουγκοσλαβικού σοσιαλισμού σε ένα μικρό κείμενο. Στην προσπάθεια για όσο το δυνατόν καλύτερη απόδοση στην ελληνική των ονομάτων που παρατίθενται, ζητήσαμε τη βοήθεια συντρόφου ο οποίος κατέχει τη σλαβική – και ο οποίος διόρθωσε και τα αρχικά ονόματα που γράφονταν με λατινικούς χαρακτήρες – και τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό. Τοποθετήσαμε πολύ λίγες σημειώσεις για την κατανόηση του κειμένου, ωστόσο θεωρούμε πως χρειάζονταν κι άλλες. Εάν παραθέταμε τόσες σημειώσεις για όλα τα πρόσωπα, θα χρειάζονταν άλλο ένα νέο κείμενο που θα έπιανε τη μοναδική ιστορία του κάθε αγωνιστή και όλες μαζί να διαπλέκονται, οπότε θα ήταν ζήτημα μιας ολόκληρης μπροσούρας. Το κείμενο είναι μια «προσπάθεια» εισαγωγής στον Γιουγκοσλαβικό Αναρχισμό και όχι πλήρους κατανόησης του.

2) Ο Žujović Živojin ήταν Σέρβος δημοκράτης ο οποίος σπούδασε σε Αγία Πετρούπολη, Μόναχο και Ζυρίχη από το 1861 έως το 1867. Με την επιστροφή του δούλεψε στο Υπουργείο Οικονομικών. Υπερασπίστηκε την αδελφότητα και τη φιλία των σλαβικών λαών. Ήταν στο ρεύμα του πανσλαβισμού· το οποίο εκείνη την εποχή διακατείχε και το Μπακούνιν.

3) Ο Pelagić Vaso γεννήθηκε στο Γκόρτζι Νταμπάρ της (σημερινής Βοσνίας Ερζεγοβίνης, το 1838. Γιος αγρότη, σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Μόσχας και επηρεάστηκε από τους Επαναστάτες Δημοκράτες. Το 1869 οι Οθωμανικές αρχές τον έδιωξαν στη Μικρά Ασία, απ’ όπου ξαναγύρισε στη Σερβία το 1871. Ο Πελάγιτς πήρε μέρος στην αντιτούρκικη εξέγερση του 1875-78 και διαμαρτυρήθηκε επίσης όταν καταλήφθηκαν τα εδάφη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία το 1878. Βοήθησε του αγρότες και τους εργάτες να φτιάξουν ενώσεις, τις οποίες θεωρούσε τη βάση για το σοσιαλιστικό κόμμα.

4) Ένα μικρό βιογραφικό του Γιόχαν Μοστ είχαμε φτιάξει κάποτε κι εμείς και είναι διαθέσιμο στο ΓΙΟΧΑΝ ΜΟΣΤ: «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ»

5) Μεταξύ 28 Απρίλη και 1 Μάη του 1903 μια σειρά βομβιστικές επιθέσεις συντάραξαν την πόλης της Θεσσαλονίκης. Τα χτυπήματα της ομάδας των Βαρκάρηδων (Γεμιτζίδων) είχαν σκοπό να στρέψουν το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινής γνώμης στην καταπίεση που δέχονταν οι μειονότητες στη Μακεδονία από την Οθωμανική διοίκηση. Για την ομάδα των Βαρκάρηδων κυκλοφορεί το βιβλίο «Οι Βαρκάρηδες – Η μηδενιστική ομάδα της Θεσσαλονίκης 1898-1903» από τις εκδόσεις Δαίμων του Τυπογραφείου.

6) Εναντίον του μπάνου της Κροατίας Τσούβαϊ (Slavko Cuvaj) πραγματοποιήθηκαν δύο δολοφονικές απόπειρες, η πρώτη τον Ιούνιο του 1912 από το Λούκα Γιούκιτς που αναφέρεται εδώ και η δεύτερη τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, από τον Ιβάν Πλανίνστσακ (Ivan Planinscak). Πηγή: Μαραμπός Δημήτριος «Η Βοσνιακή κρίση (1908-1909) και ο αντίκτυπος της στη Σερβία».

7) Ο Βίκτορ Σερζ (1890-1947) είναι γνωστός πρώην αναρχικός και μετέπειτα φανατικός μπολσεβίκος.

Ο Μαρκ Νάτανσον (1851-1918) ήταν από τους ιδρυτές του Κύκλου Τσαϊκόφσκι, μιας ριζοσπαστικής οργάνωσης στην Τσαρική Ρωσία η οποία έθεσε το ζήτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού επί τάπητος. Επίσης ήταν από τους ιδρυτές της οργάνωσης Γη κι Ελευθερία (Zemlya i volya), το κεντρικό όργανο του κινήματος των ναρόντνικων. Επίσης ήταν ιδρυτής του κόμματος των Αριστερών Σοσσιαλεπαναστατών το οποίο στήριξε την επανάσταση του 1917. Επίσης ήταν θείος του αναρχικού Αλεξάντερ Μπέρκμαν.

Ο Γιούλι Μάρτοφ (1873-1923) ήταν κομμουνιστής ηγέτης καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ήταν κολλητός του Λένιν, ιδρύοντας μαζί το 1895 τη Λίγκα Πάλης για την Απελευθέρωση της Εργατικής Τάξης και την εφημερίδα Ίσκρα, του οργάνου του Ρώσικου Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (ΡΣΔΕΚ). Για ιδεολογικούς λόγους χώρισαν αργότερα, με το Μάρτοφ να γίνεται ένας εκ των ηγετών των Μενσεβίκων. Κράτησε την αριστερά των Μενσεβίκων με κάποιες προσπάθειες επαναπροσέγγισης με τους μπολσεβίκους οι οποίες συνήθως έπεφταν στο κενό. Ο Μάρτοφ αντιτάχθηκε στην Πρώτη Παγκόσμια ανθρωποσφαγή και παρέμεινε πιστός στο διεθνιστικό χαρακτήρα των κομμουνιστών. Μετά την οκτωβριανή επανάσταση περιθωριοποιήθηκε κι εν τέλει αυτοεξορίστηκε στη Γερμανία μετά τον αποκλεισμό των Μενσεβίκων και την παρανομοποίηση τους.

image Ο Γκότσε Ντέλτσεβ 0.2 Mb

This page has not been translated into 한국어 yet.

This page can be viewed in
English Italiano Català Ελληνικά Deutsch



George Floyd: one death too many in the “land of the free”

George Floyd: one death too many in the “land of the free”

Mon 25 Jan, 04:03

browse text browse image

transatlantic.jpg imageΔιατλαντικό Αναρ... Jan 23 19:15 by Morris Brodie* 0 comments

trump_e_bolsonaro_dando_as_mos.jpg imageBolsonaro e o espelho retorcido com Trump Jan 21 06:40 by BrunoL 0 comments

belarus15a740x357.jpg imageΣτην Αλβανία εξέ^... Jan 16 20:31 by Γιάννης Βολιάτης* 0 comments

united_kingdom.jpg imageMovie Review: ‘A United Kingdom’ (2016) Jan 14 18:27 by LAMA 0 comments

Από την εξέγερση στο Κρούσεβο imageΑναρχική παράδοσ... Jan 13 19:25 by Trivo Indic* 0 comments

fascist2520coup2520attempt2520fascism2520came2520home2520january252062520capitol2520teen2520vogue.jpg imageThe Trump putsch Jan 11 05:04 by Melbourne Anarchist Communist Group 0 comments

textNumero di dicembre de “il Cantiere” Jan 08 05:08 by Alternativa Libertaria/FdCA 0 comments

textTre linee di risposta Jan 08 05:04 by Alternativa Libertaria/FdCA 0 comments

kim_jwajin.jpg imageBaekyao, “Ο Μαχνό της Kορέ^... Jan 07 20:13 by Dmitri (μετάφραση) 0 comments

subservincia_e_anti_venezuela_charge_rafael_costa_jan2021.jpg imageA subserviência do exército de Caxias e sua estúpida retórica contra a Venezuela Jan 07 02:45 by BrunoL 0 comments

135889436_3979283232095489_4535212363239118646_n.png imageFormation of Anarchist Communists Meanjin Jan 06 19:10 by Anarchist Communists Meanjin 0 comments

documento1pagina001768x768.png imageArgentina: É lei pela luta das de baixo! Jan 05 23:16 by FAR – OAC – OAT 0 comments

screen_shot_20210105_at_17.57.png imageEs Ley por la Lucha de Las de Abajo Jan 05 23:06 by FAR – OAC – OAT 0 comments

Australian troops in Afghanistan. Credit: LS Paul Berry via The Guardian imageWar crimes Jan 04 16:55 by Melbourne Anarchist Communist Group 0 comments

Justice for George Floyd! Washington DC 2020 Credit: Olivier Douliery/AFP via Getty Images imageAfter Trump Jan 01 17:24 by Melbourne Anarchist Communist Group 0 comments

skirda.jpg imageΈφυγε ο Alexandre Skirda Dec 31 18:08 by Dmitri (translation) 0 comments

electionstress.jpg imageDid the System Work? Aftermath of the 2020 Election Dec 30 07:55 by Wayne Price 8 comments

132788658_10207875305196395_1166463243701706442_n.jpg imageDécès d’Alexandre Skirda, historien et militant anarchiste Dec 30 01:31 by Serge 0 comments

xmas_kropotkin.jpg imageΗ σχέση μεταξύ Κρ ... Dec 28 18:42 by Ruth Kinna 0 comments

download.jpg imageΤοποθέτηση σχετι... Dec 24 17:51 by Πρωτ. Αναρχικών Αγ.Αναργύρων – Καματερού 0 comments

copiadecopiadecopiadecopiadecopiadeimagenparacartaopinionmayo2018300x251.jpg imageAnte la Campaña Contra la Ley de Urgente Consideración Dec 24 12:15 by Federación Anarquista Uruguaya 0 comments

fascists_among_us.jpg imageBook Review: 'Fascists Among Us' Dec 23 16:55 by LAMA 0 comments

anarchoxmas.jpg imageThe Gift That Keeps on Giving…Hatred for the Ruling Classes Dec 21 19:01 by Stuart 0 comments

321enson768x543.jpg imageCovid19 Değil Akp19 Yasakları: 14 Maddede Akp19 Krizi Dec 20 21:16 by Devrimci Anarşist Faaliyet 0 comments

131573289_101348061872420_4121252317149675501_n.jpg imageΓια όσα δεν είναι &#... Dec 20 20:03 by Ελευθεριακή Πορεία 0 comments

screenshot_20200721workersinitiativepoland278x300.png imageΑπάνθρωπος και β^... Dec 18 20:18 by ΕΣΕ Αθήνας 0 comments

max_stirner1200x900cropped.jpg imageSelf and Others: Max Stirner and Revolutionary Anarchism Dec 15 14:13 by Wayne Price 0 comments

castellano.jpg imageDeclaración conjunta internacionalista por la libertad de las y los presos politicos de la... Dec 12 00:21 by Vários organizaciones anarquistas 0 comments

portugues.jpg imageDeclaração internacional pela liberdade dos/das presos/as políticos/as da revolta social d... Dec 12 00:19 by Vários organizações anarquistas 0 comments

french.jpg imageDéclaration de solidarité internationaliste: Liberté pour les prisonnier-es politiques des... Dec 11 16:58 by Diverses organisations anarchistes 0 comments

more >>
© 2005-2021 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]